Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Άγιος Μεγαλομάρτυς Φανούριος

Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς αγίους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου.
Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες και μόνο το 1500 μ.Χ. βρέθηκε η Ιερή εικόνα του, που μας αποκάλυψε την ύπαρξή του την παρρησία του ενώπιον του Θεού, ο οποίος τον έχει χαριτώσει με τόσο μεγάλη θαυματουργική δύναμη. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον Άγιο Φανούριο, μόνο το όνομά του που ήταν γραμμένο πάνω στην εικόνα που βρέθηκε και ήταν στρατιωτικός, όπως φανερώνει η στολή που φορά και μάλιστα κατά τους πρώτους αιώνες των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης.
Επίσης πάνω στην εικόνα του, εικονίζονται και τα μεγάλα μαρτύριά που υπέστη ο Άγιος. Αυτά βέβαια είναι αρκετά, διότι μία εικόνα μας εξιστορεί όσα πράγματα θα μας εξιστορούσε και ένα βιβλίο.
Πριν από 500 περίπου χρόνια, όταν οι Τούρκοι είχαν κυριεύσει την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, από ένα εντελώς τυχαίο γεγονός, βρέθηκε η ιερά και σεβάσμια εικόνα του Αγίου.
Τον καιρό που οι Αγαρηνοί, περίπου δηλαδή το 1500, κατέλαβαν το νησί της Ρόδου, θέλησαν να το οχυρώσουν και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, που είχαν σε πολλά σημεία καταστραφεί.
Πήραν λοιπόν σαν εργάτες πολλούς χριστιανούς, κι εκείνοι, καθώς έσκαβαν στα χαλάσματα κάποιων σπιτιών και παλαιών γκρεμισμένων Ναών, βρήκαν μία θαυμάσια εικόνα, ολοκάθαρη και άφθαρτή που φαινόταν σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια μέρα, πράγμα αξιοπερίεργο και που αποδεικνύει ότι η ανεύρεση της εικόνας δεν είναι τυχαία, αλλά δωρεά του Θεού.
Η εικόνα έδειχνε τον Άγιο Φανούριο νέο στην ηλικία, ντυμένο στρατιωτικά, να κρατάει ένα σταυρό και μαζί μία λαμπάδα αναμμένη. Ολόγυρα από την εικόνα, κατά την συνήθεια των αγιογράφων τότε, υπήρχαν 12 παραστάσεις από τα μαρτύρια του Αγίου.
Τα μαρτύριά που απεικονίζονται είναι μεγάλα και σκληρά και αποκαλύπτουν ότι πρόκειται για μεγάλο και γενναίο αθλητή της πίστεως.
Στη πρώτη παράσταση: Εμφανίζεται ο Άγιος να απολογείταί με παρρησία μπροστά στο Ρωμαίο άρχοντα.
Στη δεύτερη: Ο Άγιος εικονίζεται ανάμεσα σε στρατιώτές που τον χτυπούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα.
Στη τρίτη: Δείχνει τη συνέχεια αυτών των βασανιστηρίων, όπου έχουν ρίξει τον Άγιο πλέον στο χώμα και τον χτυπούν μανιασμένα με ρόπαλα και ξύλα, ενώ προσεύχεται.
Στη τέταρτη: Είναι γυμνός και ματωμένος μέσα στη φυλακή, όπου οι δήμιοί του, του καταξεσκίζουν τις σάρκες με σιδερένια εργαλεία. Εκείνος υπομένει ατάραχός με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό.
Στη πέμπτη: Ο Άγιος βρίσκεται μπροστά στο σκληρό τύραννό με μία έκφρασή που δείχνει τον πόνο και το μαρτύριο.
Στη έκτη: Προσεύχεται μόνος του μέσα στη φυλακή έχοντας υψώσει τα χέρια ικετευτικά προς τον Ουρανό.
Στη έβδομη: Εικονίζεται ένα ακόμη μαρτύριο, όπου είναι γυμνός και καταματωμένος, ενώ γύρω του καίνε το σώμα του με αναμμένες λαμπάδες.
Στην όγδοη: Εμφανίζεται καταπλακωμένος κάτω από μία μεγάλη πέτρα και ολόγυρά του βρίσκονται άγρια θηρία, έτοιμα να τον κατασπαράξουν, ωστόσο μοιάζουν να είναι καθηλωμένα από την αγιότητά του.
Στην ένατη: Βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμα μαρτύριο, αφού τον έχουν στήσει μπροστά στα είδωλά με αναμμένα κάρβουνα στα χέρια, αλλά εκείνος προτιμά να κρατά τα κάρβουνα στα χέρια και να καίγεται, παρά να τα πετάξει στα είδωλα και να λυτρωθεί.
Στη δέκατη: Δέεταί με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ενώ γαλήνη και το θείο φως είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του.
Στη ενδέκατη: Η κορύφωση του μαρτυρίου του! O Άγιος στέκεται στη μέση και οι βασανιστές του τον έχουν τοποθετήσει σ’ ένα μεγάλο μάγκανο και του τσακίζουν τα κόκαλα. Το πρόσωπο του παραμένει ήρεμο και υπομένει και υπομένει με καρτερία το φρικτό μαρτύριο.
Στη δωδέκατη και τελευταία παράσταση εικονίζεται το φοβερό τέλος του μαρτυρίου του. Οι δήμιοί του τον έκαψαν ζωντανό, αφού προσευχόταν μέχρι τέλους, στο Κύριο μας.
Εικονίζεται λοιπόν μέσα σ’ ένα λάκκο με αναμμένα ξύλα, περιτριγυρισμένος από αναμμένες φλόγες και καπνούς.
Πάλι όμως το πρόσωπό του εξακολουθεί να είναι ήρεμο και ατάραχο, εστραμμένο με πίστη και αγαλλίαση προς τον αγαπημένο του Χριστό.
Και μόνο τα μαρτύριά που εικονίζονται στην εικόνα του Αγίου, τον καθιστούν μεγαλομάρτυρα.
Παράλληλα όμως και τα αναρίθμητα θαύματά που Χάριτι Θεού επιτελεί, επιβεβαιώνουν ότι ο Άγιος έχει μεγάλη παρρησία προς τον Θεό.
Στα ερείπια λοιπόν εκείνα, ο επίσκοπος της Ρόδου, αναστήλωσε το ναό του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και η εικόνα που βρέθηκε 500 χρόνια πριν.
Τα θαύματά που από τότε άρχισε να τελεί ο Άγιος έγιναν αφορμή να συντρέχουν στη Ρόδο πολλοί χριστιανοί για να ζητούν τις μεσιτείες του.
Η πιο χαρακτηριστική παράδοση στο λαό μας είναι βέβαια το εορταστικοΕθιμο της φανουρόπιτάς που γίνεται συνήθως τη παραμονή της εορτής του.
Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο η κάποια χαμένη υπόθεση η ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή.
Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο.
Ο Άγιος αποτελεί έναν από τους πιο αγαπητούς και προσφιλείς αγίους, στον οποίο, ακόμη και σήμερα, προστρέχουν πλήθος πιστών και εκείνος σπεύδει γρήγορα να εκπληρώσει ότι του ζητήσουμε.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Ο βίος του αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο της Επαρχίας Αποκούρου της Αιτωλίας. Μαθαίνει τα πρώτα γράμματα κοντά σε κληρικούς δασκάλους στον τόπο του, μόρφωση την οποία θα συμπληρώσει αργότερα στην Αθωνιάδα σχολή του Αγ. Όρους (1750). Απέκτησε μια βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μια επαρκή γενικότερη παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά και ξένες γλώσσες (Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα). Το 1759 έγινε μοναχός στη Μονή Φιλοθέου, οπότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα από Κώνστας σε Κοσμάς. Οι Έλληνες ραγιάδες ζούσαν τότε μέσα στην πικρή σκλαβιά των Τούρκων και ήταν βυθισμένοι στο σκοτάδι της αμάθειας.«Η πατρίδα μου , η ψεύτικη και γήινη και μάταιη, είναι από την επαρχίαν Απόκουρο. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου, το γένος μου, ευσεβείς Ορθόδοξοι Χριστιανοί». Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες. Η οικογένειά του καταγόταν από τα Γραμενοχώρια. Όμως οι δίωξεις των Τούρκων τους ανάγκασαν να ζητήσουν καταφύγιο στη Σκουληκαρία της Άρτας στην αρχή, και στη συνέχεια στο χωριό Ταξιάρχης της Αιτωλοακαρνανίας, όπου και γεννήθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του Κοσμά, ο ιερομόναχος Χρύσανθος, για να μετεγκατασταθούν λίγο αργότερα στο Μέγα Δένδρο, που την εποχή εκείνη είχε 400 οικογένειες. Για το επάγγελμά τους έχουμε γραπτή μαρτυρία κάποιου σύγχρονού του: «και η γενεά αυτού ήταν ανυφαντάδες».Εδώ, λοιπόν, στο Μ. Δένδρο γεννήθηκε ο Κοσμάς, ο Κώνστας Δημητρίου, όπως λεγόταν αρχικά το δεύτερο παιδί τους. Σε ηλικία 46 ετών πραγματοποίησε τρεις με τέσσερις περιοδείες με την ευλογία και άδεια του Πατριάρχη. Γύρισε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, έφτασε έως και τη Βόρεια Ήπειρο. Επίσης περιόδευσε στη Βόρεια Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, πάντοτε κάτω από ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό που στηνόταν, αψηφώντας το μόχθο και τον κίνδυνο, βρίσκοντας τεράστια απήχηση. Στις 23 Αυγούστου 1779 και ενώ δίδασκε στο Καλικόντασι της Β. Ηπείρου, συνελήφθη με εντολή του Κούρτ Πασά, από συκοφαντίες των Εβραίων για κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας και με την κατηγορία ότι υποκινούσε επανάσταση. Την επομένη και σε ηλικία 65 ετών απαγχονίστηκε στις όχθες του ποταμού Άψου.
Η Εκκλησία μας τον ανακήρυξε σε Άγιό της στις 21 Απριλίου του 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Ιστορικό της ανευρέσεως της Ιεράς εικόνας της Παναγίας της ˝Βρετής˝

Πάνε ίσως διακόσια και πλέον χρόνια από εκείνο το παράξενο βράδυ ως τα σήμερα και γι᾿ αυτὸ η μνήμη αδυνατεί να συγκρατήση κάτι, απ’ ότι έγινε σ’ εκείνη την εποχή, που τόσο μας ενδιαφέρει.
Πριν από τα 200 ίσως και παραπάνω χρόνια, εδώ στο Αίγιο και συγκεκριμένα κάτω στα Γαλαξιδιώτικα (συνοικία Αγ. Ανδρέα) κατοικούσε, κάποιος σπουδαίος ναυτικός, ο οποίος καταγόταν από την Ζάκυνθο, είχε δικό του πλοίο, ένα μικρό ιστιοφόρο, με καμπόσους ναύτες για πλήρωμα.
Το όνομα του ήταν Διονύσιος Μπαφάκης, ενώ οι φίλοι και οι ναύτες του τον φώναζαν χαϊδευτικά Νιόνιο.
Ήταν ένα καλοδεμένο παλικάρι, με την πατροπαράδοτη νησιωτική βράκα με την όψη μπρούντζινη, χαλκεμένη από τον ήλιο και από την αρμύρα της θάλασσας και γενικά μ’ όλη εκείνη την αντριωσύνη που χαρακτηρίζει τους ναυτικούς.
Ταξίδευε ολοχρονίς, πότε προς την Κεφαλονιά και πότε προς την Ζάκυνθο μεταφέροντας προϊόντα από το να νησί στο άλλο ζώα, πράγματα και ότι άλλο χρειαζόταν, ακόμα και ανθρώπους.
Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι που είχε κάνει πριν από πολλά πολλά χρόνια έτυχε να του συμβεί κάτι το εξαιρετικά πρωτοφανές.
Ερχόταν από την Κεφαλονιά προς το Αίγιο με φορτωμένο το μικρό ιστιοφόρο πραμάτειες, μόλις είχε μπει ο χειμώνας, ο καιρός είχε πάρει μία απότομη μεταβολή και οι πρώτες κακοκαιρίες αναστάτωναν τα πάντα.
Ήταν ακόμη αρχές Δεκεμβρίου, δεν μπορούμε να καθορίσουμε την ημερομηνία, πάντως έπειτα από λίγες ημέρες έφτανε η εορτή του Αγίου Διονυσίου.
Στο Αίγιο και συγκεκριμένα στην Εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, υπήρχε η Ιερή Εικόνα του Αγίου Διονυσίου, ο Μπαφάκης λοιπόν έκανε αυτό το ταξίδι υπηρετώντας το μεγάλο σκοπό του.
Ήθελε πρώτων να φτάσει στο Αίγιο και να πάει να προσκηνύση την εικόνα του Αγίου Διονυσίου που σε λίγες μέρες θα ήταν η μνήμη Του και δεύτερον διότι ήταν και πρόεδρος των εν Αιγίω εγκατεστημένων Ζακυνθινών.
Όμως όπως προ είπαμε ήταν χειμώνας, το ταξίδι από την Κεφαλονιά προς το Αίγιο ήταν μεγάλο, κουραστικό, και συνάμα επικίνδυνο μέσα στην τόση κακοκαιρία και την τρομερή θαλασσοταραχή που επικρατούσε. Ταξίδευαν όλη την ημέρα με άσχημο καιρό, και το κακό τη νύχτα παράγινε.
Υψώνονταν θεόρατα κύματα που αναμόχλευαν τ’ ανεξιχνίαστα βάθη της θάλασσας και το ιστιοφόρο του Μπαφάκη ήταν ένα στίγμα ένα καρυδότσουφλο μέσα στο χάος που επικρατούσε.
Ψύχραιμος ο Μπαφάκης, καθόταν στο τιμόνι και προσπαθούσε να τιθασέψει την μανιασμένη θάλασσα όπου άξαφνα διέκρινε στο βάθος πάνω στα κύματα ένα φωτεινό σημείο που του αιχμαλώτισε την προσοχή.
Το πλησίασε παρ’ όλη την θαλασσοταραχή, ενώ οι ναύτες του αναστατωμένοι για το μυστηριώδες και αδικαιολόγητο φως περίμεναν με αγωνία να δουν τι είναι αυτό, αστραπιαία όμως ένα κύμα ορθώθηκε μπροστά τους πιο ψηλό από το κατάστρωμα και το πλοίο βυθιζόταν όπου άξαφνα ο καπετάνιος Μπαφάκης άπλωσε το χέρι του και έπιασε το φωτεινό εκείνο αντικείμενο, αμέσως τότε, σαν να χτύπησε την μανιασμένη θάλασσα η ράβδος του Μωυσή, η θάλασσα ημέρεψε, εξαφανίσθηκε το κύμα και το μικρό ιστιοφόρο όρμισε με καινούργιο κέφι προς τα εμπρός για το μακρινό ταξίδι.
Το νυχτερινό εύρημα ήταν ένα τετράγωνο κουτί καλοφτιαγμένο που εξέπεμπε φως.
Οι ναύτες απαιτούσαν να μοιραστούν όλοι το περιεχόμενο του κουτιού, όπως όριζε το έθιμο και οι συνήθειες των ναυτικών εκείνης της εποχής. Ποιος ξέρει τι φανταζόντουσαν με το κουρσάρικο πνεύμα τους, θα μπορούσε να είχε χρυσαφικά ή πολύτιμα πετράδια οπότε το κέρδος θα ήταν πολύ μεγάλο.
Ο Μπαφάκης όμως φαίνεται πως ήταν άνθρωπος νομοταγής και χρηστός. Για να είναι πιο ασφαλής, δέχτηκε την πρόταση των ναυτικών με τη διαφορά ότι θα άνοιγαν το κουτί μπροστά στον Τελωνάρχη (λιμενάρχη) όταν θα έφταναν στο Αίγιο. Έτσι και έγινε.
Όταν μπροστά στον Τελώνη ανοίχτηκε το περίεργο εκείνο κουτί, όλοι βρέθηκαν με το στόμα ανοικτό. Αντί χρυσαφικά και πετράδια, βρήκαν μία εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε στην αγκαλιά της το μικρό Χριστό.
Ήταν φανερό πως ένα τέτοιο εύρημα και με τόσα σημεία είχε κάποια ανώτερη αξία, ήταν ουράνια η θέληση.
Την εικόνα της Παναγίας την πήρε ο καπετάνιος Μπαφάκης και την τοποθέτησε στο δωμάτιο τού σπιτιού του που έμενε πλησίον στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα, αυτό ήταν το πρώτο θαύμα της Ιερής εικόνας.
Το γεγονός διεδόθη σ’ όλη την πόλη του Αιγίου αστραπιαία.
Πολλοί ευλαβείς προσκυνητές αλλά και πολύ περίεργοι, επισκέπτοντο την οικία του Μπαφάκη για να δουν την εικόνα, για την οποία φημολογούντο τόσα πολλά για την εύρεση της.
Ο Μπαφάκης πέθανε και κληρονόμησε τα υπάρχοντα του μαζί και την εικόνα η θετή του κόρη η Κωνσταντίνα, η οποία υπέδειξε την ίδια πίστη, και αφοσίωση για την εικόνα όπως είχε επιδείξει ο θετός πατέρας της.
Η κ. Κωνσταντίνα έχει κοιμηθεί εδώ και 90-100 χρόνια και κατ’ εντολή της παρεδόθη η Ιερή εικόνα στο Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα όπου σώζεται έως και σήμερα.
Ένας θρύλος που έχει απομείνει λέγει ότι, όταν επρόκειτο να παρουσιάσουν την εικόνα σε έναν ασθενή ο οποίος δεν επρόκειτο να γίνει καλά, η εικόνα δεν μετακομίζετο από την θέση της, αντιθέτως αν εγένετο καλά με την βοήθεια Της ήταν πολύ ελαφριά.
Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη Της στις 23 Αυγούστου.

Ομιλία για την ΠΑΝΑΓΙΑ την «ΒΡΕΤΗ»

«Αύτη γαρ η των Αγίων Αγία, η ακηλίδωτος του Λόγου παστάς, το παρθενικόν απάνθισμα, η κιβωτός του αγιάσματος, το όρος το Άγιον, η θεοχώρητος σκηνή, η ακατάφλεκτος βάτος, το πυρίμορφον άρμα του Θεού, η περιστερά η αμόλυντος» είναι λίγα από τα εγκωμιαστικά λόγια που μας παραθέτει ο Άγιος Ταράσιος για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Η ιδιάζουσα θέση της Παναγίας στην θρησκευτική ζωή των ορθοδόξων πιστών αναδύεται από την ίδια την προσωπικότητά της και το θείο ρόλο της.
Η λαϊκή ευσέβεια ύμνησε τις αρετές και την αγιότητά Της αποδίδοντας σ’ Αυτήν επίθετα και χαρακτηρισμούς που απεικονίζουν τις εσωτερικές της ποιότητες.
Η μορφή της, κυριαρχεί στις ψυχές μας ως μεγάλη Μητέρα, συμπαραστάτης και βοηθός στον πνευματικό, αλλά και στον καθημερινό αγώνα μας.
Ο εσωτερικός πλούτος και τα θρησκευτικά βιώματα των συγγραφέων, υμνογράφων και ποιητών τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποτυπώνονται στους λόγους, τις ομιλίες, όχι μόνο εγκωμιαστικά με δοξολογίες και αίνους προς την Θεοτόκο, αλλά και με δεήσεις εξιλασμού στην αναζήτηση της λυτρώσεως.
Η Παναγία παρουσιάζεται από τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη, ως ο κατ’ εξοχήν καινός άνθρωπος, που με το πλήθος των χαρισμάτων και των αρετών έγινε το στολίδι ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους.
Αυτό το γένος των ανθρώπων δεν το εγκαταλείπει ποτέ, το προστατεύει με την άγρυπνη παρουσία Της και το προφυλάσσει από τις επιθέσεις του πονηρού.
Η Παναγία είναι η φωτεινή λυχνία που καταυγάζει τον κόσμο με το εσωτερικό της φως. Αυτό το φως αναζητά η ψυχή που έπεσε και επιθυμεί να επιστρέψει στον Θεό.
Γι’ αυτό και καταφεύγει στην Θεοτόκο που άνοιξε την πύλη του ουρανού, για να επανέλθει στη γη το φως της θείας ευσπλαχνίας για να σώσει όλους εμάς τους αμαρτωλούς.
Η Παναγία επίσης είναι η νοητή κλίμακα που ανάγει τους θνητούς στην ουράνια δόξα, αλλά και η σκέπη όλων εκείνων που προστρέχουν με πίστη σε Αυτή.
Δικαιολογημένα λοιπόν, εκθειάζεται από τον Ιάκωβο τον Μοναχό ως: «κρηπίς ανακλήσεως και ρίζα της χαράς, βάσις του ανθρωπείου γένους και απαρχή της φύσεως».
Στο πρόσωπό Της αποδίδονται ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον ίδιο τον Υιό της τον Ιησού Χριστό. «Εκάλυξεν ουρανούς η αρετή σου Χριστέ, της κιβωτού γάρ προελθών, του αγιάσματός σου, της αφθόρου Μητρός…».
Ο υμνογράφος θέλει εδώ να καταδείξει ότι όπως η αρετή τού Χριστού εκάλυψε τους ουρανούς, έτσι τους καλύπτει και η αρετή εκείνης που τον γέννησε.
Αυτή η αρετή έγινε έμψυχος και λογικός παράδεισος, απρόσιτος στους λογισμούς της αμαρτίας, και στον γεννήτορα των παθών.
Η διαρκής πρόοδος και η επίδοση της Παρθένου στην αρετή απομακρύνει από την καρδιά της κάθε άλλη επιθυμία πλην τής αγάπης της προς τον Θεό.
Με τον αγνό βίο της, η Παναγία Παρθένος αναιρεί κάθε ρύπο της αμαρτίας και λευκαίνει τη συνείδηση.
Η Παναγία βίωσε στον υπέρτατο βαθμό όλα τα θεϊκά δώρα που προέκυψαν από την θεία συγκατάβαση.
Η βίωση αυτή άρχισε με την ελεύθερη επιλογή, τής πλήρους υπακοής της στον Θεό «ιδού η δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» είπε στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όπου και αποτέλεσε και την προϋπόθεση για την θεία μητρότητα.
Η Θεοτόκος είχε ως αρχέτυπο τον Υιό της και Θεό.
Γι’ αυτό ζούσε βίο απλό και λιτό στα ίχνη Εκείνου. Η υπακοή στον Θεό και η ταπείνωσή της αποτελούν την ουσία τής αγιότητας και το ιδεώδες τού τέλειου βίου.
Έτσι και εμείς αγαπητοί μου αδελφοί ήρθαμε σήμερα εδώ για να αποδώσουμε την απαιτούμενη τιμή αλλά και ευχαριστία για τις μεσιτείες της στον φιλάνθρωπο Θεό.
Κρατώντας ζωντανά στη μνήμη μας την Παναγία.
Η διαρκής μνήμη της κατευθύνει αυτόν που ακολουθεί τον ένθεο βίο της στην προσωπική του πνευματική οικοδομή. Προβλέποντας σ’ αυτή ο πιστός ενισχύεται στην υπέρβαση τής αδυναμίας τής ανθρωπίνης φύσεως και εξαγνίζει το σώμα και την ψυχή.
Ας μιμηθούμε την Θεοτόκο.
Η οποία, ας μου επιτραπεί η έκφραση, «Εισήγαγε» στον κόσμο την Χάρη του Θεού. Εισήγαγε το Θεό από τον ουρανό και πλούτισεν η γη.
Ας γίνουμε και εμείς εισαγωγείς καλών και ευλογημένων πραγμάτων και καταστάσεων.
Καλούμαστε να εισάγουμε στα σπίτια μας, στις οικογένειές μας την χαρά, την ειρήνη και την ευλογία του Θεού. Αμήν.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Ο Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής, επίσκοπος Κυζίκου

Ο Απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη σημασία της ομολογίας της πίστης μας προς το Χριστό, είπε: "Έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας". Αφού, δηλαδή, έχουμε μεγάλο Αρχιερέα, που έχει πλέον περάσει από τους ουρανούς και μπήκε στην αιώνια κατάπαυση, όπου μας περιμένει, που δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, ας κρατάμε καλά την ομολογία της πίστης μας προς Αυτόν, τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Ένα τέτοιο παράδειγμα ομολογίας ήταν και ο Άγιος Αιμιλιανός, που έζησε μεταξύ 8ου και του 9ου αιώνα. Ο Αιμιλιανός ήταν επίσκοπος Κυζίκου μετά το Νικόλαο, στα χρόνια 787-815. Αγωνίστηκε με όλη τη δύναμη που του παρείχε ό Θεός για την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων, όταν αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων ο Ε'. Αθλητής της Ορθοδοξίας, μιλούσε θερμότατα γι' αυτή και ενίσχυε τους πιστούς να υπομένουν καρτερικά τους ασεβείς διωγμούς. Υπέφερε πολλές κακοπάθειες και θλίψεις και πέθανε τελικά εξόριστος, σαν γνήσιος Ομολογητής της ορθής πίστης.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Η κοίμηση της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

«Η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν, ο τάφος γίνεται…»
Στη νέα πραγματικότητα της καινής κτίσεως, που εγκαινιάζει η Ανάσταση και η νίκη του Χριστού πάνω στο θάνατο, κλονίζεται και καταργείται η εξουσία του θανάτου στον άνθρωπο.
Ο θάνατος, ο μεγάλος εχθρός της ανθρώπινης υπάρξεως, γίνεται κοίμηση και πέρασμα από την πρόσκαιρη στην αιώνια ζωή, μετάβαση δηλαδή από την φθορά στην αφθαρσία και από τον θάνατο στην αθανασία.
Ο χωρισμός της ψυχής απ’ το σώμα είναι πλέον προσωρινός, αφού μετά την ανάσταση του Κυρίου μας υπάρχει η βεβαιότητα της αναστάσεως.
Η βεβαιότητα αυτή καταργεί το φόβο, την οδύνη και την απελπισία του θανάτου, ενώ ενισχύει την ελπίδα και ισχυροποιεί την πίστη στη μετά θάνατον ζωή.
Η Παναγία ως άνθρωπος έπρεπε να υποστεί όλα εκείνα που συνεπάγονται στη ανθρώπινη καταγωγή της. Έτσι γνώρισε προσωρινά το θάνατο, για να μη φανεί σε κάποιους φαντασία το μυστήριο του Χριστού, ούτε να θεωρηθεί ότι η μητέρα Του δεν ήταν άνθρωπος που προσέλαβε τη θνητή σάρκα, όπως όλο το ανθρώπινο γένος.
Το σώμα της Θεοτόκου ενταφιάζεται στη γη, όπου εγκαταλείπει το ατελές της ανθρώπινης φύσεως, προκειμένου να ενδυθεί το τέλειο του Θεού.
Η σωματική παχυλότητα, όπως ονομάζει τη θνητότητα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μεταβάλλεται σε ένδυμα αθανασίας, σε χιτώνα αφθαρσίας και αιώνιας ζωής.
Η Θεοτόκος, λοιπόν είναι μητέρα της ζωής που και με το θάνατό της γίνεται πάλι αφορμή ζωής, γι’ αυτό η Εκκλησία μας θριαμβικά την ονομάζει «ζωηφόρος».
Στην πατερική γραμματεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου την ονομάζει «κοίμηση» ή «μετάσταση», οι θεολογικές αυτές έννοιες προσδιορίζουν γενικά τον «εν Χριστώ» θάνατο, δηλαδή τη μετάβαση τής ψυχής στη ζωή της αιωνιότητας.
Η κοίμηση της Θεοτόκου είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα στον κύκλο των θεομητορικών εορτών.
Η σημασία της εστιάζεται στη μετάσταση της Παναγίας από τη γη στον ουρανό, από την κάτω και πρόσκαιρη ζωή στην άνω χώρα, την αναλλοίωτη και άφθαρτη, και όπως λέγει και ο υμνωδός «νενίκηνται της φύσεως όροι».
Η Θεοτόκος που έζησε πανάγιο βίο, μετά την κοίμησή της μεταβαίνει ψυχή τε και σώματι στην αφθαρσία, και προλέγει στον άνθρωπο την κοινή ανάσταση.
Η λεπτομέρεια αυτή αποτελεί μια σημαντική πτυχή της θεολογίας της Εκκλησίας˙ πτυχή με ηθικές και πνευματικές συνέπειες για την ζωή των πιστών, αφού συνακόλουθο τής αγιότητας είναι η υπέρβαση της νομοτέλειας και της φθοράς.
Η ψυχή της Θεοτόκου Μαρίας χωρίζεται από το σώμα και το σώμα παραδίδεται στην γη, αλλά δεν κατεξουσιάζεται από τον θάνατο ούτε και διαλύεται από την φθορά, όπως υπαγορεύει η φυσική τάξη.
Στην ίδια νοηματική συνάφεια ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παραλληλίζει το αδιάλυτο του σώματος της Παναγίας, που δεν διαλύεται από τη φθορά ούτε καταλύεται από το θάνατο, με το αλώβητο της παρθενίας κατά τη γέννηση του Χριστού.
Κατά την γέννηση του Υιού του Θεού διατηρήθηκε άφθορη η παρθενία της, έτσι και στην κοίμησή της τιμήθηκε με αφθαρσία το θείο σώμα της.
Το κεντρικό σημείο της θεολογικής συμφωνίας των δύο γεγονότων είναι στη σκέψη του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού η υπέρβαση της φύσεως και της φθοράς, ως συνέπεια της αγιότητας της Θεοτόκου.
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, σε Λόγο του για την Κοίμηση, χαρακτηρίζει το «υπέρ ημάς και ημέτερον σώμα» της Θεοτόκου ως «ζωαρχικών».
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, λέγει ότι: η Παναγία μεταβαίνει άφθαρτος ως ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη σε χώρο πέρα από εκείνον της φθοράς, στον παράδεισο, την πρώτη πατρίδα των προπατόρων.
Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας ερμηνεύει την Κοίμηση της Θεοτόκου με βάση την αγιότητα του βίου της και την οντολογική σχέση της με τον Θεό, ως Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού.
Η κοίμηση της Παναγίας στη συνείδηση των πιστών δεν σημαίνει εγκατάλειψη των ανθρώπων.
Όπως ξέρουμε όταν κοιμηθεί ένας άνθρωπος εγκαταλείπει την οικογένεια του, τις μέριμνες, την δουλειά του, εγκαταλείπει δηλαδή τον πρόσκαιρο και μάταιο τούτο κόσμο.
Όμως όσο η Παναγία ζούσε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο ήταν πολύ κοντά στους ανθρώπους, γι’ αυτό και με την κοίμησή της δεν αποξενώθηκε από τα επίγεια προβλήματα των ανθρώπων.
Η ίδια η Θεοτόκος, που κόσμησε τη γη και τον ουρανό, δεν ήταν δυνατό να είναι μακριά και από τα δύο ούτε και να μας αφήσει ορφανούς από την παρουσία της.
Εισακούει κάθε ανθρώπινη επίκληση για πρεσβείες προς τον Θεό Πατέρα.
Η ιδιάζουσα θέση της Παναγίας στη θρησκευτική ζωή των ορθοδόξων αναδύεται από την ίδια την προσωπικότητά της και το θείο ρόλο της.
Η λαϊκή ευσέβεια ύμνησε τις αρετές και την αγιότητά της, αποδίδοντας σ’ αυτήν επίθετα και χαρακτηρισμούς που απεικονίζουν τις εσωτερικές της ποιότητες.
Η μορφή της κυριαρχεί στις ψυχές των πιστών ως μεγάλη Μητέρα, συμπαραστάτης και βοηθός στον πνευματικό, αλλά και στον καθημερινό αγώνα, αφού με τη ζωή της υπέδειξε τον αυθεντικό δρόμο του πνευματικού αγώνα της ανθρώπινης υπάρξεως.
Το εύρος της αρετής της συνιστά δύναμη που νικά τις συνέπειες της πτώσεως και μεταστρέφει το πέλαγος των θλίψεων, την οδύνη των πειρασμών και τα αδιέξοδα του κόσμου σε πολύτιμες εμπειρίες, χρήσιμες στην πορεία της τελειώσεως.
Η δική της ωραιότητα αναδεικνύει και αποκαθιστά την ωραιότητα της αμαυρωμένης εικόνας της πτώσεως, που μπορεί πλέον να αποκαθαρθεί και να επανέλθει, όπως Εκείνη, πιο πάνω από το «αρχαίον κάλλος».
Αδελφοί μου η αναφορά στη μνήμη της υπεραγίας Θεοτόκου ενισχύει την αίσθηση της παρουσίας της στη ζωή μας, αφού «όπου η ταύτης διηνεκώς εναπόκειται μνήμη, εκεί αναμφιβόλως και η ταύτης ουκ απολείπεται παρουσία», σημειώνει ο Ιάκωβος ο Μοναχός.
Αδελφοί μου όταν ήμασταν μικρή και κάναμε κάποια ζημιά για να μην μας βαρέσει ο πατέρας μας τρέχαμε στην αγκαλιά της μητέρα μας για να μας προστατεύσει έτσι πρέπει να κάνουμε και με την Παναγία μας να τρέχουμε στην αγκαλιά της και να της ζητάμε την πρεσβεία και την προστασία της για να αποφεύγουμε τα φαρμακερά βέλη του διαβόλου.
Έτσι αγαπητοί μου αδελφοί ας απευθυνόμαστε, στην Παναγία μας, την μητέρα του αρχιποίμενος Ιησού Χριστού, της οποίας η μεγάλη και ευρύχωρη αγκαλιά εξασφαλίζει πλήρη κάλυψη και συνεχή στοργική φροντίδα. Αμήν.

Αναγνώστες