Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Οι άγιοι Τεσσαράκοντα μάρτυρες

Με το όνομα αυτό είναι γνωστοί στο εορτολόγιο της Εκκλησία μας, οι Σαράντα μάρτυρες, που μαρτύρησαν στην Σεβάστεια για το όνομα του Χριστού.
Το μαρτύριό τους συνέβη γύρω στα 307-323 μ.Χ. επί της βασιλείας του Λικινίου, εποχή κατά την οποία ο ειδωλολατρικός κόσμος κατέβαλε την τελευταία του άκαρπη προσπάθεια για το ξερίζωμα του Χριστιανισμού, που είχε πια φουντώσει για καλά.
Οι άγιοι Σαράντα κατάγονται από διάφορες πόλεις και χωριά της Ανατολής. Κανείς απ’ αυτούς δεν ήταν ρωμαϊκής καταγωγής, όπως δείχνουν τα ονόματά τους. Μέσα στο ίδιο σώμα στρατού, γρήγορα γνωρίσθηκαν και συνδέθηκαν με την χριστιανική εκείνη φιλία, που ενώνει τους πιστούς και ανάμεσά τους και με τον Χριστό.
Ο Λικίνιος, αντίπαλος του Μ. Κωνσταντίνου θέλοντας ν’ αυξήσει την επιρροή του πάνω στον ειδωλολατρικό κόσμο, εξέδωσε διατάγματα εναντίον των Χριστιανών με την εντολή κάθε ύποπτος για τα θρησκευτικά του φρονήματα να φυλακίζεται, να κακοποιείται και να θανατώνεται, σε περίπτωση επιμονής και αρνήσεως να συμμορφώνονται.
Σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα, ο έπαρχος της Καππαδοκίας Αγρικόλας, γνωστός για τα αντιχριστιανικά του αισθήματα, επιδόθηκε στο απάνθρωπο έργο του διωγμού.
Οι έρευνές του τον οδήγησαν και στους σαράντα νέους. Αυτή η ανακάλυψη δεν ευχαρίστησε τόσο τον Αγρικόλα, γιατί η καλή φήμη του τάγματος, στο οποίο υπηρετούσαν ήταν πασίγνωστη.
Επί πλέον εκτιμούσε τον ζήλο και την προθυμία τους, την εξαίρετη ανδρεία τους στις μάχες και τις πιστότητα και την αφοσίωση τους στο καθήκον.
Η διαπίστωση πως οι γενναίοι αυτοί στρατιώτες ανήκουν στην «αίρεση του Ναζωραίου», όπως αποκαλούσαν χλευαστικά τον Χριστιανισμό έκαμε τον Αγρικόλα να οργισθεί εναντίον τους.
Ο έπαρχος θέλοντας να τους σαγηνεύσει και να τους μεταπείσει, έπλεξε το εγκώμιό τους και τόνισε μαζί με τις στρατιωτικές τους αρετές και την υποδειγματική τους προσήλωση στην υπηρεσία και τον σεβασμό τους στο πρόσωπο του βασιλιά. Τους πρότρεψε ν’ αφήσουν την «πλάνη», στην οποία βρέθηκαν και να επιστρέψουν στους θεούς των πατέρων τους, στους βωμούς της επίσημης θρησκείας.
Για τους συντρόφους του την απάντηση την έδωσε ο Κάνδιδος: «εξοχώτατε, σ΄ ευχαριστούμε θερμά για τα επαινετικά σου λόγια και δηλώνουμε ότι δεν κάνουμε τίποτε παραπάνω από το καθήκον προς την πατρίδα και προς τα πρόσωπα που την κυβερνούν. Ο Χριστός, στον οποίον πιστεύουμε ως Θεό και Σωτήρα, Αυτός διατάζει ν’ αποδώσουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Πως λοιπόν, πως μπορούμε να μη αποδώσουμε τα ανήκοντα στον Θεό, που είναι ο εμψυχωτής του ηρωισμού μας, της αγάπης, της τάξεως και πειθαρχίας, των αρετών που τράβηξαν την προσοχή σου; Εκτός απ’ αυτό ποιόν βλάπτουμε ή αδικούμε πιστεύοντας σ’ ένα τέτοιο Χριστό; Η διδασκαλία του Ευαγγελίου είναι να υποκρούουμε τους άρχοντες έστω και αν δεν πρεσβεύουν όσα εμείς ως Χριστιανοί πιστεύουμε. Γιατί ν’ ανακρινόμαστε και να λογοδοτούμε σαν ένοχοι και εγκληματίες για την λατρεία, που μας οδηγεί σε τέτοια φωτεινά έργα;».
Σ’ αυτά τα συνετά λόγια των Σαράντα ο Αγρικόλας, γεμάτος οργή, δίνει για απάντηση την διαταγή να φυλακιστούν, ελπίζοντας στη μεταστροφή. Εκεί, στο δεσμωτήριο, προσευχήθηκαν, ενίσχυσαν ο ένας τον άλλον με λόγια πίστεως και παρηγορήθηκαν. Σύμφωνα με κάποια παράδοση στη φυλακή εμφανίζεται ο ίδιος ο Κύριος και τους προτρέπει να μείνουν ακλόνητοι μέχρι τέλους,
Ύστερα από απειλές και κακοποιήσεις για εκφοβισμό επί μία εβδομάδα, τελευταία παρουσιάζουν τους αγίους Μάρτυρες στον δούκα Λυσία, που εξασκούσε καθήκοντα ανωτέρου δικαστού.
Την δίκη αυτή από προσωπικό ενδιαφέρον παρακολούθησε και ο Αγρικόλας γεμάτος αγωνία κι’ απορία.
Ο Λυσίας με μεγάλη επιτηδειότητα χρησιμοποίησε όλα τα μέσα και τους τρόπους για να μεταβάλουν γνώμη, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τότε ο έπαρχος συμβούλευσε τον Λυσία να εκδώσει την τελική απόφαση, διότι είπε «δεν γνωρίζει στον κόσμο πιο πεισματάρηδες ανθρώπους από τους Χριστιανούς».
Ασφαλώς είχε παρεξηγήσει την άκαμπτη πίστη των Μαρτύρων. Είναι πράγματι οι Χριστιανοί επίμονες.
Μετά την σύσταση αυτή του Αγρικόλα, ο Λυσίας, για να είναι εν τάξει με την δικαστική του «συνείδηση», άρχισε να ρωτά τον καθένα χωριστά με το όνομα, αν πιστεύει στον Ναζωραίο και αν επιμένει στις ιδέες του θυμίζοντάς του ότι ήταν η τελευταία ευκαιρία να γλυτώσει τον μαρτυρικό θάνατο. Η απάντηση σ’ αυτά τα λόγια του καθενός ήταν στερεότυπη: «Χριστιανός ειμι».
Μετά την πανηγυρική τούτη ομολογία, δεν είχε κάμει τίποτε άλλο, παρά να ικανοποιήσει το μίσος και την αποστροφή που αισθανόταν. Και, καθώς παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, η προσοχή του Αγρικόλα στράφηκε «εις το να εξεύρη τρόπον όσον το δυνατόν μακροτέρου και πικροτέρου θανάτου».
Ήταν χειμώνας. Το άγριο ξεροβόρι και το κρύο διαπερνούσε ως τα κόκκαλα. Σε μια τέτοια νύχτα, γυμνούς τους Σαράντα Μάρτυρες τους έριξαν σε μια παγωμένη λίμνη κοντά στην Σεβάστεια της Ανατολής, με τον σκοπό να πεθάνουν με το παρατεταμένο μαρτύριο της παγωνιάς.
Οι άγιοι όμως της Σεβάστειας με θαυμαστή καρτερία σήκωσαν τον βαρύ αυτόν Σταυρό. «Δριμύ το ψύχος», έλεγε ο ένας, «γλυκύς ο Παράδεισος», απαντούσε ο άλλος.
Όταν όμως το δυνατό κρύο έγινε δυνατότερο και λόγχιζε διαπεραστικά τις καρδιές τους, όπου είχε μαζευτεί το αίμα απ’ όλο το σώμα, ένας απ’ τους Σαράντα εγκατέλειψε τη λίμνη. Γονάτισε μπρός στον δήμιο-ψύχος. Κατάφυγε στον λουτρό για ζεστασιά, όμως το παγωμένο σώμα, αντικρίζοντας την φωτιά, παράλυσε, ξεψύχησε.
Ένας από τους φύλακες ο Αγλάιος, που διακρινόταν για τις αρετές του, σαν τον εκατόνταρχο Κορνήλιο των Πράξεων, είδε σαράντα αγγέλους να κατεβαίνουν κρατώντας απ’ ένα στεφάνι για τους ήρωες της Πίστεως. Αλλά ο άγγελος που κρατούσε το στεφάνι για τον αρνητή Χριστιανό δεν το άφησε πουθενά. Σαν να ζητούσε άλλον. Ο Αγλάιος την οπτασία αυτή την εξήγησε σαν πρόσκληση του Θεού προς αυτόν, όπως κι’ ήταν, μπορούσε να πει το «ουκ εγενόμην απειθής τη ουρανίω οπτασία». Ξεντύθηκε και ρίχθηκε στην λίμνη φωνάζοντας: «Χριστιανός ειμι».
Η αυγή τους βρήκε ημιθανείς. Ο σαδισμός τους συμπληρώθηκε. Τους έβγαλαν από την λίμνη και συνέτριψαν τα σκέλη και τις πλευρές τους για να ξεψυχήσουν. Ύστερα έρριψαν πάνω στην πυρά τα σώματά τους. Τα υπολείμματα τα πέταξαν στον ποταμό.
Οι Χριστιανοί βρήκαν αναζητώντας τα λείψανα των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και τα έθαψαν με ιδιαίτερη ευλάβεια σ’ ενιαίο τάφο.
Η αιματοπότιστη φυτεία είχε ανάγκη ν’ αρδεύεται διαρκώς με το τίμιο αίμα των μαρτύρων και ηρώων της πίστεως.

Αναγνώστες