Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Αφιέρωμα εις τον μακαριστόν Μητροπολίτην Σηλυβρίας κυρόν Αιμιλιανόν

Δύο χρόνια πέρασαν από εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό τις 22ας Φεβρουαρίου 2008 όπου άφησε την τελευταία του πνοή ο πολυσέβαστος Μητροπολίτης Σηλυβρίας ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ (ΤΙΜΙΑΔΗΣ) σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών (95)
Το κενό που άφησε στις καρδιές και στις ψυχές των ανθρώπων που των διακονούσαν είναι μεγάλο.
Ήταν ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ που σε κάθε πνευματικό ή προσωπικό πρόβλημα προσπαθούσε να σε καθοδηγήσει με αγάπη και με κατανόηση. Όμως δεν μπορώ να ξεχάσω την απλότητα, την αγάπη, την καλοσύνη που έδειχνε σε κάθε άνθρωπο.
Δεν μπορώ να ξεχάσω τις αγωνίες για τα οράματά του, για την Εκκλησία, για τα περιβαλλοντικά προβλήματα της πόλεώς μας αλλά και του πλανήτη.
Δεν μπορώ να ξεχάσω τις προσευχές του.
Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως θρησκείας τους έβλεπε ως εικόνα Θεού.
Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι στο κρεβάτι του πόνου κάθετε να γράφει για το πως πρέπει να συμπεριφέροντε τα παιδιά μέσα στο ιερό.
Δεν μπορώ να ξεχάσω τις τελευταίες συμβουλές Του, Δεν ξεχνώ τον πόνο του, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ.
Αιωνία Σου η μνήμη άγιε γέροντα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σηλυβρίας, Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Ευρώπης κυρός Αιμιλιανός (Τιμιάδης) γεννήθηκε το έτος 1916 στην Κωνσταντινούπολη, λαβών το όνομα του αδελφού της μητέρας Του, Εθνομάρτυρα Μητροπολίτου Γρεβενών Αιμιλιανού.
Η Μικρασιατική καταστροφή και η εξ αυτής ανταλλαγή των πληθυσμών ανάγκασαν την οικογένειά Του να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου έλαβε την εγκύκλια μόρφωσή Του.
Η έφεσή Του στα οικονομικά τον οδηγεί στην απόφαση να φοιτήσει στην Εμπορική Σχολή Αθηνών, ενώ συγχρόνως εργαζόταν προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην.
Μετά το πτυχίο της Εμπορικής Σχολής, εγγράφηκε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το έτος 1941 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1942 Πρεσβύτερος και έλαβε ταυτόχρονα το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη, τοποθετήθηκε ως εφημέριος και προϊστάμενος του Ιερού Ναού της Κοινότητας Μακροχωρίου της Κωνσταντινουπόλεως.
Το έτος 1947 με πρωτοπεί του διευθυντού της σχολής Χάλκης και με την συναίνεση του Πατριάρχου Αθηναγόρα κλήθηκε και διακόνησε ως Πρωτοσύγκελος, την Μητρόπολη Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας.
Παράλληλα τελείωσε την Θεολογική Σχολή της Οξφόρδης.
Το 1950 μετέβη στο Βέλγιο για να σπουδάσει την Λειτουργική.
Εκεί, προκειμένου να ασκήσει ποιμαντική στους μετανάστες, ναυτικούς και εργάτες των ορυχείων, αποφασίζει να εργασθεί ως απλός εργάτης στα ορυχεία, και με πρωτοπεί των ίδιων των εργαζομένων άφησε την ποιμαντική στα έγκατα της γης για να ποιμάνει τις οικογένειες αυτών των ανθρώπων μου μοχθούσαν για τα προς το ζην.
Ως ένδειξη σεβασμού του πρόσφεραν μια «λυχνία» αυτή βαστούσε κατά την διάρκεια της ζωής του αλλά και κατά την εξόδιο ακολουθία.
Το 1959 χειροτονείται Επίσκοπος στο Παρίσι κατόπιν εντολής του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο οποίος εκτιμώντας τον χαρακτήρα Του, την μόρφωσή Του και την γλωσσομάθειά Του, τον τοποθέτησε αντιπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Γενεύη, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, όπου υπηρέτησε 25 έτη ως τακτικός και άλλα 15 έτη μετά την συνταξιοδότησή Του.
Το έτος 1999 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Κατά το διάστημα αυτό ηναλώθη κυριολεκτικά, διαθέτωντας όλες τις δυνάμεις Του, στην πνευματική οικοδομή του λαού Του Θεού. Μετέβαινε από χωρίον εις χωρίον, ακούραστος με νεανικό πάθος, φλόγα και δύναμη ιερουργών και κηρύττων τον λόγον Του Θεού. Οργάνωνε εσπερινές ομιλίες, εξομολογούσε, νουθετούσε, ελάμβανε ενεργό μέρος σε σεμινάρια και ιερατικές συνάξεις. Άνθρωπος που ζούσε έντονα το παρόν και αγωνιούσε εντονώτατα για το μέλλον της εκκλησίας και της κοινωνίας γενικότερα. Πολύγλωσσος και πολυγραφότατος, αφήκε βαριά πνευματική παρακαταθήκη στα συγγράμματά Του και τα δεκάδες άρθρα Του.
Της 22 Φεβρουαρίου του 2008 άφησε την τελευταία του πνοή μετά από ένα χρόνο σκληρής μάχης με την επάρατο νόσο.

Αναγνώστες