Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Απόδοση του Πάσχα

«Παρήγγειλεν…από Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν δύναμιν εξ ύψους»
Σαράντα ολόκληρες ημέρες έμεινε μαζί με τους μαθητές του ο αναστημένος Χριστός. Και φυσικό βεβαίως είναι να αναρωτιούνται κάποιοι τι άραγε τους αποκάλυψε ακόμη; Ή ποιες παρακαταθήκες τους άφησε;
Ο ευαγγελιστής Λουκάς, μετά την ανάσταση του Χριστού αναφέρει δύο σοβαρές εντολές που έδωσε στους μαθητές του:
Η πρώτη εντολή τού Χριστού προς τους μαθητές του ήταν η εξής: «να μη απομακρυνθείτε από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να μείνετε όλοι μαζί σε ένα τόπο, ενωμένοι και αγαπημένοι, με μια ψυχή και με μια καρδία».
Η πρώτη αυτή εντολή τού Αναστάντος Χριστού έχει εφαρμογή και σε μας. Μας παραγγέλλει δηλαδή να μη απομακρυνόμαστε από την εκκλησιαστική σύναξη, ιδίως την Κυριακή.
Οι άγιοι Θεοφόροι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου θέσπισαν τον κανόνα: «Ει τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος, ή λαϊκός, μηδεμίαν ανάγκην βαρυτέραν έχοι ή πράγμα δυσχερές, ώστε επί πλείστον απολείπεσθαι της αυτού εκκλησίας, αλλ’ εν πόλει διάγων, τρείς Κυριακάς ημέρας εν τρισίν εβδομάσι μη συνέρχοιτο, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω˙ ει δε λαϊκός, αποκινείσθω της κοινωνίας», δηλαδή αν είναι επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή λαϊκός χωρίς να έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, αλλά αντί να είναι στην εκκλησία κοιμάται ή περνά τον καιρό του ασκόπως και λήψη τρις Κυριακές επί τρις συνεχόμενες εβδομάδες ο μεν κληρικός καθαιρείτε ο δε λαϊκός απομακρύνεται από την Θεία Κοινωνία.
Αγαπητοί μου αδελφοί πρέπει να ερχόμαστε στο Ναό, στην ενορία μας, να συμπροσευχόμαστε, να αλληλοενισχυόμαστε, να αλληλογνωριζόμαστε, χωρίς προκαταλήψεις μόνο με την «εν Χριστώ αγάπη».
Ο ναός είναι το σπίτι μας είναι η πολυκλινική κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, είναι το λιμάνι που κάθε άνθρωπος θα βρει την παρηγοριά. Η ενορία είναι η οικογένεια που διαμένει στο ″σπίτι″, στο ναό και πρέπει η ενορία μας να γίνει οικογένεια, ένα γνωμικό λέγει: «όταν το πρόβατο βγει και απομακρυνθεί από τη στάνη το τρώει ο λύκος», έτσι γίνεται στην Εκκλησία, όταν κάποιος απομακρυνθεί από την αγκαλιά της Εκκλησίας τότε κινδυνεύει να πέσει σε αίρεση, να πέσει στα αδηφάγα δόντια του διαβόλου δηλαδή όπως λέγουν οι πατέρες να πέσει στον πνευματικό θάνατο.
Μετά την ανάσταση του Χριστού, κανείς δεν πρέπει να μένει μόνος, ξεκομμένος από τους άλλους απομονωμένος.
Τα τείχη της απομόνωσης και του χωρισμού των ανθρώπων τα γκρέμισε η δύναμη της αναστάσεως όπως μας τονίζει ο Απόστολος Παύλος στους προς Εφεσίους: «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού».
Η ανάσταση του Χριστού κατήργησε τις διαιρέσεις και τους χωρισμούς των ανθρώπων και «ήνωσε τα το πριν διεστώτα».
Η δεύτερη εντολή τού Αναστάντος Χριστού ήταν: «να περιμένουν την δύναμη εξ ύψους».
Οι μαθητές του Χριστού, όπως γνωρίζουμε τήρησαν κατά γράμμα την εντολή αυτή και περίμεναν «άπαντες ομοθυμαδόν επι το αυτό». Και πράγματι, ύστερα από δέκα ημέρες, ο Χριστός εξεπλήρωσε την πρώτη και μεγάλη υπόσχεσή του, την αποστολή του αγίου Πνεύματος, αυτή είναι η δύναμη εξ ύψους που υποσχέθηκε στους μαθητές Του!
Ο Χριστός υποσχέθηκε στους πιστούς πολλά πράγματα που βεβαίως δεν αναφέρονταν σε υλικές απολαύσεις, και αμοιβές τού κόσμου τούτου.
Η ουσιαστική υπόσχεση του Χριστού αφορά την αποστολή του Αγίου Πνεύματος: «…και εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της Αληθείας…» και μάλιστα την διαρκή και παντοτινή παρουσία του στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά το άγιον Πνεύμα «εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν», Εκείνος, το άγιον Πνεύμα δίδαξε τους αποστόλους, και μάλιστα ο απόστολος Πέτρος μιλώντας μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Εθνικούς «οι μέν ουν ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέραν εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» δηλαδή, εδέχθησαν μετά χαράς την διδασκαλία του και εβαπτίσθησαν και προσετέθησαν στην Εκκλησία του Χριστού περίπου τρις χιλιάδες ψυχές.
Στην εποχή μας, όπου όλα κλονίζονται, εμείς αναζητούμε στηρίγματα, έξω από την Εκκλησία. Γι’ αυτό παρασυρόμαστε εύκολα από τις υποσχέσεις διαφόρων κολάκων και ψευδοπροφητών της εποχής.
Μόνο οι υποσχέσεις του Χριστού μάς στηρίζουν και μάς εξασφαλίζουν την αληθινή ζωή. Η ζωή μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα μας εξασφαλίζει τη χαρά της ενότητας και τη σιγουριά της παρουσίας του Χριστού σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωή μας.
Ας είναι η ημέρα αυτή το γλυκό φως της ελπίδας, της χαράς, και το στήριγμα που μας δίδει η παρουσία του αναστημένου Χριστού. Αμήν!!!

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325μ.Χ.)

Σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί μνεία ποιούμεθα στους τριακοσίους δέκα και οκτώ θεοφόρους Πατέρας της Α΄ εν Νικαίας Οικουμενικής Συνόδου. Σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί εδραιώθηκε η Εκκλησία, Σήμερα η Εκκλησία ανεκήρυξε και ομολόγησε Ιησού Χριστό ομοούσιο και ομότιμο εν τω Πατρί. Η Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος έγινε όταν αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος και διάνυε το εικοστό έτος της βασιλείας του. Η αιτία της συγκλήσεως της Αγίας Συνόδου ήταν οι αιρετικές δοξασίες του Άρειου. Ο Άρειος γεννήθηκε στην Λιβύη το 256 μ.Χ. σπούδασε στην Αντιόχεια και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πέτρο Αλεξανδρείας και πρεσβύτερος από τον Αχιλλά. Το 312 με 313 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος στον αρχαιότερο Ναό της Αλεξάνδρειας όπου σιγά σιγά άρχιζε να διαδίδει, στην αρχή κρυφά και από το 318 φανερά, τις αιρετικές του αντιλήψεις. Ο Άρειος αρνείται τη θεότητα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Ξεκινώντας από το ήδη γνωστό σύστημα υποταγής του Υιού στον Πατέρα αναπτύσσοντας νέα θεωρία. Σύμφωνα με τον Άρειο ο Θεός είναι αδημιούργητος και αγέννητος, ενώ ο Υιός δημιουργήθηκε που σημαίνει ότι ο Υιός «ην ποτέ ότε ουκ ήν και ούκ ην πρίν γένηται αλλ’ αρχήν του κτίζεσθαι έσχεν και αυτός» δηλαδή ο Υιός δεν μπορεί να είναι τέλειος Θεός, αλλά «κτίσμα» που έγινε από τον Πατέρα, για να δημιουργηθεί με αυτό ο κόσμος. Έτσι ο Υιός βρίσκεται ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο και το πρώτο δημιούργημα του Υιού είναι το άγιο Πνεύμα. Ο Άρειος παρέσυρε πάρα πολλούς Χριστιανούς ακόμη και επισκόπους όπως τον Ευσέβιο επίσκοπο Νικομηδείας, τον Παυλίνο επίσκοπο Τύρου αλλά και τον Ευσέβιο επίσκοπο Καισαρείας στην ασεβή διδασκαλία του όπου και εναντιώθηκαν στους άλλους χριστιανούς και επισκόπους. Στην Εκκλησία υπήρχε αναταραχή, λύση δεν μπορούσε να βρεθεί παρόλο που καθαίρεσαν τον Άρειο από την τοπική Σύνοδο της Αλεξάνδρειας. Τότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συγκάλεσε την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325μ.Χ. για να λύσουν αλλά και να σταματήσουν το σχίσμα που έκοβε στα δύο την ενότητα της Εκκλησίας, χαρακτηριστική είναι η οπτασία του Αγίου Πέτρου Αλεξανδρείας: Είδε ο άγιος Πέτρος ο Αλεξανδρείας τον Χριστό ως βρέφος στο άγιο θυσιαστήριο με σκισμένο το χιτώνα Του και Τον ρώτησε «Κύριε, ποιος Σου έσκισε το χιτώνα;» και ο Κύριος του απάντησε «ο Άρειος». Στην Οικουμενική Σύνοδο πήραν μέρος όλες οι Εκκλησίες: της Ρώμης, της Αλεξανδρείας, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, μαζί με επισκόπους και εκπροσώπους των κατά τόπων Εκκλησιών. Οι αποφάσεις της συνόδου έγιναν ομόφωνα σχεδόν αποδεκτές, αφού «πάσα η ιερά σύνοδος συνέθετο και ωμολόγησε ταύτην είναι την αποστολικήν και σωτήριον διδασκαλίαν». Οι αποφάσεις της Συνόδου ήταν δογματικές η σημαντικότερη όμως είναι: «ο δογματικός Όρος της συνόδου, δηλαδή τα επτά πρώτα άρθρα του συμβόλου της πίστεως», όπου και κατατροπώνουν τον Άρειο. Επίσης η σύνοδος διεκήρυξε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος, ομότιμος, και συνάναρχος με τον Πατέρα. Επιπλέον η σύνοδος όρισε τον εορτασμό του αγίου Πάσχα, την εισαγωγή του Μητροπολιτικού συστήματος, και άλλους 28 κανόνες που αφορούν την εκκλησιαστική τάξη. Τον Άρειο τον καθαίρεσαν και τον αφόρισαν αλλά μετά από καιρό προσποιούμενος μετάνοια προσπάθησε να ξανά επανέλθει στην Εκκλησία την ημέρα της επανένταξής του στο σώμα της εκκλησίας βρήκε τραγικό θάνατο παρόμοιο με το τραγικό θάνατο του Ιούδα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι Πατέρες που συμμετείχαν στη Σύνοδο όπως είπαμε ήταν 318 εκ των οποίων 242 ήταν επίσκοποι, ενώ οι υπόλοιποι 86 ήταν ιερείς, διάκονοι, και μοναχοί. Οι επισημότεροι μεταξύ αυτών ήταν: ο Σίλβεστρος πάπας Ρώμης, ο Αλέξανδρος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας μαζί με τον άγ. Αθανάσιο τότε αρχιδιάκονο, ο Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ευστάθιος Αντιοχείας, ο Μακάριος Ιεροσολύμων, ο άγ. Παφνούτιος ο ομολογητής, ο άγ. Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδωνας όπου με θαυμαστό τρόπο φανέρωσε και απέδειξε την ένωση της αγίας Τριάδος. Γι’ αυτό τον λόγο η Εκκλησία μας αγαπητοί μου αδελφοί εορτάζει σήμερα τους θεμελιωτές της ορθοδόξου πίστεως. Τους τιμά ως είπε ο Χριστός: «ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών». Αμήν.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Ομιλία εις τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη

Σήμερα αδελφοί μου εορτάζουμε τη μνήμη των Θεοστέπτων Βασιλέων και ισαποστόλων Κων/νου & Ελένης.
Μητέρα ευσεβής και γιος σώφρων και νουνεχής γίνονται «οι πρώτοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες που αναγνωρίζουν στο χριστιανισμό, τη μοναδική απέναντι των άλλων θρησκειών αξία και τον ασπάζονται ανεπιφύλακτα και τον κηρύττουν και τον προστατεύουν.
Λέγει σχετικά ο ιερός Υμνογράφος απευθυνόμενος προς τον άγιο Κων/νο: «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, Βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν, καί παμβασιλέα, πάντων ευεργέτην, νικοποιόν πάσης αρχής, καί εξουσίας».
Η ευσεβής βασιλομήτωρ Ελένη ανέτρεφε τον γιο της «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Νεότατος ο Κωνσταντίνος έδωσε μάχες με τους τυράννους Μαξιμιλιανό και Μαξέντιο.
Ο Μ. Κωνσταντίνος είχε πλέον συνειδητά απορρίψει την ειδωλολατρική πολυθεΐα και είχε προσχωρήσει σαφέστερα στην ενοθεϊστική πίστη του πατέρα του, η οποία τον έφερε εγγύτερα στον χριστιανισμό.
Το 313 μ.Χ. στον πανηγυρικό του αναφέρεται στον Θεό λέγοντας: «ο Θεός έχει τόσα ονόματα, όσες γλώσσες έχουν οι λαοί της οικουμένης και είναι μία δύναμη που διαμένει πάνω από τον ουρανό».
Ο Ευσέβιος Καισαρείας ο ιστορικός της Εκκλησίας μας στο έργο του «εις τον βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως» μας εξηγεί τα αίτια της μεταστροφής του Μ. Κωνσταντίνου η οποία τοποθετείται στις παραμονές της συγκρούσεώς του με τον Μαξέντιο στη Ρώμη στη Μουλβία γέφυρα τον Οκτώβριο του 312 και στην πιο κρίσιμη στιγμή των πολεμικών του επιχειρήσεων ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη βοήθεια του «πατρώου θεού» είδε το μεσημέρι εκείνης της ημέρας στον ουρανό ολοφώτεινο το σημείο του σταυρού με την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Η πίστη του στη δύναμη του Σταυρού τού εξασφάλισε τη νίκη κατά τού Μαξεντίου και τού δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί μονοκράτωρ στο Ρωμαϊκό κράτος και να αποβεί μέγας πράγματι για την ιστορία αλλά και για την χριστιανική πίστη.
Έτσι καταρτισμένος από τη μητέρα του αλλά και με την Θεία Χάρη στις αρχές του 313 μ.Χ. εκδίδει το Διάταγμα των Μεδιολάνων όπου καθόρισε τις βασικές αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας.
Προοδευτικά η ειδωλολατρική θρησκεία άρχισε να καταλύετε και να επικρατεί ο Χριστιανισμός ο οποίος έγινε η βάση της νέας ιδεολογίας της αυτοκρατορίας.
Το 319 μ.Χ. δίδει προνόμια στους Χριστιανούς και καθιερώνει την αργία της Κυριακής, επιπλέων καθιερώνει χριστιανικά σύμβολα στις στρατιωτικές σημαίες, στα νομίσματα και στα δημόσια κτήρια κ.α.
Όμως από το 318 μέχρι το 325 ο Χριστιανισμός πέρασε μια μεγάλη δοκιμασία με το πρώτο αιρεσιάρχη τον Άρειο όπου δίχασε τον χριστιανισμό.
Ο Μ. Κωνσταντίνος βλέποντας όλη αυτή την έριδα μεταξύ των Χριστιανών συγκάλεσε στις 20 Μαΐου 325 στην Νίκαια της Βιθυνίας την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία ολοκληρώθηκε στις 20 Αυγούστου του 325 μ.Χ. όπου και θριάμβεψε η Ορθοδοξία. Από αυτή την Σύνοδο συγκροτήθηκαν τα επτά πρώτα άρθρα του συμβόλου της πίστεως.
Ο Μ. Κωνσταντίνος βαπτίστηκε λίγες μέρες πριν από το θάνατό του από τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Ευσέβιο[1] σε προάστιο της Νικομηδείας.
Η μητέρα του Ελένη είχε κάνει σκοπό της ζωής της να βρει τον Σταυρό του Χρηστού όπου και τον βρήκε με το γνωστό θαυματουργικό τρόπο, επίσης στην αγία Ελένη οφείλουμε την ανέγερση των μεγαλοπρεπέστατων Ναών όπως τον πρώτο Ναό τω του Θεού Σοφία στην Πόλη των Πόλεων την Κωνσταντινούπολη την γνωστή σε όλους μας αγιά Σοφιά, ο μεγαλοπρεπέστατος Ναός της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα αλλά και ο Ναός της Εκατονταπυλιανής της Πάρου, όμως έκτισε και ένα υπέροχο Ναό το Ναό των Αγίων Αποστόλων όπου συγκέντρωσε τα λείψανα των αποστόλων και τα τοποθέτησε σε μαρμάρινες λάρνακες και τα τιμούσαν ως θησαυρούς ανεκτίμητους.

Η Εκκλησία μας δίκαια λοιπόν ονομάζει τους δύο αυτούς ευεργέτες Ισαποστόλους διότι ο μεν άγιος Κωνσταντίνος ανέδειξε την ορθόδοξη πίστη σε όλη την αυτοκρατορία η δε Αγία Ελένη την στέγασε.
Σήμερα όμως αδελφοί μου νομίζουμε ότι είναι αδύνατον οι άνθρωποι που κατέχουν αξιώματα να ευαρεστήσουν τον Θεό. Οι περισσότεροι από αυτούς οι έχοντες και κατέχοντες αντί να δοξάζουν τον Θεό για τα αγαθά που τους έχει χαρίσει τον μέμφονται και τον βρίζουν.
Είθε αγαπητοί μου αδελφοί όλοι εκείνη οι άνθρωποι όσο ψηλά κοινωνικά κι αν βρίσκονται να σκύβουν ευλαβικά τον αυχένα της ψυχής και του σώματος στη θεία δύναμη, και να δοξολογούν τον Τριαδικό Θεό να τους χαριτώνοι ώστε να αποφασίζουν και να οδηγούν την Πατρίδα μας στον δρόμο του Θεού. Αμήν.


[1] Όχι από τον επίσκοπο Ρώμης Σίλβεστρο.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Σήμερα συχνά γίνεται λόγος για χειροτονία γυναικών. Το θέμα αυτό παρουσιάστηκε αρχικά στον Προτεσταντισμό.
Σε συνδυασμό όμως με το ευρύτερο θέμα της ισοτιμίας των δύο φύλων συζητήθηκε σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Κατά την Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία η γυναίκα δεν είναι υποδεέστερη του άνδρα, αλλά είναι ίση.
Αυτό το βλέπουμε κατά την δημιουργία του πρώτου ζευγαριού του Αδάμ και της Εύας «και έλαβεν (ο Θεός) μίαν των πλευρών αυτού», ο Θεός, δεν πήρε οστό από την κεφαλή ούτε από τα πόδια αλλά από τα πλευρά του Αδάμ διότι είναι το μέσον του σώματος και δηλώνει την ισότητα των δύο φύλων.
Η γυναίκα είναι το πιο σημαντικό πλάσμα μέσα σε ολόκληρη την δημιουργία.
Η Εύα είναι αυτή που έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας ενώ η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.
Η γυναίκα λοιπόν πρωτοστάτησε στην πτώση του ανθρώπου, πρωτοστατεί και στην ανόρθωση. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στην πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Η γυναίκα δηλαδή πρωτοστατεί ενώ ο άνδρας ακολουθεί.
Με άλλα λόγια η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί.
Έτσι η γυναίκα αντί της ειδικής ή λειτουργικής ιεροσύνης άσκησε εφάπαξ με το πρόσωπο της Παναγίας την οντολογική ιεροσύνη για τη σωτηρία ολόκληρου του κόσμου˙ και όπως αναφέρει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης «της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως η ιεροσύνη ώσπερ μέση καθέστηκεν, ίνα την μεν θεραπεύη τη δε μεταβολήν εργάζεται κρείτονα».
Πάντως δεν είναι τυχαίο ότι όλες τις Θεολογικές αποκαλύψεις, ο Χριστός, τις έκανε σε γυναίκες π.χ. γυναίκα πρώτη έμαθε για την θεία συγκατάβαση και σωτηρία του ανθρώπου, πρώτες έμαθαν οι γυναίκες για την Ανάσταση Του, μετά την Ανάσταση Του πρώτα εμφανίστηκε στις Μυροφόρες και μετά στους Μαθητές του.
Στην σημερινή περικοπή αποκαλύπτει στην Σαμαρτείτιδα πρώτα την πνευματική λειψυδρία του Ισραήλ, αφού οι άγιοι Πατέρες παρομοιάζουν την αμαρτωλή γυναίκα με ολόκληρο τον λαό του Ισραήλ, ύστερα καταργεί την Φαρισαϊκή τυπολατρία που δεν έχει πλέον κανένα πνευματικό όφελος και αρχίζει μια νέα μορφή λατρείας που είναι ουσιαστικά πρόταση ζωής, διότι ο Θεός θα λατρεύεται «εν πνεύματι και αληθεία» και τρίτον συζητά περί ελεύσεως του Μεσσία.
Βέβαια δεν θα αναλύσουμε όλα αυτά τα θέματα διότι θα χρειαστούν πολλές ώρες ίσος και ημέρες για να γίνουν κατανοητά όλα αυτά τα ερωτήματα.
Εμείς θα ασχοληθούμε μόνο με το πρώτο θέμα: «Ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοί ύδωρ ζών» δηλαδή «εάν γνώριζες την δωρεάν την οποίαν δίδει εις τους ανθρώπους ο Θεός, και ποιος είναι εκείνος, που σου λέγει δος μου να πιω˙ εσύ θα του ζητούσες! και θα σου έδινε νερό τρεχούμενο, ζωντανό, που δεν θα στέρευε ποτέ» ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει στην ομιλία του εις την Σαμαρείτιδα «η πηγή της ζωής παρά την πηγήν καθεζόμενος πιείν απαιτεί, ου πιείν, αλλα δούναι βουλόμενος. Δος μοι πιείν, ίνα σοι δώσω ύδωρ αφθαρσίας πιείν. Εγώ γάρ την σωτηρίαν των ανθρώπων διψώ˙ ουχ ίνα πιω, αλλ’ ίνα ποτίσω» δηλαδή λέγει ο Πατήρ «η πηγή της ζωής, καθισμένος κοντά στο πηγάδι ζητά να πιή μη θέλοντας να πιή αλλά να δώση. Δώσε μου να πιώ, για να σου δώσω να πιής νερό αφθαρσίας. Γιατί εγώ διψώ για τη σωτηρία των ανθρώπων. Διψώ όχι για να πιώ αλλά για να ποτίσω».
Η πρώτη αλήθεια που αποκαλύπτεται είναι, ότι ο άνθρωπος προκειμένου να φτάσει την μοναδική πηγή της ζωής πρέπει να γνωρίσει και να διαλεχθεί με τον Ιησού Χριστό.
Αυτός είναι η πηγή του «ζώντος ύδατος». Ο Κύριος είναι «το ύδωρ το ζών, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον».
Χωρίς αυτό το νερό δεν νοείται ζωή. Ο Ιησούς είναι κατ’ ουσίαν ζωή, όπως είναι και μοναδική αλήθεια. Η νέα ζωή που κηρύσσει ο Χριστός και φέρνει σε συμφιλίωση όλους τους ανθρώπους, πάσης φυλής και παντός γένους, είναι σημαντικότερη και ουσιαστικότερη από την συμφιλίωση εκείνη, την αρχαία των υιών Ιακώβ.
Το ύδωρ είναι βασικό συστατικό της ζωής και μάλιστα σε έναν λαό που κινείται διαρκώς μέσα στη έρημο. Το ύδωρ έχει την μοναδικότητα και προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου συστατικού.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης θα τονίσει σε άλλο κείμενο του ευαγγελίού του ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο «άρτος της ζωής», δύο συστατικά μοναδικά και απαραίτητα για τη ζωή.
Όχι μόνο με τη βιολογική έννοια, αλλά και με την πνευματική, αφού το ύδωρ είναι «εις ζωήν αιώνιων» και ο άρτος έχει προέλευση ουράνια. Π.χ. το «μάννα της ερήμου» ήλθε από τον ουρανό για να σώσει τον παλαιό Ισραήλ, έτσι και ο νέος άρτος είναι «εκ του ουρανού καταβάς», το «νέο μάννα» για την σωτηρία του νέου Ισραήλ του λαού του Θεού.
Όλα αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα θεολογικά και πνευματικά θέματα τα θέτει προς συζήτηση και βίωση μια αμαρτωλή γυναίκα. Η προσωπική ιστορία και ζωή της Σαμαρείτιδας εκφράζει την ιστορική πραγματικότητα του κάθε ανθρώπου.
Αυτός όμως ο κόσμος δεν είναι ένας κόσμος απόρριψης και καταδίκης αλλά πρόσληψης στο άγιο σώμα της Εκκλησίας. Μια αμαρτωλή ύπαρξη είναι δυνατό να γίνει μια αγία παρουσία, αρκεί να υπάρξει κοινωνία με τον Χριστό και όπως είπε «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοια».
Αυτόν τον ζωντανό και αληθινό Θεό καλούμεθα να γνωρίσουμε. Στην προσωπική αυτή γνωριμία με τον Θεό θα μας βοηθήσει η «εν πνεύματι και αληθεία» λατρεία του.
Η λατρευτική αυτή προσέγγιση του Θεού είναι ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσουμε και να νιώσουμε ποιος είναι ο Θεός μας.
Η Σαμαρείτισσα δέχθηκε και έκανε την αλλαγή, πίνοντας από το ύδωρ της ζωής αξιώθηκε να γίνει μεγαλομάρτυς του Χριστού.
Αξιώθηκε να γίνει η αγία Φωτεινή, αξιώθικε να γίνει το φωτεινό παράδειγμα να γίνει ισαπόστολος και να τρέχει στην πόλη λέγωντας στους ανθρώπους «δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπε μοι πάντα όσα εποίσα˙ μήτι ούτος εστιν ο Χριστός».
Το ίδιο πρόβλημα τίθεται σε όλους μας: με ποιο τρόπο αναζητώ τον Θεό στην ζωή μου; Το δρόμο μάς στον δείχνει η Σαμαρείτιδα του σημερινού ευαγγελίου. Αμήν.

Κυριακή του τυφλού

«Τυφλός ων άρτι βλέπω»
ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο.
Σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί, πολύ συχνά ακούμε να γίνεται λόγος για μια ενωθεΐα ή καλύτερα μια πανθρησκεία δηλαδή έναν θεό και μια θρησκεία για όλων των κόσμο ανεξαρτήτως θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, όλοι θα πιστεύουν σ’ ένα θεό κτίσμα της ανθρώπινης φαντασίας έναν θεό φτιαγμένο για τις ανάγκες της εποχής.
Είναι μακρόπνοο το σχέδιο, διότι σε πρώτη φάση επιχειρείται η ένωση των αιρέσεων των θρησκειών και σε δεύτερη φάση η ένωση αυτών τούτων των θρησκειών, σ’ έναν κόσμο, χωρίς σύνορα και χωρίς εθνικά ιδανικά.
Όμως όλοι αυτοί που εμπλέκονται στα τεκταινόμενα αυτά έχουν αρχίσει να σπέρνουν είδη τους σπόρους της αδιαφορίας, της αθεΐας, την μαλθακότητα, την χαλαρότητα των ηθών, την αγραμματοσύνη, τους γάμους των ομοφυλοφίλων, και όλα αυτά που βλέπουμε και ακούμε κατά καιρούς.
Οι άνθρωποι αυτοί, προσπαθούν να διαστρεβλώσουν την ιστορία, τον πολιτισμό, αλλά και την θρησκεία μας.
Για την ιστορία, την σφαγή την ονομάζουν συνωστισμό, τον πολιτισμό τον κάνουν αναβίωση των εθίμων που όμως είναι αναβίωση της ειδωλολατρίας και των παγανιστικών δοξασιών, για την θρησκεία λέγουν ένας είναι ο θεός για όλους ή λέγουν χριστιανοί οι ρωμαιοκαθολική και οι προτεστάντες, Χριστιανοί και οι Ορθόδοξοι στον ίδιο Χριστό πιστεύουν.
Μέσα στην πλουραλιστική κοινωνία που ζούμε, οι πιο απίθανες αντιλήψεις και σκέψεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αναζητώντας έναν νέο τρόπο φιλοσοφικής και υλιστικής έκφρασης σε όλους τους τομείς.
Αυτή όμως η ελευθερία σκέψεων, ως συνισταμένη των επιρροών, είναι καθαρά επιφανειακή και δεν έχει καμιά σχέση με την πνευματική αναζήτηση του ανθρώπου.
Από πλευράς Ορθοδόξου πίστεως οφείλουμε να επισημάνουμε και πάλι ότι αυτός ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός είναι απαράδεκτος.
Η θρησκεία του Χριστιανισμού δεν είναι θρησκεία αλλ’ είναι αποκάλυψη, διότι θρησκεία βάση του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, σημαίνει: το προαιώνιο εσωτερικό αίσθημα του ανθρώπου που εκφράζει τον δεσμό του με κάποιες πνευματικές αρχές.
Το λεξικό της Οξφόρδης λέει: «θρησκεία είναι η αναγνώριση εκ μέρος των ανθρώπων, ανωτέρων δυνάμεων, οι οποίες ελέγχουν και εξουσιάζουν τα πεπρωμένα του και αξιώνουν υπακοή, σεβασμό, και λατρεία».
Με άλλα λόγια θρησκεία είναι ότι «ο άνθρωπος ψάχνει να βρει το υπερφυσικό, ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον θεό».
Αντίθετα με τον ορθόδοξο Χριστιανισμό ο Θεάνθρωπος Χριστός ήρθε την γη για να βρει το «πλανιθέν πρόβατο» ήρθε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο από αγάπη, του αποκαλύφθηκε για την σωτηρία του και γιατί: «ος τον κόσμον σου ούτως ηγάπησας ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ’ έχει ζωή αιώνιων».
Η δυσπιστία, η άγνοια και η ημιμάθεια κάνουν πολλούς Χριστιανούς, δυστυχώς σήμερα, να υποβάλλουν ερωτήματα όπως: «πως γνωρίζουμε ότι η ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία είναι η σωστή και όχι οι άλλες;» παρασυρόμενοι βέβαια από ένα ρεύμα συγκρητισμού που δεν έχει προηγούμενο. «Η γνώση του αληθινού Θεού δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου αλλά η αποκάλυψη του Θεού».
Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι τέλεια αποκάλυψη, δεν επιδέχεται τροποποιήσεις. Τα διάφορα συνθήματα της εποχής μας όπως: «τι χρειάζεται η προσευχή και η μετάνοια;» Και στην εποχή της παντοδυναμίας της τεχνολογικής προόδου «τι χρειάζεται ο εκκλησιασμός και οι παπάδες;» όλα αυτά αδελφοί μου εξυπηρετούν μόνο και μόνο την ασυδοσία, τις απολαύσεις και επιθυμίες του σύγχρονου ανθρώπου και περισσότερο από όλα τα σχέδια των Σιωνιστών.
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής θέλει τον Χριστό, διδάσκαλο που να πεθαίνει για τα ιδανικά, τον εξισώνουν δηλαδή τον Χριστό με τους διάφορους ιδεολόγους.
Τα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου μένουν κλειστά στο φως και στην σωτηριολογική αποκάλυψη του Χριστού.
Η συνηθισμένη αντίληψη είναι πως οι τυφλοί δεν βλέπουν τον κόσμο. Ωστόσο, με το περιστατικό που αφηγείται σήμερα το ιερό ευαγγέλιο, αποδεικνύεται ότι δεν αρκεί να έχει κανείς γερά μάτια για να βλέπει ούτε το να είναι τυφλός κάποιος σημαίνει πως στερείτε τελείως το φως.
Εκείνο που έχει σημασία για κάθε άνθρωπο είναι να έχει το φως του Χριστού «εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη».
Όταν έχει το φως αυτό ο άνθρωπος, σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται η όρασή του, στην πραγματικότητα βλέπει.
Ενώ, όταν στερείται το φως του Χριστού, κι αν ακόμη η όρασή του είναι υγιής, στην πραγματικότητα είναι τυφλός «περίπατει εν τη σκοτία και δεν βλέπει που υπάγει».
Ο Χριστός είπε: «Έως το φως έχετε πιστεύετε εις το φως, ίνα υιοί φωτός γένησθε».
Γύρο μας δυστυχώς πληθύνονται οι άνθρωποι που έχουν πονηρά μάτια. Μάτια περίεργα, προκλητικά, μάτια που επιθυμούν μόνο το σαρκίο όπως λέγει ο απόστολος Πέτρος.
Έτσι, το παν στο σύγχρονο άνθρωπο θεωρείται το σώμα του, η εμφάνισή του, η θέση του, το αξίωμα του και τα πλούτη του, με τον τρόπο αυτό, ο σύγχρονος άνθρωπος χάνει κάθε νόημα και αξία.
Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ας κρατήσουμε τα μάτια μας καθαρά. Τότε ο άνθρωπος παίρνει την πραγματική του αξία και αποκτά το αληθινό νόημα.
Δεν είναι πλέον σάρκα, αλλά εικόνα Θεού. Δεν είναι μηχανή, αλλά ελεύθερη προσωπικότητα. Δεν είναι είδος χωρίς αξία, αλλά τέκνο Θεού.
Ας ζητάμε από τον Χριστό να καθαρίζει τα μάτια μας με το ″κολλύριο″ της πίστεως και με το φωτισμό του αγίου Πνεύματος, ώστε να λέμε και εμείς μαζί με τον τυφλό του ευαγγελίου: «δόξα τω Θεώ. Τυφλός ων, άρτι βλέπω». Αμήν!!!

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Ομιλία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου δια τον παραλυτικό

Ὁμιλία τοῦ ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
τό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ' αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ' ἀπ' αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ' τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ' τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ' αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ' αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι' αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους. Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ' ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες. Γύρω ἀπ' αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ' ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα». Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ' ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει. Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ' αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής. Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι' αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ' αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι' αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι' αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ' αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ; Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο. Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ' ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας. Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει. Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ' αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική; Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ' τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι' αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας.σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι' αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι' αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;
Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται. Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο; Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης; Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ' ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι' αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ' αὐτή. Γι' αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ' ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον. Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ' ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ' αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι' αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο. Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση.τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι' αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή.τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα. Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων.δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήνἐπιδιώκουν; Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ' ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Αναγνώστες