Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Κυριακή του Θωμά

Φόβο και θλίψη κατέλαβε τις ψυχές των Μαθητών του Κυρίου μας, ύστερα από τη Σταύρωση «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα της ποίμνης». Η θλίψη και ο φόβος ήταν το μεγάλο εμπόδιο για να παραδεχθούν την Ανάσταση του διδασκάλου τους.
Όλοι αμφιβάλουν, διστάζουν, κλονίζονται, θυμούνται τα τελευταία λόγια του Διδασκάλου «Αμήν Αμήν λέγω υμίν ότι κλαύσετε και θρηνήσετε υμείς…υμείς δε λυπηθήσετε, αλλ’ η λύπη υμών χαρά γενήσεται...».
Τότε έρχονται η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες μυροφόρες φέρνοντας την είδηση ότι «Ανέστη ο Κύριος» και θεωρούν τα λόγια τους σαν «φλυαρίες» κι έρχεται ο ίδιος ο Κύριος να επιβεβαιώσει το μήνυμα της Αναστάσεως.
Μας λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής ήσαν όλοι οι Μαθητές συγκεντρωμένοι στο υπερώο με κλειστές τις πόρτες «δια τον φόβο των Ιουδαίων» κρυμμένοι, φοβισμένοι «ως τα πρόβατα που δεν έχουνε ποιμένα» και εμφανίζετε ο Κύριος «εν μέσω» αυτών και τους απευθύνει το θείο χαιρετισμό «Ειρήνη υμίν».
Με τον τρόπο αυτό τους τονώνει το ηθικό, τους διώχνει κάθε αμφιβολία, τους στηρίζει τη πίστη, και τους χαρίζει το θείο και ουράνιο δώρο αυτό της ειρήνης αλλά και τη ψυχή γαλήνη.
Όμως ο Κύριος ήξερε την δυσπιστία τους και τους δείχνει αμέσως τα χέρια Του αλλά και την πλευρά Του και μας λέγει ο Ευαγγελιστής ότι «οι Μαθητές εχάρησαν ιδόντες τον Κύριον».
Όμως όταν φανερώθηκε ο Χριστός στους Μαθητές έλειπε ο Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος.
Όταν επέστρεψε στο υπερώο έτρεξαν οι υπόλοιποι Μαθητές γεμάτοι χαρά λέγοντάς του «Εωράκαμεν τον Κύριον». Του είπαν δηλαδή ότι είδαμε τον Διδάσκαλο, τον Κύριο Αναστημένο ολοζώντανο. Τον είδαμε Θωμά, του λέγουν και τι κρίμα που δεν ήσουν και συ για να τον δεις και να γεμίσει η ψυχή σου, η καρδιά σου από χαρά, από πίστη από ευφροσύνη.
Τον συναντήσαμε στο δρόμο «προς Εμμαούς» το πιστοποιούν ο Λουκάς κι ο Κλεόπας κι μιλήσαμε μαζί του, επίσης ο Πέτρος και ο Ιωάννης πήγαν στο μνημείο και το βρήκαν άδειο «Ανέστη ο Κύριος Ανέστη» τι έχασες, Θωμά, που δεν ήσουν και συ να το δείς!
Ο Θωμάς όμως εξακολουθεί ν’ αμφιβάλλει, μένη ασυγκίνητος, δεν ακούει κανέναν, δεν ικανοποιείται από την Χαρά των συμμαθητών του, θέλει ο ίδιος να Τον δει, να Τον ερευνήσει και λέγει ότι «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» δηλαδή λέγει ο Θωμάς στους συμμαθητές του ότι αν δεν δω με τα μάτια μου τις τρύπες από τα καρφιά στα χέρια του αλλά και δεν πιάσω με το δάκτυλό μου την λογχευθείσα πλευρά του δεν πρόκειται να πιστέψω». Αυτά είναι τα λόγια που ονόμασαν το μαθητή του Χριστού ως ο άπιστος Θωμάς.
Όμως ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος.
Δεν επιμένει στην απιστία από εγωισμό, από ισχυρογνωμοσύνη από κακία, από πώρωση της καρδία του, από διαστροφή, η άρνηση του ήταν αποτέλεσμα του ψυχικού πόνου, από την θλίψη για τον αδόκητο θάνατο του Διδασκάλου, είναι η αιτία που τον κάνει διστακτικό για να μη πιστέψει.
Όπως όλοι καταλαβαίνουμε, ο Θωμάς δεν είναι ο μόνος που θέλει να αποκτήσει τη γνώση με τις αισθήσεις του. Το ίδιο είχαν κάνει και οι πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο. Θέλησαν ν’ αγγίξουν και να γευθούν τον απαγορευμένο καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού και στο τέλος οδηγήθηκαν στο πνευματικό θάνατο. Διότι η εντολή του Θεού ήταν να πιστέψουν στο Λόγο του και όχι μόνοι τους να δοκιμάσουν.
Όμως λαχταρούσε να γίνει και αυτός όπως οι άλλοι μαθητές αυτόπτης και αυτήκοος στο μεγαλείο της Αναστάσεως του Χριστού. Παρακαλούσε να φωτίσει ο Κύριος το σκοτάδι της αμφιβολίας και όπως είχε υποσχεθεί «εάν τι αιτήσετε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω», άκουσε την φωνή τού Θωμά και μετά από οκτώ ημέρες εμφανίστηκε και πάλι στο υπερώο με τον θείο χαιρετισμό «Ειρήνη υμίν».
Απευθυνόμενος προς τον Θωμά του δείχνει τα χέρια Του αλλά και την λογχευθείσα Πλευρά Του και ο Θωμάς αναφώνησε εν παρρησία «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» και ο Κύριος του απαντά «ότι εώρακάς με πεπίστευκας, μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
Δύο χιλιάδες χρόνια μετά τα σωτήρια πάθη και το θρίαμβο της αναστάσεως του Κυρίου, καλούμαστε, αγαπητοί μου αδελφοί, να προσκυνούμε το Σταυρό του Κυρίου και να δοξάζουμε την Ανάστασή του.
Εμείς δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να γνωρίσουμε με τις αισθήσεις μας ότι πράγματι ο Κύριος ανέστη.
Έχουμε όμως την ελευθερία να πιστεύσουμε τους Αποστόλους αλλά και στην μαρτυρία του Θωμά που είναι αυτόπτες και αυτήκοοι. Και να ομολογήσουμε μαζί τους ότι και εμείς έχουμε δει τον αναστημένο Κύριο να οδηγεί τις αποφάσεις μας και να διαμορφώνει το φρόνημα και το ήθος μας.
Η πίστη, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν είναι αποτέλεσμα της εμπειρικής γνώσης. Είναι δώρο της χάριτος του Θεού.
Γι’ αυτό είναι μακάριος εκείνος που, ενώ δεν βλέπει τον αναστημένο Χριστό με τις αισθήσεις του, εντούτοις τον εμπιστεύεται και του παραδίδει τη ζωή του.
«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύοντες» αδελφοί! Μακάριοι όσοι παραμερίζουν τους συναισθηματισμούς, τη μοιρολατρεία, τις αισθήσεις και την εμπειρική γνώση, για να δέχονται το φωτισμό του Κυρίου. Και καταυγασμένοι από το αναστάσιμο φως μακάριοι είναι όσοι προσδοκούν ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος. Αμήν!!!

Αναγνώστες