Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Οι σχισματικοί παλαιοημερολογίτες υπό του Μιχάλη Γεωργιάδη (μέρος β΄)

Β) ΑΠΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Δεν υπάρχει σωστό ημερολόγιο, ούτε είναι ιστορικώς µόνο δύο τα ημερολόγια, όλα σφάλλουν μαθηματικώς, λίγο ή πολύ. Τα ημερολόγια είναι µια τυπική, ανθρώπινη συμβατικότητα, ο Θεός είναι άχρονος, υπέρ και πέραν του χρόνου. Για το θέμα επελήφθησαν, ως µόνοι αρμόδιοι, οι μαθηματικοί και οι αστρονόμοι. Το «παλιό» ή «Ιουλιανό» είναι ατελέστερο, ως αρχαιότερο, δηλαδή «χάνει» ευκολότερα από το «νέο» ή «διορθωμένο ιουλιανό» τις ημέρες, κατ’ αναλογία µε παλιό ρολόι που χάνει εύκολα τα λεπτά και τις ώρες.
Η διαφορά του «παλιού» από το «νέο» είναι 13 ημέρες, κατ’ αναλογία µε ρολόι που «πήγαινε πίσω» και το «βάλαμε μπροστά». Το διορθωμένο ιουλιανό ημερολόγιο, που και σήμερα χρησιμοποιούμε, δεν ταυτίζεται πλήρως µε το γρηγοριανό, που χρησιμοποιεί η ρωμαιοκαθολική Δύση, διότι
συμπίπτει µόνο ως προς το μηνολόγιο και όχι ως προς το πασχάλιο. Για να το πούμε απλούστερα, έχει ίδιες ημέρες σε ονομασία µε το γρηγοριανό, αλλά θρησκευτικώς έχει άλλο Πάσχα. Μετά το έτος 2100, η διαφορά ιουλιανού (παλιού) και διορθωμένου ιουλιανού (νέου) θα γίνει 14 ημέρες, διότι το παλιό εξακολουθεί να χάνει χρόνο γρηγορότερα από το νέο ή διορθωμένο.

Γ) ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ/ΠΡΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΛΛΑΓΗΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Η Εκκλησία το 1924 αντιπρότεινε στην Πολιτεία να επαναφέρει το παλιό
ημερολόγιο, αλλά για την Πολιτεία, η αλλαγή ήταν αδιαπραγμάτευτη και απαραίτητη. Εκκλησιαστικώς, η σύμπτωση πολιτικού και εκκλησιαστικού ημερολογίου όντως εξυπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες του κόσμου.
Η επιλογή του «νέου» από την Εκκλησία έγινε κατ' ανάγκη και κατ' οικονομία. Π.χ. στην Ελλάδα, αν η Εκκλησία παρέμενε στο παλιό και η Πολιτεία στο νέο, θα έπρεπε να γιορτάσεις πρώτα 25η Μαρτίου ως ημέρα κήρυξης της Επανάστασης του 1821 και 13 ημέρες μετά να γιορτάσεις χωριστά 25η Μαρτίου ως ημέρα Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (όπως έγινε το 1923)!
Επίσης, αντί να πας στην εκκλησία σε µια μεγάλη γιορτή, θα έπρεπε να πας στη δουλειά σου, γιατί είναι εργάσιμη ημέρα. Με την ενοποίηση αίρονται αυτά τα προβλήματα. Άλλωστε, η Εκκλησία, σύμφωνα και µε εντολές του ίδιου του Αποστόλου Παύλου, ενσωματώνεται στις κοινωνίες, τηρεί και συγκαταβαίνει στοργικά στους θεσμούς και τις ανάγκες των ανθρώπων, δεν επιτίθεται ως δυνάστης µε τους δικούς της κανόνες, είτε λέγονται «ημερολόγιο» είτε αλλιώς.

∆) ΑΠΟΚΟΠΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΛΟΓΩ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Το 1935 εμφανίστηκε η πρώτη οργανωμένη αποκοπή από την Εκκλησία, µε την παύση της μνημόνευσης των κανονικών επισκόπων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από ορισμένους και την υπαγωγή των αποκοπέντων σε άλλη εκκλησιαστικοφανή διοίκηση, αποτελούμενη από καθηρημένους, πρώην ιερείς. Το θέμα της αλλαγής ή διόρθωσης ημερολογίου, από απλό και συμβατικό θέμα, ανήγαγαν σε μέγα θεολογικό και δογματικό ζήτημα τρεις πρωτεργάτες τού παλαιοημερολογιτισμού. Οι αποκοπέντες του 1935 σχεδόν αμέσως διχάστηκαν, συγκεκριμένα το 1937, και τότε ξεκίνησε η πορεία των ατέρμονων διασπάσεων, που γνωρίζει και σήμερα ο παλαιοημερολογίτικος χώρος, µε αποτέλεσμα αυτό που οι ίδιοι οι παλαιοημερολογίτες ονόμασαν: τις «παρατάξεις του παλιού ημερολογίου». Οι μετά το 1937 μόλις δύο παλαιοημερολογίτικες παρατάξεις έγιναν σήμερα µε διαδοχικές διασπάσεις, αλληλοκαθαιρέσεις, αντιπαλότητες, αλληλοαποτειχισµούς, αλληλοαναθέματα (!) κλπ περισσότερες από 12.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Ματθαιικούς του Κηρύκου, τους Ματθαιικούς Ανδρεϊκούς, τους Ματθαιικούς Νικολαΐτες, τους Ενιστάµενους ή Κυπριανίτες, τους Φλωρινικούς Κιουσικούς, τους Φλωρινικούς Μακαρίτες, τους του Λαρίσης Αθανασίου, τους Αρχαγγελίτες του Μιχαήλ, τους εκ των Ουκρανών σχισµατικών, (εσφηγμενίτες αγιορείτες) καθώς και διάφορα παρακλάδια και ανεξάρτητους.
Όλοι αυτοί, όχι µόνο δεν διατηρούν «εκκλησιαστική» κοινωνία μεταξύ τους, αλλά και χωρίζονται από θεολογικές ή θεολογικοφανείς διαφορές, καθώς και από διοικητικές, ενίοτε και από προσωπικές διαφορές.
Ο σχολαστικισμός που τους διακρίνει και οι υπερβολές προτεσταντικού τύπου, η εμμονή στο «γράμμα του νόμου», στο «δέντρο και όχι στο δάσος», σε συνέργεια µε την προφανή θεοεγκατάλειψη, τους οδηγούν σε συνεχείς διασπάσεις, τμηματικές επανενώσεις και επαναδιασπάσεις, καθώς και σε θεολογικές πλάνες.
Σε αυτή τη Βαβυλωνία, καμμία παλαιοημερολογίτικη παράταξη δεν έχει ιεροσύνη ή έγκυρα μυστήρια. Οι ιεροπραξίες τους έχουν νομική µόνο, όχι πνευματική κάλυψη, αφού καταγράφονται στα ληξιαρχεία οι «βαπτίσεις» και οι «θρησκευτικοί γάμοι» τους.
Οι ευρισκόμενοι εκτός Εκκλησίας, όσο και αν δηλώνουν πως είναι «Εκκλησία» ή μοιάζουν µε την Εκκλησία, δεν έχουν αγιαστικά μυστήρια, είναι «βάρκες που έχουν εγκαταλείψει το πλοίο της Εκκλησίας και πορεύονται μόνες τους στο πέλαγος».

Ε) ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ
Το παλαιοημερολογίτικο φαινόμενο είχε και έχει πολιτικά, αρχηγο-κεντρικά,
Οικογενειο-κρατικά, προσωπο-κεντρικά και τοπικά χαρακτηριστικά:

α. πολιτικά:
διότι προερχόταν καθ’ ολοκληρίαν από τους φιλοβασιλικούς και ακροδεξιούς, ενώ και σήμερα έχει το κύριο μέρος των οπαδών του από το χώρο της δεξιάς, ακόμη και της άκρας δεξιάς, της ξενοφοβίας και του εθνικισμού, χαρακτηριστικά που πόρρω απέχουν από το σκοπό και το χαρακτήρα της Εκκλησίας του Χριστού.

β. αρχηγικά:
τόσο διότι υπέκρυπτε την πικρία ορισμένων που δεν είχαν αναδειχθεί σε καίριες διοικητικές θέσεις της Εκκλησίας, όσο και διότι το κίνημα αυτό είχε και έχει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό επίδοξων «ηγετών». Ακόμη και σήμερα, η αναλογία «αρχιεπισκόπων» και «επισκόπων» σε σχέση µε οπαδούς είναι πολύ μεγάλη.
Αρκετά συχνό είναι το φαινόμενο των αποσκιρτήσεων από µία παλαιοημερολογίτικη παράταξη και ίδρυση νέας µε επικεφαλής τον αποκηρυχθέντα ή τον φερόμενο ως «δυσαρεστημένο» ή αποσκιρτήσαντα για «σοβαρούς δογματικούς λόγους», όπως επικαλούνται πάντοτε.

γ. οικογενειο-κρατικά:
διότι συχνά οι διαμορφούμενες «σύνοδοι» αποτελούνται από οικογένειες, πχ. θείους και ανίψια, ενώ οπαδοί των διαφόρων παλαιοημερολογίτικων παρατάξεων είναι σήμερα κυρίως ο ευρύτερος συγγενικός κύκλος των σημερινών «αρχιερέων» μίας εκάστης παράταξης, από τις πολλές που έχουν έκτοτε αναφυεί. Γενικά, ο παλαιοημερολογιτισμός διέπεται από έντονο φατριασμό.

δ. προσωπο-κεντρικά:
διότι αρκετοί, καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα, οπαδοί του παλαιοημερολογιτισμού, προσκολλώνται σε συγκεκριμένο πρόσωπο δήθεν «αρχιερέως» και τον ακολουθούν τυφλά σε εκτός Εκκλησίας ατραπούς, µε την αυταπάτη πως είναι οι κατ’ εξοχήν «εντός» Εκκλησίας.

ε. τοπικά:
διότι επίκεντρο του παλαιοημερολογιτισμού μπορούν δικαίως να θεωρηθούν τα
Μεσόγεια της Αττικής.

ΣΤ) ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ
Από τους αρχικούς υποκινητές και υποστηρικτές της παλαιοημερολογίτικης κίνησης του 1935, η πλειονότητα µεν εν μετανοία επέστρεψαν στην Εκκλησία, όταν κατάλαβαν το άτοπο και ανούσιο της κίνησής τους, η μειονότητα δε αμετανόητοι καθαιρέθηκαν από την Εκκλησία αν ήταν ιερείς ή παρέμειναν οπαδοί του σχίσματος, αν ήταν λαϊκοί. Από τον κόσμο, η μεγάλη πλειοψηφία αυτών που αρχικώς πλανήθηκαν στο σχίσμα, σύντομα επέστρεψαν στην κανονική Εκκλησία, η οποία τους αντιμετώπισε µε αγάπη και επιείκεια.
Ηγέτες αυτού που κατέληξε σε σχίσμα απέμειναν µόνο ο πρώην μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης και ο πρώην ιερέας Ματθαίος Καρπαθάκης (ή Καρμπαδάκης), ο οποίοι χωρίστηκαν και μεταξύ τους δύο μόλις χρόνια μετά την εθελούσια αποκοπή τους από την Εκκλησία, δηλαδή το 1937.
Ομοίως, συμπαρέσυραν σε χωρισμό τους οπαδούς τους. Μάλιστα, οι πρωτεργάτες τού σχίσματος ονόμασαν «ανάληψη ιερού αγώνα» την πνευματική αποκοπή τους και την ηγεσία τού σχίσματος, χαρακτηριστικό του ότι είχαν πλανηθεί.
Η παράταξη τού Καβουρίδη έμεινε σύντομα χωρίς επισκόπους και ιερείς, οπότε αναζήτησε πνευματική κάλυψη εκτός Ελλάδος, έστω και αντικανονικώς. Η παράταξη τού Καρπαθάκη αρχικά «χειροτόνησε» αντικανονικώς «επισκόπους», αλλά κατόπιν και αυτή αναζήτησε πνευματική «νομιμοποίηση» εκτός Ελλάδος, αντικανονικώς και πάλι.
Η αποκοπή από την Εκκλησία και η, άνευ έγκρισης από την αρμόδια Ιερά Σύνοδο, αυτοσχέδια «χειροτονία επισκόπων» δεν έλυσε το πρόβλημα του σχίσματος, που μόλις είχε επιτελεστεί: οι παλαιοημερολογίτες, κατά τραγική έκβαση, έμειναν μακράν της Εκκλησίας και χωρίς Αποστολική Διαδοχή, απαραίτητη μαζί µε την Ορθή Πίστη, για την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στα μυστήρια.
Οι «ιερείς» τους ήταν όλοι ανεξαιρέτως είτε καθηρημένοι είτε χωρίς εκκλησιαστική χειροτονία. Το αυτό ισχύει και για τους σημερινούς διαδόχους τους. Έως σήμερα τελούν «ιεροπραξίες» σε παλαιοημερολογίτικους ναούς, οι οποίες, σύμφωνα µε την Εκκλησία και τους κανόνες της, έχουν µόνο τύπο και όχι ουσία, έξωθεν ομοιάζουν εξαιρετικά µε τις ορθόδοξες, αλλά είναι πνευματικώς και αγιαστικώς κενές, κατά τραγική απόρροια της εκούσιας εκκοπής των ρασοφόρων παλαιοημερολογιτών από την Εκκλησία. Απλουστευτικά, κάθε μυστήριο έχει ορατό ή υλικό μέρος και αόρατο ή πνευματικό μέρος, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς τι συμβαίνει και τι δεν συμβαίνει σε έναν παλαιοημερολογίτικο ναό, όσο και αν αυτός και οι ρασοφόροι του ομοιάζουν οπτικά προς έναν πραγματικά ορθόδοξο ναό ή προς ορθόδοξους ιερείς. Πράγματι, μέγα μέρος από όσα συμβαίνουν σε έναν κανονικό ορθόδοξο χριστιανικό ναό είναι πνευματικά και υπεράνθρωπα, άρα αόρατα.
Πάντως, πολύς κόσμος αντελήφθη το αδιέξοδο του παλαιοημερολογιτισμού το 1950 και 1951μετά την αποκάλυψη βασανισμών παιδιών, υφαρπαγής περιουσιών και οικονομικών σκανδάλων στην παλαιοημερολογίτικη «µονή Πευκοβουνογιάτρισσας» της Κερατέας Αττικής και την καταδίκη της αυτόκλητης «ηγουμένης» Μαριάμ σε ισόβια κάθειρξη.
Επίσης, ο παλαιοημερολογιτισμός, ως εκφραστής σκοταδιστικών και ακραίων απόψεων περί την ορθόδοξη πίστη άρχισε ραγδαία να χάνει οπαδούς µε την άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου τού ελληνικού λαού και την υποχώρηση τού αναλφαβητισμού κατά τις δεκαετίες ’50, ‘60 και ’70. Έως τότε παρουσίαζε στασιμότητα.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά ο παλαιοημερολογιτισμός έχει χάσει μεγάλο μέρος των οπαδών του, λόγω των μεγάλων εσωτερικών ρήξεων και διασπάσεων που συνέβησαν σε όλες σχεδόν τις παρατάξεις.
Στην Ελλάδα δεν έχει γίνει καμία συστηματική καταγραφή των παλαιοημερολογιτών, αλλά ο αριθμός τους οπωσδήποτε δεν υπερβαίνει τις 40-50.000, σύμφωνα µε έκθεση του State Department του 2001.
Κυρίως πρόκειται για άτομα μεγάλης ηλικίας. Ο απλός κόσμος, που από άγνοια ή παραπληροφόρηση συντάσσεται µε κάποια από τις μερίδες των παλαιοημερολογιτών σήμερα φυλλορροεί, εντασσόμενος σύντομα και πάλι στην Εκκλησία. Μάλιστα, υπάρχει πλειάδα σχισματικών «κληρικών», που, εμπρός στα αδιέξοδα τού παλαιοημερολογιτισμού, προσέρχονται στην κανονική Εκκλησία, όπου χειροτονούνται εξαρχής.
Το φαινόμενο της προσέλευσης πρώην σχισματικών, λαϊκών και οιονεί «κληρικών», στην Εκκλησία είναι έντονο, αλλά αποκρύπτεται συστηματικά από τους παλαιοημερολογίτες.
Αυτό που προβάλλουν µόνο είναι η μετάβαση οιονεί «κληρικών» από ξένη παράταξη στην δική τους, λόγω των εντονότατων αντιθέσεων που σοβούν μεταξύ τους, εντονότερων συχνά και από τη διαμάχη που δημιουργούν µε την κανονική Εκκλησία.

Πηγή:ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΑΛΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ, υπό Μιχάλη Γεωργιάδη

Αναγνώστες