Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ο ερημίτης


Ένας αγαθώτατος ερημίτης γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη μοναχό, που βαριόταν να δουλέψει και για να ζήση πήγαινε κρυφά στην καλύβη του γείτονά του και του έκλεβε τα πράγματα.
Ο Ερημίτης το είχε καταλάβει, αλλά δεν έκανε ποτέ του λόγο γι' αυτό στον ένοχο γείτονα.
Σκεφτόταν ότι για να κάνει τέτοια πράξη, θα έχει πολλή μεγάλη ανάγκη ο αδελφός μου.
Δούλευε όμως σκληρά, για να καταφέρει να ζήση και μ' όλο τούτο, υστερείτο, γιατί ο κλέπτης παίρνοντας για κουταμάρα τη σιωπή του είχε εντελώς αποθρασυνθή και δεν του άφηνε σχεδόν ούτε ψωμί να φάει.
Έφτασε η ώρα να κοιμηθεί ο ερημίτης και οι αδελφοί της σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του να πάρουν για τελευταία φορά την ευχή του.
Ανάμεσά τους ο ετοιμοθάνατος ερημίτης είδε εκείνον που τόσα χρόνια τον είχε κάνει να υποφέρει με τις κλεψιές του.
Του έγνεψε να πάει κοντά του, και, όταν εκείνος πλησίασε, πήρε τα χέρια του μέσα στα δικά του κι άρχισε να τα φιλάει, λέγοντας του: Ευχαριστώ τα χέρια αυτά, που έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον Παράδεισο.

πηγή: Γεροντικόν (Θ. Χ.)

Αναγνώστες