Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ἡ ἀξία τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἡ ἀνάγκη συχνότατης χρήσης του ἀπὸ τοὺς πιστούς

Σ᾿ ὅλες τὶς κινήσεις τοῦ λειτουργοῦ, κατὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν», κυριαρχεῖ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Σ᾿ ὅλες τὶς λατρευτικὲς πράξεις καὶ τελετές, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ εὐλογία, κατὰ τὴν ἄγραφη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σχηματίζεται ἀπὸ τὸν ἱερέα «σταυροῦ τύπος».
Ὅπου κι ἂν στρέψει κανεὶς τὸ βλέμμα του, μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο ναό, θὰ δεῖ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἀποτυπωμένο: στὴ ναοδομία, στὴν εἰκονογραφία, στὴν ἐκκλησιαστικὴ διακοσμητική, στὰ λειτουργικὰ βιβλία, στὰ ἱερὰ ἄμφια καὶ σκεύη...
Ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὅλοι οἱ πιστοὶ διαφυλάσσουμε, ὡς πολύτιμη πνευματικὴ καὶ ἁγιαστικὴ παρακαταθήκη, τὴν ἱερὴ συνήθεια τῆς χρήσεως τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ.
Οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ κάνουν πολὺ συχνὰ τὸν σταυρό τους: Τὸ πρωί, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ τὸν ὕπνο. στὴ διάρκεια ὅλων των προσευχῶν τους. ὅταν φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι τους. ὅταν περνοῦν μπροστὰ ἀπὸ ἱεροὺς ναούς. ὅταν ἀρχίζουν κάποια ἐργασία, ὅταν τελειώνουν τὴν ἐργασία, πρὶν πιοῦν νερὸ ἢ ἄλλο ποτό, πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό, μετὰ τὸ φαγητό, πρὶν κατακλιθοῦν γιὰ ὕπνο, ὅταν ἀκούσουν, εἴτε εὐχάριστη, εἴτε δυσάρεστη εἴδηση... Σὲ κάθε περίσταση, τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ!... Ἡ ἡμέρα τοῦ πιστοῦ ἀρχίζει -καὶ πρέπει ν᾿ ἀρχίζει- μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τελειώνει μὲ τὸν σταυρό! Ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, ἡ νύχτα του ἀρχίζει καὶ τελειώνει πάλι μὲ τὸν σταυρό!
Πολλὲς φορὲς ἐπίσης οἱ χριστιανοὶ καταφεύγουν στὸν ναό, ἀναζητώντας τὸν ἱερέα, γιὰ νὰ τοὺς «σταυρώσει», δηλαδὴ νὰ τοὺς εὐλογήσει σταυροειδῶς (εἴτε μὲ σταυρό, εἴτε μὲ ἄλλο ἱερὸ σκεῦος ἢ ἄμφιο), προκειμένου νὰ ἐνισχυθοῦν ἐναντίον τῶν πειρασμῶν ἢ ν᾿ ἀνακουφιστοῦν ἀπὸ κάποια ἀσθένεια.
Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ, σημείου τοῦ παντοδυνάμου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τόσο μεγάλη ἡ χάρη, ποὺ περικλείει μυστικὰ μέσα του! Ὅπως συνοπτικὰ καὶ παραστατικὰ διατυπώνει ὁ ἅγιος Μακάριος Μόσχας (†1563), «πολλὲς φορὲς ἕνα καὶ μόνο σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ποὺ γίνεται μὲ πίστη καὶ ἔντονα βιώματα, εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ πολλὰ λόγια προσευχῆς μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου. Σ᾿ αὐτὸ ὑπάρχει τὸ φῶς, ποὺ καταυγάζει τὴν ψυχή, ἡ ἰαματικὴ δύναμη, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενήματα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ἡ μυστικὴ δύναμη, ποὺ ἀντιδρᾶ σὲ κάθε βλάβη. Ταράζουν τὴν ψυχή σου ἀκάθαρτοι λογισμοὶ καὶ ἐπιθυμίες; Περιτειχίσου μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, διπλασίασε καὶ τριπλασίασε αὐτὸ τὸ τεῖχος, καὶ οἱ ἀκάθαρτοι λογισμοὶ θὰ δαμαστοῦν. Κατατυραννιέται ἡ καρδία σου ἀπὸ τὴ μελαγχολία καὶ τὴ θλίψη; Σὲ κυριεύει ὁ φόβος ἢ σὲ περιστοιχίζουν οἱ πειρασμοί; Αἰσθάνεσαι τὶς πονηρίες τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν; Καταφύγε σ᾿ αὐτὴ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ, καὶ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς θὰ ξαναγυρίσει, οἱ πειρασμοὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν, ἡ παρηγορία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πνευματικὴ εὐφροσύνη θὰ πλημμυρίσουν τὴν καρδία σου.»

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Επίσημη πατριαρχική αναγνώριση της σύγχρονης αντιπατερικής Ορθοδοξίας

Ἰωάννης Κορναράκης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Κατὰ τὴν φετεινὴ πατριαρχικὴ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸν Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὸ ΦΑΝΑΡΙ, ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας –μὲ ἀνοίκειες γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου ἐκφράσεις καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν αἰτίων καὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς κρίσεως τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας– δὲν εἶχε ἐπίγνωση ὅτι, ἀπὸ τὸν ἴδιο αὐτὸν χῶρο ξεκίνησαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα διεμόρφωσαν τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, στὴν σημερινή της εἰκόνα.
Διότι, οὔτε «ἀκραῖα στοιχεῖα», οὔτε «προκατειλημμένα», «ἄρρωστα μυαλὰ» τοῦ ἐξωτερικοῦ τοῦ Πατριαρχείου χώρου, εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴν κρίση τῆς «σύγχρονης» πατριαρχικῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ θρῆνος, ὅμως, τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία –θρῆνος προστασίας τῆς «Ὀρθοδοξίας» αὐτῆς– εἶναι δικαιολογημένος, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ χῶρο· δηλαδή, ἀπὸ τὸν ἴδιο χῶρο πού, ὅπως θὰ ἀποδείξουμε πιὸ κάτω, ἔδωσε τὶς ἀφορμὲς γιὰ νὰ γεννηθεῖ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πατριαρχικὴ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον προστατεύει καὶ ἀποδέχεται, ἀλλὰ καὶ καθιερώνει ὡς τὴν γνήσια Ὀρθοδοξία καί, μάλιστα, κατὰ τὴν ἴδια τὴν ἑορτὴ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας!
Μὲ τὴν προβολὴ καὶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σύγχρονη» θεολογία, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος ἐννοεῖ, βεβαίως, ὅτι περιποιεῖ τιμὴ στὸ ἔργο του: στὴν οἰκουμενιστικὴ ἀποτύπωση τῆς εἰκόνας μιᾶς Ὀρθοδοξίας ἀντιπατερικῆς καὶ παγκοσμιοποιημένης!!!
Ἔτσι, ἡ προβολὴ τῆς εἰκόνας τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ «Ὀρθοδοξία» τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας συνηγόρησε τρεῖς φορὲς ὑπὲρ τῆς αὐθεντικότητας τῆς «σύγχρονης» θεολογίας.
Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ καθιέρωση τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ὡς «Ὀρθοδοξίας» τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, ἀκολουθεῖ χρονικῶς τὸ Διεθνὲς Συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας τῶν Θεολογικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἔγινε στὸν Βόλο, ἀπὸ 3 ἕως 6 Ἰουνίου 2010, μὲ θέμα: «Πατερικὴ σύνθεση ἢ Μετα-πατερικὴ θεολογία»1· ἤτοι: «ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες, μὲ ἐπαναδιατύπωση ἢ ἀναθεώρηση τῆς θεολογίας τους, ἢ ἀπατερικὴ θεολογία, θεμελιωμένη στὶς ἀρχὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως;»!
Εἶναι γεγονὸς πολλαπλῶς ἀποδεδειγμένο ὅτι, ἡ προαναφερθεῖσα ΑΚΑΔΗΜΙΑ τῆς Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ἔχει πλέον ἐξελιχθεῖ σὲ ἐργαστήριο οἰκουμενιστικῶν συνεδρίων καὶ σχετικῶν ἄλλων προσπαθειῶν (ὅπως, π.χ., τιμητικὴ ἐκδήλωση πρὸς χάριν τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰ. Ζηζιούλα, τοῦ πρωτομάστορα τῆς προσπάθειας ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸν Παπισμό). Εἶναι, δηλαδή, χῶρος ἀποδομήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας2.
δη, μὲ τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἀντιπατερικὸ συνέδριο, τὸ 2010, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος συγκέντρωσε ὁμόφρονές του γιὰ νὰ ἀποδομήσει τὴν αὐθεντία τῆς πατερικῆς θεολογίας, τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Τὰ Πρακτικὰ τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ τῆς Ἱ. Συνόδου ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ. 2/2010, σσ. 317-324.
Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐντελῶς ἀντιπατερικὸ καὶ ἀνορθόδοξο κείμενο, ἡ ἔκδηλη διγλωσσία καὶ ἡ ἀμφισημία τοῦ ὁποίου καλύπτουν τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές, τὶς ὁποῖες προτίθενται νὰ πραγματοποιήσουν οἱ σύνεδροι, ἐὰν κάποιος ὁμόφρονάς τους Ἐπίσκοπος διοικήσει τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, οἱ τελικὲς ἀποφάσεις τους ἔχουν πειστικὴ σαφήνεια καὶ δείχνουν «ποῦ τὸ πάνε» οἱ σύνεδροι· δηλαδή, τί, ἀκριβῶς, θέλουν νὰ ξηλώσουν στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποῦ μπορεῖ νὰ φθάσει τὸ ξήλωμα αὐτό!!!
Λέγουν, λοιπόν: «Σχετικὰ μὲ τὴν Παράδοση, θὰ χρειασθεῖ νὰ διακρίνουμε μεταξὺ τῶν στοιχείων της, ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν καὶ ποιά ὄχι. Ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ συνιστοῦν καθαρὰ θεολογικοὺς συντελεστὲς καὶ ποιά ἀποτελοῦν καθαρὰ ἱστορικὰ καὶ πολιτιστικὰ στοιχεῖα. Ἡ γλῶσσα, ἡ ὁρολογία, ἡ δυνατότητα τῆς μετάφρασης τῶν βιβλικῶν καὶ λειτουργικῶν κειμένων, οἱ λειτουργικὲς μορφές, τὰ Τυπικά, τὰ ἐθιμικὰ καὶ πολιτισμικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς (ἀμφίεση κλήρου, λειτουργικὰ ἔθιμα, τέμπλο κ.ἄ.) εἶναι προφανῶς ὑπερβάσιμα. Στοιχεῖα ὅμως, τῆς Παράδοσης, ὅπως ἡ προσευχή, ἡ μετάνοια, ἡ νηστεία, ὁ ἀγῶνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν, ἡ ἐμπειρία τῆς χάρης, τῆς θέωσης, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι στοιχεῖα ποὺ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν; Τὴν ἴδια ἀμηχανία προκαλεῖ ἡ ἀμφισβήτηση τῆς “αὐθεντίας” τῶν Συνόδων, μὲ τὸ πρόσχημα τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐνδιαφερόντων καὶ παρεμβάσεων»3.
Ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσες εἶναι καὶ οἱ παρακάτω ἐπισημάνσεις τοῦ Συνεδρίου τῆς πρότασης ἀποδομήσεως ὁλόκληρης τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν χοάνη τῆς σαρωτικῆς παγκοσμιοποιήσεως!!!
Στὸ συγκεκριμένο συνέδριο ἐπισημάνθηκε:
1. -«Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναδιατύπωσης τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας στὴν κάθε πολιτισμική της συνάφεια, ἡ ὁποία ἀνάγκη ἔτυχε καθολικῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς συνέδρους»!
2. -«Ἡ ἀνάγκη γιὰ ὑπέρβαση τῆς ἐσωστρέφειας ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς ἐπιστροφῆς πρὸς τοὺς Πατέρες»!
3. -«Ἡ ἀνάγκη ἰσχυρῆς γονοποιητικῆς παρουσίας τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας στὶς διάφορες θεολογικές, καὶ ὄχι μόνον, ζυμώσεις στὸ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθὼς καὶ ἡ ἀνάγκη διαλόγου μὲ τὶς φυσικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐπιστῆμες. Συνάμα, παρατηρήθηκαν πολλαπλὲς διαστάσεις τῆς “κίνησης” τῆς ἐπιστροφῆς στοὺς Πατέρες, διαστάσεις ἐσωστρέφειας καὶ μοιρολατρείας, ἀποθέωση τοῦ παρελθόντος καὶ θεολογικὴ ἀπομόνωση»4.
Αὐτὰ καὶ μόνον τὰ συμπεράσματα τοῦ συνεδρίου, συνδυαζόμενα μὲ τὶς ἀκραῖες θέσεις κάποιων συνέδρων, δείχνουν ὅτι, στὸ συνέδριο τῆς ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ τοῦ Βόλου, κυριάρχησε οὐσιαστικὰ ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἡ ἀπέχθεια πρὸς τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ προσπάθεια μεταλλάξεως τῆς παρακαταθήκης τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ σὲ παγκοσμιοποιημένο σκιάχτρο θρησκευτικῆς παρανοίας!!!
* * *
Ἡ σχετικοποίηση ἤ, μᾶλλον, ἡ ἀπόρριψη τῆς διαχρονικῆς παρουσίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἀπόρριψη τοῦ εὐαγγελικοῦ καὶ πατερικοῦ λόγου. Ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν παγκοσμιοποιημένη εἰκόνα της, εἶναι κενὸς λόγος. Ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία εἶναι φάντασμα κακόγουστο μπροστὰ στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία τῶν Πατέρων.
Ἡ αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία, στὴν χαρισματική της εἰκόνα, εἶναι μιὰ διαχρονικὴ λυτρωτικὴ παρουσία, ποὺ δὲν πάσχει ἀλλοίωση, οὔτε ἀπὸ τὸν χρόνο, οὔτε ἀπὸ τὸ μῖσος καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν ἀρνητῶν τῆς ὑπόστασής της. Ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει: «ὁ πνευματικὸς Νόμος τῆς Νέας Διαθήκης τῷ πνεύματι νεάζει …διὰ παντὸς ἐνεργούμενος. Ἡ γὰρ Χάρις ἀπαλαίωτος»5. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἰδίας ὁμιλίας του –σχολιάζοντας τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»– ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει ὅτι, ὁ θεῖος ἀπόστολος τὸ εἶπε αὐτό, «εἰδὼς ἀεὶ καινὸν τὸ μυστήριον, μηδέποτε περιλήψει νοὸς παλαιούμενον»6.
Ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦν, μὲ ὀρθολογιστικοὺς βερμπαλισμοὺς καὶ οἰκουμενιστικὲς λογικές, οἱ ἄνθρωποι τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ παρακωλύσουν τὴν διαχρονικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν πιστῶν, ποὺ ἔχουν τὰ λογικά τους καὶ ξέρουν ποιοί εἶναι καὶ ποῦ πάνε!
* * *
Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
στὴν δημιουργία μιᾶς ἀντιπατερικῆς
«σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας

Ἡ σύγχρονη Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸ 1948 μέχρι σήμερα, εἶναι γραμμένη μὲ πολλὲς σελίδες οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος.
Ὁ ἑκάστοτε οἰκοδεσπότης τοῦ πατριαρχικοῦ οἴκου ἡγεῖτο προσπαθειῶν ἑνώσεως τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἑνωθοῦν. Τὸ μάτι τοῦ Πατριαρχείου, σταθερὰ στραμμένο πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους χώρους, ἀπεμπολοῦσε τὶς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς χάριν μιᾶς ἐκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης, ἀποξενωμένης ἀπὸ τὴν ἰκμάδα τῶν αὐθεντικῶν εὐαγγελικῶν καὶ πατερικῶν ἀληθειῶν.
Ἰδιαίτερα ὁ σημερινὸς οἰκοδεσπότης τοῦ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ἔδειξε μεγάλη κινητικότητα στοὺς ἑτεροδόξους χώρους καὶ συμμετεῖχε σὲ ἑτερόδοξες λειτουργικὲς πράξεις.
Τὸ κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν Παπισμό.
Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ κορυφὴ τῆς «Ὀρθοδοξίας», μὲ τὰ πολλὰ καὶ γνωστὰ σὲ ὅλους οἰκουμενιστικά της ἀνοίγματα, ἔδωσε τὸ θάρρος σὲ πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς οἰκουμενιστὲς νὰ προχωροῦν σὲ πράξεις ἀποδομήσεως καὶ προδοσίας τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἐπιλεκτικῶς, θὰ ἐπισημανθοῦν μερικὰ ἀκραῖα ἀνοίγματα, τὰ ὁποῖα εὐθυγραμμίζονται  μὲ τὴν πατριαρχικὴ πρωτοβουλία –ἀλλὰ καὶ σκοπιμότητα– νὰ προκύπτουν στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἀνατρεπτικὲς ἐνέργειες κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἕνωση τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν Παπισμὸ θὰ γίνει ὁπωσδήποτε. Καί, κάποια στιγμή, ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ποὺ ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ἢ ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ ἐκπλαγοῦν.
Τὸ θέμα τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς ἔχει ἤδη «κλειδώσει», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, στὸν γνωστὸ διάλογο μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν Ραβέννα τῆς Ἰταλίας. Στὸν διάλογο αὐτόν, οἱ ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν καὶ ἀποδέχθηκαν, αὐτούσιο, τὸ παπικὸ κείμενο ποὺ τοὺς παρουσίασαν οἱ παπικοὶ «ἑταῖροι» τους.
Σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ἡ παπικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτυπώνεται μὲ τὴν εἰκόνα πυραμίδος. Στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος, εἶναι ὁ Πάπας. Ὅποιος Ἐπίσκοπος δὲν θὰ ἀποδέχεται τὸν Πάπα, θὰ μένει ἐκτὸς τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας», ποὺ εἶναι ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη καὶ ὁριστικῶς διαμορφωμένη μὲ τὴν ρωμαϊκὴ παράδοση.
Ὁ Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως αὐτῆς: τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο τιμῆς.
Ξαφνικά, λοιπόν, θὰ πληρώσουν τοὺς ναούς μας παπικοὶ πιστοί, γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τοῦ Πάσχα τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς παπικούς!
Ι. -Ἤδη, καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος –ἀκραῖος οἰκουμενιστής– συνέπλευσε μὲ τὸν Πατριάρχη στὰ ἀνοίγματα πρὸς τοὺς οἰκουμενιστικοὺς χώρους. Ἔφερε καὶ αὐτός, πρὶν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, τὸν Πάπα στὴν Ἀθήνα, καὶ πανηγύρισε τὸ γεγονὸς μὲ φιέστες καὶ ἐκδηλώσεις μειοδοσίας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Λίγο πρὶν ἔλθει ὁ Πάπας στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀφοῦ εἶχε ὀργανώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν ὑποδοχή του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐκάλεσε τέσσερεις ὁμοτίμους καθηγητὲς Πανεπιστημίου –μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν ὑπογράφοντα τὸ παρόν– γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ συντάξει τὰ σχετικὰ κείμενα ποὺ θὰ διάβαζε ἐνώπιον τοῦ Πάπα, οὕτως ὥστε αὐτὰ νὰ ἔχουν ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο χαρακτῆρα. Ὡστόσο, προσωπικῶς διαπίστωσα ὅτι, τὰ συγκεκριμένα κείμενα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον τοῦ Πάπα χωρὶς τὶς διορθώσεις μας.
Τὸ 2003, δύο χρόνια μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἰσηγήθηκε τὸν νεωτερισμὸ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης» τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς Ἀναγεννήσεως ποὺ εἶχε στὸ μυαλό του, δημοσιεύθηκε τὸ ἴδιο ἔτος, στὸ περιοδικὸ ΕΚΚΛΗΣΙΑ7, ὡς συνοδικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π. Θεσσαλονίκης. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτυπώνει, μὲ γνώμονα τὴν ἀρχὴ τῆς μετανεωτερικότητος, τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τὶς προτεινόμενες αὐτὲς ἀλλαγές, ἀναφέρουμε δύο:
α) Λόγῳ τῶν προόδων τῶν ἀνθρωπιστικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ συμπορευόμαστε μὲ αὐτὲς τὶς προόδους καὶ τὶς πολιτιστικὲς ἐξελίξεις.
β) Γιὰ τοὺς ἰδίους λόγους, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται συνεχῶς καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πλατύτερη ἐπαναδιατύπωση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ –προταθεῖσα καὶ σὲ ἄλλο κείμενο τοῦ ἰδίου, σὲ ἐπετηρίδα τῆς Σχολῆς– ἐξηγεῖ ὅτι, στὸ μυστήριο αὐτό, δὲν προσερχόμαστε γιὰ νὰ γίνουμε ἅγιοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε πνεῦμα ἀλληλεγγύης μεταξύ μας (στὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως), γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ἔσχατα!!!
Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, τὸ συνοδικὸ αὐτὸ κείμενο πρότεινε, κατ’ οὐσίαν, τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ!!!
Εἶναι περίεργο ὅτι, κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν παρουσιάσθηκε γιὰ νὰ τὸ στηλιτεύσει. Οὔτε ἡ Διαρκὴς Ἱ. Σύνοδος ἔδωσε σημασία στὸ ὀκτασέλιδο Ὑπόμνημα τοῦ ὑπογράφοντος, τὸ ὁποῖο παραδόθηκε νομίμως σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
ΙΙ. -Πρὸ δεκαετίας, περίπου, στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ἐκπονήθηκαν –καὶ ἔγιναν ἀποδεκτές– δύο διατριβές, οἱ ὁποῖες «ἀπεδείκνυαν» ὀρθοδόξους δύο αἱρετικοὺς τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος: τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο (τὸν ἀποκαλούμενο «ἀκέφαλο» στὸ σχετικὸ τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀκολουθίας τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων).
Ἡ δικαιολογία καὶ τὸ αἴτιο τῆς ἐκπονήσεως τῶν ἐν λόγῳ διατριβῶν εἶναι ὅτι, ἀμφότερες προλειαίνουν τὸ ἔδαφος, ὥστε, μελλοντικὴ Σύνοδος νὰ πεισθεῖ γιὰ τὰ «ὀρθόδοξα» φρονήματα τῶν δύο –Συνοδικῶς καταδικασθέντων– αἱρετικῶν.
ΙΙΙ. -Ἡ «ὀρθοδοξοποίηση» τῆς σωτηριολογικῆς προτεσταντικῆς διδασκαλίας περὶ τῆς «ἀοράτου Ἐκκλησίας»:
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος –μὲ μεγάλο ἔργο στὸν χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Ἀφρική, ἀλλὰ καὶ προσφορᾶς στὴν Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ἀλβανίας– λόγῳ τῆς ταυτίσεώς του μὲ τὸ ἐπιστημονικό του ἀντικείμενο (δηλαδή, μὲ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἰσλάμ), προέβη σὲ παραχάραξη εὐαγγελικοῦ χωρίου, προκειμένου νὰ δείξει ὅτι, ἀκόμα καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν θὰ σωθοῦν ὁπωσδήποτε, διὰ τῆς «ἀόρατης Ἐκκλησίας»!!!
Τὸ ἐπίμαχο χωρίο, τὸ ὁποῖο παραχάραξε, ἀνήκει στὴν Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφ. 3, στ. 6. Στὸ χωρίο αὐτό, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ θὰ σωθοῦν, ἀφοῦ τοὺς κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀποδεχθοῦν: «Τὰ ἔθνη εἶναι συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ εὐαγγελίου».
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ὅμως, στὸ ἔργο τοῦ Ἴχνη ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑπερβατικοῦ8, ἀντικαθιστᾶ τὴν φράση «διὰ τοῦ εὐαγγελίου», μὲ τὴν φράση «διὰ τῆς ἐκκλησίας», ἀναπτύσσοντας, ἔτσι, τὴν διδασκαλία τῆς ἀόρατης σωτηρίας! Μὲ τὴν παραχάραξη αὐτή, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ξεπεράσει τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, διὰ τῆς ἀπὸ μέρους τους ἀποδοχῆς, ἐφαρμογῆς καὶ βιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Σημειώνοντας δὲ ὅτι, «οἱ παλαιότεροι ὅσο καὶ οἱ νεότεροι θεολόγοι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τόνισαν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας», ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, σὲ αὐτὴν τὴν «ἀόρατη Ἐκκλησία», καὶ τὰ ἔθνη «δύνανται νὰ ἀνήκωσι ἀοράτως καὶ οἱ ἐθνικοί, οἱ ἑτερόδοξοι…» (σσ. 423-4).
Ὅμως, στὴν ὀρθόδοξη σωτηριολογία δὲν ὑπάρχει πουθενὰ χῶρος ποὺ νὰ ἀνήκει σὲ περιοχὴ ἀόρατης σωτηρίας. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι προτεσταντική, σκοτεινὴ καὶ ἀδιευκρίνιστη. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὁ Θεὸς σώζει μὲν ὅλον τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἀλλὰ μὲ ὁρατὲς καὶ συγκεκριμένες ἐνέργειες. Τὴν θεωρία περὶ «ἀόρατης σωτηρίας» ἐδημιούργησαν οἱ διαμαρτυρόμενοι, γιὰ νὰ ξεπεράσουν δυσκολίες προσωπικοῦ χαρακτῆρα (ὅπως τὴν ρωμαιοκαθολική τους προέλευση καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ).
* * *
Αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα δείγματα τῆς ἀπορρίψεως, ἢ ἀποδομήσεως, ἀρχῶν τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Πατέρων, δείχνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχρονικῆς οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τοῦ ὑποτιθεμένου «κέντρου» τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, στὸν Πατριαρχικὸ Οἶκο, τὴν Ὀρθοδοξία τῆς πατερικῆς παρακαταθήκης διαδέχθηκε ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, μεταλλαγμένη στὰ μέτρα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος.
* * *
Ὁ ὑπογράφων συνέταξε τὸ πάρον κείμενο, ὧν συνεπὴς στὸν διδακτορικό του ὅρκο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας: «ὅπου γῆς βρεθῶ, θὰ ὑποστηρίζω τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὅλοι οἱ διδάκτορες δίνουν τὸν ὅρκον αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἐπίσκοποι ὁρκίζονται νὰ ἐπιτελοῦν τὰ καθήκοντά τους θεοφιλῶς καὶ νὰ ἀνταποκρίνονται μὲ θεῖο ζῆλο στὴν τήρηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διδαγμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσοι Ἐπίσκοποι ἀφήνουν ὀρθάνοιχτη τὴν θύρα στὸν οἰκουμενιστικὸ χῶρο καὶ ἀναλαμβάνουν δραστηριότητες ποὺ ἀκυρώνουν τὴν προσωπική τους ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμό τους ἔναντι τοῦ ἀξιώματός τους ὡς κληρικῶν καὶ ὡς ἀνθρώπων τῆς ἐκκλησίας, ἀποβαίνουν ἐπιλήσμονες τοῦ ὅρκου τους.
Σὲ μία τέτοια περίπτωση, φαίνεται νὰ ἐνεργεῖ τὸ μιαρὸ ἔργο του, ὁ Ἀντίχριστος, καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἰωάννης Κορναράκης
Ὁμότιμος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. -Περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τ. 2/2010, σσ. 317-324.
2. -Πρὸ ἐτῶν, ἡ συγκεκριμένη Μητρόπολις συγκάλεσε συνέδριο Ὀρθοδόξων καὶ Ἀγγλικανῶν, καί, μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, τοὺς κάλεσε νὰ λειτουργηθοῦν στὸ Γυναικεῖο Μοναστῆρι τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Πηλίου. Ὅταν οἱ προσκεκλημένοι ἔφθασαν καθυστερημένοι στὸν Ναό, οἱ ἀδελφὲς τῆς Ἱ. Μονῆς ἔσπρωχναν τοὺς ὀρθοδόξους πρὸς τὸν νάρθηκα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Σχετικὲς φωτογραφίες δείχνουν τοὺς ἀγγλικανοὺς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Ναοῦ μὲ τὸ ἀντίδωρο στὸ χέρι, ἐνῶ σημειώθηκε ἰδιαιτέρως ἡ παρουσία μιᾶς ἀγγλικανῆς ἱερείας.
3. -Περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, στὸ ἴδιο τεῦχος, σ. 322.
4.-Στὸ ἴδιο, σ. 320.
5. -Περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, PG 90, στ. 1120.
6. -Στὸ ἴδιο, στ. 1181.
7. -Περιοδ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τ. Ἰούνιος 2003, σσ. 413-418.
8. -Συλλογὴ θρησκειολογικῶν μελετημάτων, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, α.χ., σσ. 423-4. Βλ. καὶ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἰ. Φωτοπούλου, Θεανδρικὴ Καθολικότητα ἢ Πανθρησκειακὴ Παγκοσμιότητα, Ἀθήνα 2003, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ ἐπιτυχῶς ὀρθοδόξως τὶς κακοδοξίες τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, μὲ τίτλο Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000.
πηγή email:
ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ 

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Τη Υπερμάρχω Στρατηγώ

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Η Α' εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος 325μ.Χ. (τελευταίο μέρος)

Το Ιερόν Σύμβολον της Ορθοδόξου Πίστεως
Επι είκοσι περίπου ήμέρας (1) [(1) Κατ' άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3 1/ 2 έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6 1/ 2 έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων.] ενασχοληθείσα η Α' εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν, καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοις πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τω Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τω Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αϊδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω.
«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο τα εν τω Ουρανώ και τα εν τη Γη, τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον Τους δε λέγοντας ότι ην ποτε, ότε ουκ ην, και πριν γεννηθήναι ουκ ην, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, η τρεπτόν η αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Aποστολική Εκκλησία»
Τούτο το Σύμβολον ο μεν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν. Ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων. H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ' αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων.
Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ', και τον Α' της εν' Αντιοχεία και Συντγμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τω 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μεν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Kυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).
 Το αποτέλεσμα της A' Οικουμενικής Συνόδου
Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακαvθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μεν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Nικαία Α' αγίας Οικoυμενικής Συνόδου, οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Άρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς, Ασίας.
Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις τήν μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν ότι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Iεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικης αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλ. διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Άρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων. Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τω εν Yψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.
 Η εκ της Α' Οικουμενικής Συνόδου ωφέλεια
H πρώτη εν Nικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Eάν δε η Οικ. αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Άρειον ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού, ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Eκκλησίας, όπερ ολίγου δειν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μη η Οικουμενική Α' Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεών της κατά των Αρειανικών προσβολών και μη περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως.
Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α' Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μη συνεκροτείτο, τολμώ να είπω ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θά εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θά έμενεν ημιτελές. H συγκρότησις λοιπόν της Α' Οικουμ. Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής, ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταις κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμ. Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το διδόν τοις Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, η ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ' αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν.
 Η προς την Α' εν Nικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων
Πρo της Ιεράς μνήμης της Iεράς ταύτης Οικουμ. Συνόδου οφείλομεν οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως, όπως έργω εκδηλώμεν ό, τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τας καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ' αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν.
Και μεταξύ μεν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας, εν τη οφειλομένη ευγνωμοσύνη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος διότι ούτος θεσπίσας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Mονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας, ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας, και διά της ασφαλείας, δι' ης περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον.
Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρά πάντων μεν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ' εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων διότι ούτοι πλην του θρησκευτικου λόγου, δι' ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι' ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής. Και τω όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μεν το γένος και την αρχήν, αλλ' Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Nικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης, και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του άνθρώπου αισθήματα.
Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Eλληνισμού αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Eλληνισμόν, και αύτη ην το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Eλληνικόν βασίλειον.
H Eλληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Eλληνισμού εν ταύτη ο Eλληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής τας συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα.
H Νίκαια, η Eλληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης, ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού, ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού. Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, τά Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Eλληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ' ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος, ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τας χώρας του, και ότι προώρισται να ζη, όπως ζωογονή.
Η Α' Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον να διδάξη τα έθνη και τους λαούς ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν διά τε τας μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει, και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι' ων δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι. Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής προς τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν διό πάντες μεν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν, ιδίως όμως ο Ελληνισμός διότι αύτη υπήρξε δι' αυτόν ναυς περισώσασα και αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.

Η Α' εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος 325μ.Χ. (μέρος γ΄)

Η διδασκαλία του Aρείου
Ο Άρειος δογματίσας, ως ανωτέρω ερρήθη, ότι ο υιός και λόγος του Θεού είναι μεν προ παντός χρόνου, αλλ' ουχί και υπάρχων, «ην ότε ουκ ην» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ' ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ' ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ' ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς, ανέπτυξε το φιλοσοφικόν του σύστημα, ήτοι την αίρεσίν του, δι' ου φρονεί ότι συμβιβάζει την Μοναρχίαν και Μονοθεϊαν προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν.
Κρίσεις επί της αιρέσεως του Aρείου
Ο κατά του Αρειανισμού αγών εν τη Εκκλησία εγένετο λίαν σφοδρός διότι η περι Θεού έννoια αυτού δεν είχεν απλώς Ιουδαϊκόν χαρακτήρα, αλλ' ήτο ανάμιξις Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος. Αντί της υψηλοτέρας ενότητος, ήτις συνάπτει εν εαυτή το εν ταις προ Χριστού θρησκείαις περιεχόμενον αληθές, ο Αρειανισμός έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μεν εν τω Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τω Εθνισμώ α-ληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος.
Τας αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις. Το εν τω Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, το δε εν τω Εθνισμώ η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος. Ο Αρειανισμός αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Διισμόν, θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου.
Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας
Τοιαύτη ην η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως, και τοιούτος ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τας δύο αληθείας τας εν τε τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοις εφεξής. Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους, ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ περιεχομένων στοιχείων της αληθείας.
Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος Ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες, ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τω Θεώ διακρίσεις.
Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής ότι ο Θεός, ως Θεός ζων, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τω Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού ίνα δε ο Χριστός ήνε πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να ήνε ο εν τω Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος ως ο Πατήρ διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ' όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ' αμέσως μετ' αυτού του Θεού.
Ο Αθανάσιος και οι μετ' αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να ήναι εν εαυτώ ζων, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού ό κόσμος. 'Οθεν κατ' αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ' ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν, διότι κατ' αυτούς ο Θεός είναι αίδιος ζωή και κίνησις. Αλλ' ίνα ήναι ο Θεός αϊδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ εξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Kατ' αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φως αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να ήναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Eπειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν διότι ο Θεός είναι αϊδιος αιτιότης εαυτού, καθ' όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δε, καθ' όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αϊδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον.
Ταύτην την εν τω Θεώ αιτιότητα εαυτού, ης ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τας εν τω Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μεν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας.
Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα ήναι κίνησις και ζωή. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας.
Κατά τον άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ' όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τω αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τω Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προϋποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τω Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν δια της αγάπης εις τον κόσμον.
Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζων, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τω αγώνι των Πατέρων της Έκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Η ιστορία επαναλαμβάνεται!

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ! Η ιστορία επαναλαμβάνεται!

Οι δύο γκαουλάιτερ είχαν περισσότερες εξουσίες από τους  πρωθυπουργούς που δουλικά τους προσφωνούσαν «Εξοχώτατε»!
Διαβάζοντας κανείς την ιστορία είναι σαν να ''βλέπει'' το μέλλον!
Δεν άλλαξαν οι γερμανοί... Απόγονοι ούνων, γότθων, οστρογότθων είναι που αιματοκύλησαν τον κόσμο 2 φόρες και πόσες άλλες στον μεσαίωνα.
Δεν θα πιστεύετε αυτά που θα διαβάσετε στο παρακάτω κείμενο.
Τώρα θα καταλάβετε ή θα επιβεβαιώσετε τι ακριβώς θέλουν...

Του Τάσου  Κ. Κοντογιαννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr
Πολύς λόγος γίνεται για τους επιτρόπους  που θέλουν να στείλουν στην Ελλάδα Γερμανοί και Τροϊκανοί, καταλύοντας Σύνταγμα, δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, για να παρακολουθούν τα οικονομικά μας και να επιτηρούν την λήψη  σκληρών και απάνθρωπων μέτρων που υπαγορεύουν, σε αντίκρισμα  για το δάνειο που μας χορηγούν.
Όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1941 στην Αθήνα, διόρισαν πληρεξούσιο υπουργό του Γ΄ Ράϊχ τον Γκύντερ ΄Αλτεμπουργκ (1894-1984). Και σα να μην έφτανε αυτό, ένα μήνα μετά, διορίζουν και οι Ιταλοί στις 15-6-41 πληρεξούσιο υπουργό τον Πελεγκρίνο Γκίτζι (1899-1960)  . Οι δύο γκαουλάϊτερ ήταν πάνω από τους κατοχικούς πρωθυπουργούς και υπουργούς που δουλικά τους προσφωνούσαν «Εξοχότατε!»
Σκοπός τους πώς να λεηλατήσουν τον Ελληνικό πλούτο προς  όφελος του στρατού κατοχής και των κυβερνήσεων τους. Δόγμα τους,  δια της πείνας υποτάσσεις έναν λαό… Πήραν την οικονομία στα χέρια τους, τα αποθέματα της Ελλάδος σε τρόφιμα, ζώα και ολόκληρη την παραγωγή,  όχι μόνο για τις πολεμικές τους ανάγκες αλλά και για την ενίσχυση  της διατροφής των λαών τους.
 Οι  δύο γκαουλάϊτερ έθεσαν σε  κυκλοφορία, ο μεν ΄Αλτεμπουργκ  αμέτρητα γερμανικά  χαρτονομίσματα των 50 μάρκων τα «Ράϊχμαρκ», από την «Τράπεζα Πίστεως του Γ΄ Ράϊχ»  και ο Γκίτζι το χαρτονόμισμα « Μεσογειακή δραχμή», ισάξια της ελληνικής και την  εκτύπωνε στην Αλβανία με τίτλο « Μεσογειακόν Ταμείον Πιστώσεως δια την Ελλάδα»…
Από την  εξέλιξη αυτή,  τεράστιες ποσότητες εμπορευμάτων και τροφίμων από τα ελληνικά αποθέματα επιτάχτηκαν από τους κατακτητές και πληρώθηκαν με τα άνευ αξίας «μάρκα» και « μεσογειακές δραχμές», ενώ άρχιζε  το μεγάλο δράμα των Ελλήνων που πωλούσαν τιμαλφή, κειμήλια, ακίνητα  και ό,τι  άλλο είχαν σε εξευτελιστικές τιμές, για να μη πεθάνουν της πείνας…
Οι Γερμανοί στις πληρωμές ( υπαλλήλων, πρακτόρων, συντήρηση Στρατού, οχυρωματικά έργα κ.λ.π.) τύπωναν στην Τράπεζα της Ελλάδος όσα χαρτονομίσματα  ήθελαν χωρίς την αντίδραση των κατοχικών κυβερνήσεων. Τα ελάμβαναν υπό μορφή δανείου που το είχε διαπραγματευθεί με την Γερμανία – όπως και την Ιταλία- ο κατοχικός υπουργός Σωτήριος Γκοτζαμάνης. Πράξη ληστρική για τη δραχμή που εξανέμισε την αξία της και τον πλούτο της χώρας.
΄Ενα μέρος των τροφίμων, οι κατακτητές το διοχέτευαν στην «μαύρη αγορά» και αποσπούσαν χρυσαφικά και λίρες, από πλούσιους που άνοιγαν τα σεντούκια, για λίγες οκάδες αλεύρι όσπρια και λάδι για να επιζήσουν… Από Ιταλικής πλευράς αρχηγός της μαύρης αγοράς ήταν ο στρατηγός Κάρλο Τζελόζο, που αργότερα συνελήφθη…
Όταν ενας  κατοχικός υπουργός είπε στον ΄Αλτεμπουργκ, πώς θα ζήσει ο κόσμος  αν πάρουν όλη την παραγωγή, η απάντηση βάρβαρη,  όπως και ο ίδιος:  Δεν μας ενδιαφέρει!!!  Και όταν τον επισκέφθηκε Επιτροπή και τον παρεκάλεσε να εξασφαλίσει  τρόφιμα στα λαϊκά συσσίτια, επισημαίνοντας  ότι μικρά παιδιά πεθαίνουν από την  πείνα, απάντησε: «Κύριοι, δε μας μένει καιρός  ν΄ ασχοληθούμε με τοιαύτης φύσεως θέματα. Οι Έλληνες πρέπει να γνωρίσουν τούτο: οι πλούσιοί  των θα πεινάσουν, οι πτωχοί των θα αποθάνουν και οι Γερμανοί θα νικήσουν».
Από τη ληστρική επιδρομή των Γερμανών, η ζημιά που υπέστη η Ελλάδα από την εισβολή (27-4-41) έως την αποχώρηση τους (12-10-44) έφτασε τις 27.452.262 χρυσές λίρες Αγγλίας. Η τιμή της λίρας στην αρχή ήταν 1000 δρχ και στο τέλος  150 τρισεκατομμύρια!

             Η… μεγαλοψυχία του γκαουλάιτερ
Όταν  άνθρωπος της Εκκλησίας, βλέποντας τα σκελετωμένα παιδιά, να πεθαίνουν από έλλειψη βιταμινών και λαδιού, παρεκάλεσε τον Ιταλό Γκαουλάϊτερ Γκίτζι  να δώσει λίγο λάδι στα παιδικά συσσίτια, εκείνος πρόθυμα επισκέφθηκε το κέντρο συσσιτίων και πρόσφερε μισό δοχείο λάδι!!! Μεγάλη του η χάρη!!!  Τα καημένα τα παιδιά, δασκαλεμένα προφανώς ή βλέποντας πόσο υπέφεραν οι γονείς τους, αφού πήραν το φαγητό, αρνήθηκαν να το φάνε!  Το έφαγαν μόνο όταν έφυγε ο Ιταλός… χαλώντας την παράσταση που ήθελε να δώσει…
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη «Real News»

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Η Α' εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος 325μ.Χ. (μέρος β΄)

Σπουδαιότης της Α' Οικουμενικής Συνόδου
Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί και, ει δυνατόν ψηλαφήση παν ό, τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως. Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μεν τοις Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοις Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοι τε και 'Ελληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ' αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιούν τας απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, η επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου.
Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τας απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τω μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νουν δι' απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ' ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μη γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεται δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών. Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι, μόνον νους, αλλά και καρδία αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε δια μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο.
Εάν ο νους ήνε ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ' ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ' έκαστα ακριβώς, όταν δια της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ' όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ' όλου, ήτοι εις την καθ' όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν η περιέχεται ό,τε αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ' αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ' όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τω υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ' όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ό,τε Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία.
Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα άλληλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα. Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής κτισθείσα εν τω κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων.
Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταις δε τοις των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τας αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν' Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι δια της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ης ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωίκων ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τω ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τω του Φίλωνος συγγράμματι, εις ου την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία.
Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μη δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ' εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ' ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ.
Εν τω χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των εν τε τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ' όλου τοις μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ' όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ην απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.
Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ' απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μη ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τας ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μη απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μη συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.

Αναγνώστες