Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Ομιλία δια τον Τίμιο Σταυρό

Η Παγκόσμια Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού αποτελεί ένα σπουδαίο εορτολογικό σταθμό τού εκκλησιαστικού έτους.
Σήμερα, εορτάζει ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία, τιμά τόν Σταυρό τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της.
Πηγές τής εκκλησιαστικής μας ιστορίας αναφέρουν ότι η εορτή τής Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είχε καθιερωθεί από τα πρώτα χρόνια τού Χριστιανισμού, ίσως μάλιστα να είχε καθιερωθεί και από τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς τής μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα, το 325.
Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους.
Οι επιστολές τού αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία με τα οποία ο μέγας Απόστολος εξαίρει τον ρόλο τού Σταυρού στην διαδικασία της σωτηρίας του κόσμου.
Πρώτος ο Παύλος μίλησε για την καύχηση τού Σταυρού τού Χριστού.
Οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν με σεβασμό και τιμή προς το ιερό σύμβολο, μέσω τού οποίου έγινε η καταλλαγή με το Θεό και επιτεύχθηκε η σωτηρία με την απολυτρωτική θυσία τού Χριστού.
Οι κατακόμβες ήταν γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς.
Οι διωκόμενοι χριστιανοί πίστευαν ότι εξαιτίας της πίστεώς τους στο Χριστό έφεραν και αυτοί το δικό τους σταυρό, γι’ αυτό το ιερό αυτό σύμβολο ήταν τόσο αγαπητό σε αυτούς. Αυτό τούς εμψύχωνε και τούς έδινε τη δύναμη τού μαρτυρίου.
Ο σκοπός της αγίας Ελένης ήταν η ανεύρεση τού Τιμίου Σταυρού, ο οποίος είχε ριχτεί από τους Ρωμαίους σε παρακείμενη «χωματερή».
Σύμφωνα με την παράδοση οδηγήθηκε εκεί από ένα αρωματικό φυτό που φύτρωνε στο μέρος εκείνο, το γνωστό σε όλους μας βασιλικό.
Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών.
Οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί Φιλοστόργιος και Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Σταυρός τού Κυρίου εντοπίσθηκε ύστερα από θαύμα, τοποθετήθηκε πάνω σε νεκρή γυναίκα και αυτή αναστήθηκε!
Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου τού 325 όπου Τον ύψωσε στον φρικτό Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον πανίερο και περικαλλή Ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία Ελένη πάνω από τον Πανάγιο Τάφο ο οποίος σώζεται ως σήμερα.
Το σημαντικό αυτό γεγονός σημάδεψε την ζωή της Εκκλησίας και γι’ αυτό άρχισε να εορτάζεται ως λαμπρή ανάμνηση.
Έτσι καθιερώθηκε η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Όμως την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη Ύψωση. Περί το 614 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους.
Η παράδοση αναφέρει ότι άπειρα θαύματα γινόντουσαν εκεί. Οι πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν το Τίμιο Ξύλο μαγικό και γι’ αυτό το φυλούσαν και το προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα!
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ.
Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο Ναό της Αναστάσεως στις 14 Σεπτεμβρίου του 628.
Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παυλίνος αναφέρει στην ενδέκατη επιστολή του ότι η τοπική εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία.
Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια, στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και όχι μόνο.
Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί τιμούμε με ιδιαίτερο τρόπο την αγία ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου μας.
Η ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ έχει θεσπισθεί αυστηρή νηστεία.
Οι πιστοί κατακλύζουν του Ιερούς Ναούς προκειμένου να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό και να αντλήσουμε δύναμη και χάρη ουράνια από αυτόν.
Γνωρίζουμε επίσης πολύ καλά ότι η τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτού μας Ιησού Χριστού και όχι ειδωλολατρική πράξη, όπως κακόβουλα μας κατηγορούν οι ποικιλώνυμοι αιρετικοί.
Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημά μας, το νικηφόρο λάβαρο το αήττητο όπλο κατά του μεγαλύτερου εχθρού μας, του διαβόλου.
Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η συμβολή του είναι πραγματικά τεράστια για την ανθρωπότητα αλλά και για όλων των κόσμο.
Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών.
Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση, δηλαδή Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση.
Ο μέγας απόστολος των εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση, «ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»[1], διότι «ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι[2]», επειδή ο Ιησούς Χριστός «ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις»[3] ως «ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν Ἐσταυρωμένον»[4].
Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος.
Αλλ’ όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε».
Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος».
Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως.
Έτσι αγαπητοί μου αδελφοί, από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.
Σύμφωνα με τον ουρανοβάμονα Παύλο μετεβλήθη, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού.
Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία.
Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση.
Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη[5], αντί εκδίκηση ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού, και του χάρισε την αιώνια ζωή.
Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση!
Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη.
Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στον Παράδεισο[6] έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν το (κάθετο ξύλο) την ένωση του ανθρώπου με το Θεό και το (οριζόντιο ξύλο) την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους.
Επίσης, το εγκάρσιο ξύλο, συμβολίζει τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτού μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες.
Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία, τής αγάπης, τής αδελφοσύνης, τής δικαιοσύνης και τής ειρήνης.
Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων.
Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γάρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν».
Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών.
Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας ούτε στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού.
Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.
Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά τού κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού.
Η κατάσταση τής κατάνυξης και τής χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και η θέα του Τιμίου Σταυρού μάς κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό[7], ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση.
Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μάς κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία.
Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την Παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει. Ὁ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὁ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ»[8].
Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία, όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος Κοσμάς ο μοναχός: «δεύτε ούν και ημείς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθόμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς ίνα και συζήσωμεν αυτώ».
Η μεγάλη εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας.
Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.
Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε.
Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε ώστε να γίνουμε συνδαιτυμόνες της αιώνιας ζωής και της χαράς. Αμήν.
[1] Γαλ. 6,13
[2] Α’ Κορ. 1,17
[3] Α’ Κορ. 1,30
[4] Α’ Κορ. 1,23
[5] Α’ Ιωάν. 4,8, «ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεὸν»
[6] Γεν. γ’ κεφ.
[7] Ματθ. 16,24, Είπε ο Ιησούς Χριστός στους μαθητές του: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι».
[8] Ρωμ. 6,8-9

Αναγνώστες