Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Β' Κυριακή των Νηστειών

«Τέκνον, αφέωνται σοι αί άµαρτίαι σου»
Αν σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί θελήσουμε να μιλήσουμε για την αμαρτία και τα περί της αμαρτίας, αυτόματα χαρακτηριζόμαστε καθυστερημένοι και σκοταδιστές.
Αν τολμήσουμε, να ισχυριστούμε, πως η αμαρτία φθείρει την ύπαρξή µας και δηλητηριάζει τις ανθρώπινες κοινωνίες, γινόμαστε εχθροί της προοδευτικότητας και επικίνδυνοι πράκτορες των αντιδραστικών δυνάμεων.
Η αμαρτία θεωρείται ταμπού, και πρέπει να σβηστεί από τον πίνακα των ενοχλητικών θεμάτων, να μην ακούγεται ούτε σαν λέξη, και πολύ περισσότερο, να μην αντιμετωπίζεται σαν πραγματικότητα. Ο Κύριός µας, όμως ομιλεί µε σαφήνεια για την αμαρτία, και αποδίδει το μεγάλο δράμα, της προσωπικότητάς µας, στην αμαρτία.
Ιδιαίτερα η στάση που πήρε μπροστά στον παράλυτο και ο πρώτος λόγος, που βγήκε από τα χείλη του καθώς τον αντίκρισε στη μέση του σπιτιού, µας φέρνουν στο κέντρο του προβληματισμού της αμαρτίας, και µας αναγκάζουν να δούμε το θέμα ελεύθεροι απ᾿ τις προκαταλήψεις της εποχής µας, µε διάθεση ν᾿ αντιμετωπίσουμε κατάματα και άφοβα την καθαρή πραγματικότητα.
Πολλές και περίεργες ερμηνείες δίδουν πολλοί σήμερα, στην λέξη αμαρτία. Άλλοι την φαντάζονται ως ψυχολογικό σύνδρομο, άλλοι ως αποτέλεσμα της διαταραχής της ψυχονευρωτικής ισορροπίας, άλλοι ως µία εκδήλωση απλής αρρώστιας, άλλοι ως φαινόμενο κοινωνικού αποκλεισμού και απομόνωσης, άλλοι ως συνέπεια αρρωστημένης παιδείας.
Ωστόσο, όπως και να έχει το θέμα, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα µάτια µας μπροστά στην αμαρτία, διότι είναι πραγματικότητα και μάλιστα απ᾿ τις πιο σκληρές, που ζητάει τίμια αντιμετώπιση.
Μας υποχρεώνει σε αναζήτηση βοήθειας, προκειμένου να κατορθώσουμε να λυτρωθούμε απ᾿ αυτήν.
Ο Ιησούς Χριστός µας ομιλεί ανοικτά και αποκαλυπτικά για την αμαρτία, και βεβαίως, όχι μονάχα στο περιστατικό, που ακούσαμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, αλλά πολύ συχνά σε όλο το εύρος των ευαγγελικών κειμένων, όπου µε σαφήνεια δίδεται η φυσιογνωμία της αμαρτίας και η ποιότητά της.
Σύμφωνα λοιπόν, µε τα ιερά κείμενα, αμαρτία είναι η θεληματική άρνηση του Θεού, είναι πράξη που την σχεδιάζουμε και την κάνουμε µε πλήρη συμμετοχή του λογικού και της επιθυμίας µας και σε ατμόσφαιρα απόλυτης ελευθερίας.
Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου της Γενέσεως διαπιστώνεται αυτή η πρώτη αρνητική στάση του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού, δηλαδή η πρώτη αμαρτία.
Ο διάβολος έβαλε μπροστά στον άνθρωπο τον πειρασμό, και ο άνθρωπος σκέφτηκε, επιθύμησε, αποφάσισε και αμάρτησε.
Η απομάκρυνση του Αδάμ και της Εύας από την τρυφή του παραδείσου ήταν το αποτέλεσμα της παρακοής, το αποτέλεσμα της αμαρτίας, αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στην εντολή της αγάπης του Θεού και από την τελειότητα εισήλθαν στην αμαρτία στη φθορά των παθών και τέλος στον Θάνατο.
Χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστοµος παρομοιάζει την αμαρτία µε κάποιον που είναι μέθυσος, που όταν πίνει, δεν καταλαβαίνει τις πράξεις που κάνει, όταν ξεμεθύσει όμως, τότε βλέπει τις ζημιές που προκάλεσε. Αυτό πέτυχε και ο διάβολος να μεθύσει τους πρωτοπλάστους τόσο όσο να μην "καταλαβαίνουν" την πράξη που έκαναν διότι αφέθηκαν χωρίς σκέψη στην σκοτεινή εισήγηση του διαβόλου, παραδόθηκαν στις σκοτεινές και θολές σκέψεις και πραγματοποίησαν την αμαρτία.
Έτσι, αν θα θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό της αμαρτίας, στο συγκεκριμένο περιστατικό θα λέγαμε ότι αμαρτία είναι: η ανυπακοή του πλάσματος προς τον πλάστη και κατά την πατερική διδασκαλία αμαρτία σημαίνει αστοχία και η χαρακτηριστική εικόνα είναι αυτή του τοξοβόλου, που αν και σημαδεύει τον στόχο, από µία απροσεξία αστοχεί και χάνει τον στόχο του. Μετά από αυτά τα γενικά, περί της αμαρτίας, ας δούμε µε ιδιαίτερη προσοχή αυτό που η σημερινή ευαγγελική περικοπή µας τονίζει, τον συσχετισμό της αμαρτίας και της αρρώστιας.
Τέσσερεις άνθρωποι μεταφέρουν επάνω σ᾿ ένα κρεβάτι έναν παράλυτο και τον οδηγούν στον Κύριο, για να τον θεραπεύσει. Αφού έφτασαν στο σπίτι όπου εδίδασκε ο Ιησούς, δυστυχώς δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν λόγω του μεγάλου συνωστισμού.
Θέλοντας όμως, να τον βοηθήσουν, δεν απογοητεύονται, δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια, δεν παγώνει το ενδιαφέρον στο να βοηθήσουν τον πλησίον τους και προβαίνουν σε δυναμική και κοπιαστική ενέργεια, ανεβαίνουν στην στέγη, την αποστεγάζουν και κατεβάζουν τον παράλυτο μπροστά στον Χριστό.
Για τον Ιησού ήταν µία από τις πολλές περιπτώσεις θεραπείας και ιάσεως που αντιμετώπιζε, και όπως πάντα, ως πρώτη κίνηση, ερευνά και διαπιστώνει την βασικότερη προϋπόθεση, για την συντέλεση του θαύματος της θεραπείας του παράλυτου, δηλαδή την πίστη.
Και την βρίσκει όχι στον παράλυτο, αλλά και σ᾿ αυτούς που τον μετέφεραν εκεί, και σημειώνει ο Ευαγγελιστής: «Ίδων την πίστιν αυτών λέγει τω παραλυτικώ˙ τέκνον αφεωνταί σοι αί άµαρτίαι σου».
Μα τι γίνεται εδώ; Αναρωτιούνται έκπληκτοι όλοι οι παραβρισκόμενοι. Έφεραν τον παραλυτικό να τον θεραπεύσει και αντί για αυτό του λέει: «τέκνον αφεωνται σοι αί άµαρτίαι σου;» όντως λογικό το ερώτημα, εύλογη η απορία και η έκπληξη.
Ποια σχέση μπορεί να έχει η αμαρτία µε την αρρώστια; πως μπορεί να θεμελιωθεί αυτή η άποψη, που επικρατούσε στην κοινωνία των Ιουδαίων, ότι η κάθε ασθένεια που υποβόσκει μέσα µας ή που κατατρώει τα σπλάχνα µας μπορεί να αποδοθεί στην αµαρτωλότητά µας; Αν ρωτήσουμε την ανθρώπινη επιστημονική άποψη, θα µας πουν οι σημερινοί ερευνητές πως, εκτός από τις ασθένειες, που γεννιούνται άμεσα απ᾿ την αμαρτία, υπάρχουν πολλές, που είναι ο απόηχος της φθοράς της ψυχής, του κονισμού που δημιουργεί στον ψυχικό µας κόσμο η περιπέτεια και το άγχος.
Αλλά πάνω και πέρα, από την επιστημονική άποψη, που αναγνωρίζει ψυχογενή αιτίες στην γέννηση και στην πρόοδο της αρρώστιας, η Βιβλική αποκάλυψη δίδει την ερμηνεία αυτού του συσχετισμού.
Το σώμα δεν αποδεσμεύεται από την ψυχή και η ψυχή µας δεν απομονώνεται από το σώμα µας, εφόσον είμαστε ζωντανή.
Εκφραζόμαστε ως ψυχοσωματικές οντότητες, δηλαδή είμαστε πρόσωπα, και αυτό σημαίνει, πως, µία αμαρτία, που τραυματίζει την ψυχή, αλλοιώνει τον όλο άνθρωπο, τον βάζει σε περιπέτεια και του κλέβει την υγεία.
Η αμαρτία ως φθορά, είναι αλλοίωση της προσωπικότητας, είναι αυτό που λέγει ο Μέγας Βασίλειος «φθορά εστιν αρρώστηµα».
Μία τέτοια αλλοτριωμένη, από την αμαρτία, ανθρώπινη υπόσταση βρίσκεται στην διαδικασία του θανάτου, έστω και αν ακόμη δεν έχει εκδηλωθεί µία λειτουργική σωματική βλάβη, γεύεται ήδη ο αμαρτωλός αυτή την επιθανάτια οδύνη. Αυτή η αλλοτρίωση, αυτή η αλλοίωση, που προκαλεί η αμαρτία ενεργεί εύκολα και καταστροφικά στο σώμα και σαν μια μυλόπετρα συνθλίβει το σαρκικό σκεύος, δηλαδή το σώμα, το οποίο εμπεριέχει την ψυχή.
Ο Κύριός µας ο μεγάλος καρδιογνώστης «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τα κρύφια των ανθρώπων πάντα» βλέποντας τον παράλυτο ανακάλυψε αυτήν την ιδιομορφία της αρρώστιας του και σπεύδει να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, να βάλει το νυστέρι της αγάπης του πολύ βαθειά κάτω απ᾿ αυτό που φαίνεται, ώστε να αφαιρέσει την αιτία της σωματικής παραλυσίας, που είναι η αποθηκευμένη και συσωρευµένη αμαρτία και λέγει στον παράλυτο «τέκνον αφεωνται σοι αί αµαρτίαι σου». Ο Κύριός µας, μπροστά στο θέαμα του παράλυτου δεν χρονοτριβεί, δεν μένει να ζητήσει πληροφορίες για την προέλευση και για την εξέλιξη της αρρώστιας.
Ρίχνει µία ματιά, βλέπει το πρόσωπο του παράλυτου, διαβάζει τα σημάδια της πονεμένης καρδιάς του, που είναι χαραγμένα μέσα και έξω στην ψυχή δηλαδή στο σώμα του και αμέσως µε αγάπη και δύναμη, µε εξουσία θεϊκή, αλλά και πατρική στοργή, του λέγει: «παιδί µου σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» αλλά πέρα από την πνευματική υγεία του χαρίζει µε το δεύτερο πρόσταγμα και την σωματική υγεία, λέγοντάς του: «σοι λέγω εγέρθητι άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει ... »
Ο παράλυτός του σημερινού ευαγγελίου ελεήθηκε πολλαπλός από τον Κύριο, πρώτον από το πνευματικό θάνατο, δεύτερον από την σωματική αναπηρία και τρίτον από τον κοινωνικό αποκλεισμό, αφού κατά την Ιουδαϊκή νοοτροπία οι ασθενείς απομονώνονταν από το κοινωνικό σύνολο, ως εκτίοντας τιμωρία εκ μέρος του Θεού για τα προσωπικά ή για τα οικογενειακά αμαρτήματα τους ήταν δηλαδή κατά την Ιουδαϊκή αντίληψη καταραμένοι από το Θεό.
Αδελφοί µου. Η αμαρτία είναι µία πραγματικότητα, που παραμορφώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, που µας φέρνει πιο κοντά στον θάνατο και µας απομακρύνει από τον Θεό όπως μας λέγει ο Μέγας Βασίλειος «Θεού άγνοια, θάνατος εστι ψυχής», αλλά και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει ότι όταν ομιλούμε για την αμαρτία εννοούμε κυρίως τον χωρισμό από τον Θεό.
Ωστόσο, ο Κύριός µας μπορεί αν το θελήσουμε, να µας πιάσει από το χέρι, να διοχετεύσει μέσα µας, το ρεύμα της θείας ζωής, συγχωρώντας τις αμαρτίες µας, καθαρίζοντας την ψυχή µας και ελευθερώνοντας το σώμα µας από την φθορά, ανακαινίζοντας ολόκληρη την ύπαρξή µας, και µας κάνει γνήσια µέλη της οικογένειά του. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να μην έχει αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αμαρτίας. Η φυγή και η λήθη, όμως δεν λύνουν το πρόβλημα, αντίθετα η καταφυγή στην αγκαλιά του Θεού και η προσφυγή στην ευσπλαχνία του, όχι απλός την λύνει, αλλά την εξαφανίζει. Και αυτό το πετυχαίνουμε με το ιερό και Θεοσύστατο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.
Ας θελήσουμε αδελφοί µου, να µας γίνει βίωμα αυτό που μας λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίµακος «γύμνωσε το τραύμα σου στον πνευματικό ιατρό, και πες την αμαρτία σου και μην ντραπείς».
Ο πατέρας µας, µας περιμένει στο ιερό Μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως, ας επιδείξουμε µε σπουδή τις πληγές µας και τα τραύματά µας στον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων.
Ας δείξουμε εμπιστοσύνη στην Πατρική Του αγάπη και στη Θεϊκή Του δύναμη, ώστε να αξιωθούμε να ακούσουμε αυτό το λόγο!
«τέκνον αφεωνταί σοι αί άµαρτίαι σου». ΑΜΗΝ.

Αναγνώστες