Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Η κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

«Η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν, ο τάφος γίνεται…»
Στη νέα πραγματικότητα της καινής κτίσεως, που εγκαινιάζει η Ανάσταση και η νίκη του Χριστού πάνω στο θάνατο, κλονίζεται και καταργείται η εξουσία του θανάτου στον άνθρωπο.
Ο θάνατος, ο μεγάλος εχθρός της ανθρώπινης υπάρξεως, γίνεται κοίμηση και πέρασμα από την πρόσκαιρη στην αιώνια ζωή, μετάβαση δηλαδή από την φθορά στην αφθαρσία και από τον θάνατο στην αθανασία.
Ο χωρισμός της ψυχής απ’ το σώμα είναι πλέον προσωρινός, αφού μετά την ανάσταση του Κυρίου μας υπάρχει η βεβαιότητα της αναστάσεως.
Η βεβαιότητα αυτή καταργεί το φόβο, την οδύνη και την απελπισία του θανάτου, ενώ ενισχύει την ελπίδα και ισχυροποιεί την πίστη στη μετά θάνατον ζωή.
Η Παναγία ως άνθρωπος έπρεπε να υποστεί όλα εκείνα που συνεπάγονται στη ανθρώπινη καταγωγή της. Έτσι γνώρισε προσωρινά το θάνατο, για να μη φανεί σε κάποιους φαντασία το μυστήριο του Χριστού, ούτε να θεωρηθεί ότι η μητέρα Του δεν ήταν άνθρωπος που προσέλαβε τη θνητή σάρκα, όπως όλο το ανθρώπινο γένος.
Το σώμα της Θεοτόκου ενταφιάζεται στη γη, όπου εγκαταλείπει το ατελές της ανθρώπινης φύσεως, προκειμένου να ενδυθεί το τέλειο του Θεού.
Η σωματική παχυλότητα, όπως ονομάζει τη θνητότητα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μεταβάλλεται σε ένδυμα αθανασίας, σε χιτώνα αφθαρσίας και αιώνιας ζωής.
Η Θεοτόκος, λοιπόν είναι μητέρα της ζωής που και με το θάνατό της γίνεται πάλι αφορμή ζωής, γι’ αυτό η Εκκλησία μας θριαμβικά την ονομάζει «ζωηφόρος».
Στην πατερική γραμματεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου την ονομάζει «κοίμηση» ή «μετάσταση», οι θεολογικές αυτές έννοιες προσδιορίζουν γενικά τον «εν Χριστώ» θάνατο, δηλαδή τη μετάβαση τής ψυχής στη ζωή της αιωνιότητας.
Η κοίμηση της Θεοτόκου είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα στον κύκλο των θεομητορικών εορτών.
Η σημασία της εστιάζεται στη μετάσταση της Παναγίας από τη γη στον ουρανό, από την κάτω και πρόσκαιρη ζωή στην άνω χώρα, την αναλλοίωτη και άφθαρτη, και όπως λέγει και ο υμνωδός «νενίκηνται της φύσεως όροι».
Η Θεοτόκος που έζησε πανάγιο βίο, μετά την κοίμησή της μεταβαίνει ψυχή τε και σώματι στην αφθαρσία, και προλέγει στον άνθρωπο την κοινή ανάσταση.
Η λεπτομέρεια αυτή αποτελεί μια σημαντική πτυχή της θεολογίας της Εκκλησίας˙ πτυχή με ηθικές και πνευματικές συνέπειες για την ζωή των πιστών, αφού συνακόλουθο τής αγιότητας είναι η υπέρβαση της νομοτέλειας και της φθοράς.
Η ψυχή της Θεοτόκου Μαρίας χωρίζεται από το σώμα και το σώμα παραδίδεται στην γη, αλλά δεν κατεξουσιάζεται από τον θάνατο ούτε και διαλύεται από την φθορά, όπως υπαγορεύει η φυσική τάξη.
Στην ίδια νοηματική συνάφεια ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παραλληλίζει το αδιάλυτο του σώματος της Παναγίας, που δεν διαλύεται από τη φθορά ούτε καταλύεται από το θάνατο, με το αλώβητο της παρθενίας κατά τη γέννηση του Χριστού.
Κατά την γέννηση του Υιού του Θεού διατηρήθηκε άφθορη η παρθενία της, έτσι και στην κοίμησή της τιμήθηκε με αφθαρσία το θείο σώμα της.
Το κεντρικό σημείο της θεολογικής συμφωνίας των δύο γεγονότων είναι στη σκέψη του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού η υπέρβαση της φύσεως και της φθοράς, ως συνέπεια της αγιότητας της Θεοτόκου.
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, σε Λόγο του για την Κοίμηση, χαρακτηρίζει το «υπέρ ημάς και ημέτερον σώμα» της Θεοτόκου ως «ζωαρχικών».
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, λέγει ότι: η Παναγία μεταβαίνει άφθαρτος ως ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη σε χώρο πέρα από εκείνον της φθοράς, στον παράδεισο, την πρώτη πατρίδα των προπατόρων.
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας ερμηνεύει την Κοίμηση της Θεοτόκου με βάση την αγιότητα του βίου της και την οντολογική σχέση της με τον Θεό, ως Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού.
Η κοίμηση της Παναγίας στη συνείδηση των πιστών δεν σημαίνει εγκατάλειψη των ανθρώπων.
Όπως ξέρουμε όταν κοιμηθεί ένας άνθρωπος εγκαταλείπει την οικογένεια του, τις μέριμνες, την δουλειά του, εγκαταλείπει δηλαδή τον πρόσκαιρο και μάταιο τούτο κόσμο.
Όμως όσο η Παναγία ζούσε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο ήταν πολύ κοντά στους ανθρώπους, γι’ αυτό και με την κοίμησή της δεν αποξενώθηκε από τα επίγεια προβλήματα των ανθρώπων.
Η ίδια η Θεοτόκος, που κόσμησε τη γη και τον ουρανό, δεν ήταν δυνατό να είναι μακριά και από τα δύο ούτε και να μας αφήσει ορφανούς από την παρουσία της.
Εισακούει κάθε ανθρώπινη επίκληση για πρεσβείες προς τον Θεό Πατέρα.
Η ιδιάζουσα θέση της Παναγίας στη θρησκευτική ζωή των ορθοδόξων αναδύεται από την ίδια την προσωπικότητά της και το θείο ρόλο της.
Η λαϊκή ευσέβεια ύμνησε τις αρετές και την αγιότητά της, αποδίδοντας σ’ αυτήν επίθετα και χαρακτηρισμούς που απεικονίζουν τις εσωτερικές της ποιότητες.
Η μορφή της κυριαρχεί στις ψυχές των πιστών ως μεγάλη Μητέρα, συμπαραστάτης και βοηθός στον πνευματικό, αλλά και στον καθημερινό αγώνα, αφού με τη ζωή της υπέδειξε τον αυθεντικό δρόμο του πνευματικού αγώνα της ανθρώπινης υπάρξεως.
Το εύρος της αρετής της συνιστά δύναμη που νικά τις συνέπειες της πτώσεως και μεταστρέφει το πέλαγος των θλίψεων, την οδύνη των πειρασμών και τα αδιέξοδα του κόσμου σε πολύτιμες εμπειρίες, χρήσιμες στην πορεία της τελειώσεως.
Η δική της ωραιότητα αναδεικνύει και αποκαθιστά την ωραιότητα της αμαυρωμένης εικόνας της πτώσεως, που μπορεί πλέον να αποκαθαρθεί και να επανέλθει, όπως Εκείνη, πιο πάνω από το «αρχαίον κάλλος».
Αδελφοί μου η αναφορά στη μνήμη της υπεραγίας Θεοτόκου ενισχύει την αίσθηση της παρουσίας της στη ζωή μας, αφού «όπου η ταύτης διηνεκώς εναπόκειται μνήμη, εκεί αναμφιβόλως και η ταύτης ουκ απολείπεται παρουσία», σημειώνει ο Ιάκωβος ο Μοναχός.
Αδελφοί μου όταν ήμασταν μικρή και κάναμε κάποια ζημιά για να μην μας βαρέσει ο πατέρας μας τρέχαμε στην αγκαλιά της μητέρα μας για να μας προστατεύσει έτσι πρέπει να κάνουμε και με την Παναγία μας να τρέχουμε στην αγκαλιά της και να της ζητάμε την πρεσβεία και την προστασία της για να αποφεύγουμε τα φαρμακερά βέλη του διαβόλου.
Έτσι αγαπητοί μου αδελφοί ας απευθυνόμαστε, στην Παναγία μας, την μητέρα του αρχιποίμενος Ιησού Χριστού, της οποίας η μεγάλη και ευρύχωρη αγκαλιά εξασφαλίζει πλήρη κάλυψη και συνεχή στοργική φροντίδα. Αμήν.

Αναγνώστες