Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Κυριακή των Αγίων 318 Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

«Ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς»
Ανέκαθεν ο άνθρωπος ήταν ένας αναζητητής και νοσταλγός της χαράς. Ποτέ όμως δεν την αναζήτησε με τόση λαχτάρα, με τόσο πάθος, όσο σήμερα. Ίσως γιατί ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσε περισσότερο την έλλειψή της.
Στις μέρες μας συμβαίνει τούτο το περίεργο: όσο περισσότερο χρόνο και μόχθο ξοδεύουμε για την απόκτηση της χαράς, τόσο πιο πολύ εκείνη απομακρύνεται από τη ζωή μας. Ανθρώπινη προσπάθεια και χαρά κατάντησαν αντιστρόφως ανάλογες πραγματικότητες.
Ο λόγος είναι απλός: Αναζητούμε τη χαρά έξω από το χώρο της Πίστεως, μακριά από το Θεό, νομίζοντας πως η βίωσης της Χριστιανικής Αποκαλύψεως σημαίνει για τον άνθρωπο απλώς και μόνον αγώνα, θλίψη, σταυρό.
Εν τούτοις ακούμε το Χριστό στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα να βεβαιώνει πως σκοπός του λυτρωτικού Του κηρύγματος στον κόσμο είναι η χαρά του ανθρώπου και μάλιστα μια χαρά που ξεπερνά τα γήινα και ανθρώπινα μέτρα, παίρνει διαστάσεις θεϊκές και εμφανίζεται ολοκληρωμένη στα βάθη της ψυχής. «Ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς» είναι τα λόγια της αρχιερατικής προσευχής Του.
Ονόμασαν το Χριστιανισμό θρησκεία όχι μόνο της αγάπης, αλλά και της χαράς και είναι ακριβής ο χαρακτηρισμός.
Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η ιστορία της σαρκώσεως του Θεού αρχίζει με ένα μήνυμα χαράς, εκείνο το υπέροχο «χαίρε» του Ευαγγελισμού, και τελειώνει με ένα ανερμήνευτο συναίσθημα χαράς, που κατακλύζει τις ψυχές των Αποστόλων λίγο μετά την Ανάληψη του Χριστού και που ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στις τελευταίες γραμμές του Ευαγγελίου του: «και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης».
Μήνυμα χαράς ήταν η πρώτη λέξη που βγήκε από τα χείλη του Αναστημένου Ιησού, εκείνο το «χαίρετε» προς τις σεμνές Μυροφόρες, και το πρώτο θαύμα της παντοδυναμίας του δεν έγινε για να ανακουφίσει ανθρώπινο πόνο, αλλά για να προσφέρει χαρά στους καλεσμένους ενός Γάμου, στην Κανά.
Στο πέρασμα των αιώνων όσοι ακολούθησαν με συνέπεια το δρόμο της Χριστιανικής Αλήθειας κατόρθωσαν, περνώντας μέσα από θύελλες και σκοτάδια, να φτάσουν στο φως και το λιμάνι της αληθινής χαράς.
Από τους πρώτους χριστιανούς, για τους οποίους μας λέει το βιβλίο των Πράξεων ότι «επληρούντο χαράς και πνεύματος Αγίου» ενώ γύρω τους εμαίνετο η τρικυμία του διωγμού, ως τους σημερινούς κουρασμένους οδοιπόρους της ζωής, που από τα σκοτεινά και αγκαθόσπαρτα μονοπάτια της αμφιβολίας κατορθώνουν κάποτε να φτάσουν στις φωτόλουστες κορυφές της Πίστεως.
Ένας γάλλος φιλόσοφος, του 20ου αιώνα, ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ, όταν ύστερα από μακρά και οδυνηρή αναζήτηση πίστεψε στο Χριστό, σημείωσε στο ημερολόγιό του τούτη τη μοναδική λέξη: Χαρά! Και δεν είναι ο μόνος.
Η πείρα που απόκτησαν παλιοί και σύγχρονοι χριστιανοί αγωνιστές επιβεβαιώνει τα λόγια του Πασκάλ: «κανένας άνθρωπος δεν είναι χαρούμενος από τον πραγματικό χριστιανό».
Δεν υποστηρίζουμε πως οι χριστιανοί έχουν το προνόμιο να μη δοκιμάζουν πόνους και θλίψεις στη ζωή τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν έξω από την πραγματικότητα, που συχνά μαρτυρεί το αντίθετο.
Οι χριστιανοί αγωνιστές είναι εκείνοι που γεύονται τις σκληρότερες δοκιμασίες. Όμως, η χριστιανική χαρά είναι ριζωμένη τόσο βαθειά στο εσωτερικό του ανθρώπου, ώστε δεν επηρεάζεται από τα εξωτερικά γεγονότα, όσο δυσάρεστα και αν είναι.
Ο Χριστιανισμός αποδέσμευσε τη χαρά από τις εξωτερικές συνθήκες που μέσα σ᾿ αυτές ζει και παλεύει ο άνθρωπος. Η χαρά που προσφέρει ο Χριστός δεν στηρίζεται στην καλοπέραση, στα υλικά αγαθά.
Γι᾿ αυτό δεν σβήνει όταν την χτυπήσουν οι κεραυνοί της φτώχειας και της ταλαιπωρίας. Ούτε στη υγεία του σώματος και τη φιλία του κόσμου στηρίζεται. Έτσι δεν εξαφανίζεται στο κρεβάτι της αρρώστιας, στο πένθος του τάφου, στη μοναξιά και τον κατατρεγμό. Είναι μόνιμη και αναφαίρετη.
Έχει τόσο βάθος και πλάτος, ώστε δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αψηφά τα βάσανα της γης και να ατενίζει πίσω από της ζωής τα σύννεφα της αιωνιότητας το φωτεινό ουρανό, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός». Ακόμα και τη στιγμή που ο χριστιανός σταυρώνεται, στου πόνου το σταυρό, ξέρει πως θα έλθει η ανάσταση και χαίρεται με την προσμονή της.
Τούτη την αποδέσμευση της χριστιανικής χαράς από τα δυσάρεστα και τις δυσκολίες του κόσμου εκφράζουν τα λόγια του Κυρίου προς τους μαθητές του όλων των αιώνων: «την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ᾿ υμών».
Έτσι οι χριστιανοί εμφανίζονται στον κόσμο «ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες». Και ξέρουν πολύ καλά όλοι όσοι έζησαν τούτη τη χριστιανική «χαρμολύπη» ότι το παραπάνω οξύμωρο δεν είναι απλώς σχήμα λόγου, ούτε έκφρασης στιγμιαίου ενθουσιασμού, άλλα διαπίστωσης απτής πραγματικότητας.
Η χριστιανική χαρά πηγάζει από την απύθμενο ωκεανό της αγάπης του Θεού. Και είναι αυτή ακριβώς η θεϊκή αγάπη που δίνει στον άνθρωπο το αίσθημα της σιγουριάς και της αυτάρκειας στα προβλήματα και τις ανάγκες που είναι φυσικό να αντιμετωπίζει σε κάθε βήμα του.
Γιατί ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή θυμάται ο αγωνιστής τα λόγια του Αποστόλου: «του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ᾿ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν, πως ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;»
Αφού η θεϊκή αγάπη μάς έδωσε τόσο πολύτιμο δώρο, πως είναι δυνατό να μη μας δώσει τα μικρότερα; Αν η αγάπη του Θεού είναι ανεξάντλητη, είναι φυσικό να μη τελειώνει ποτέ και η χαρά που πηγάζει απ᾿ αυτήν. Σε μια τέτοια βεβαιότητα στηρίζεται ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ με το περίφημο χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη Χαρά μου».
Πόσοι, αλήθεια, στον καιρό μας αγνοούν πως η αληθινή χαρά δεν εξασφαλίζεται με ασφαλιστικά συμβόλαια, ούτε αγοράζεται με χρήματα αλλά ούτε με χρυσάφι!
Είναι δώρο του Θεού, καρπός του Αγίου Πνεύματος, που τον γεύονται όσοι διά μέσου των αιώνων ακολουθούν συνειδητά και με συνέπεια τη Θρησκεία της χαράς, την Αποκάλυψη του σταυρωμένου και Αναστημένου Λυτρωτή.
Αν, λοιπόν, αδελφοί μου, θέλουμε κι εμείς, κουρασμένοι νοσταλγοί της χαράς, κάποτε να τη βρούμε, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τον ίδιο δρόμο, τον δρόμο του Χριστού. Αμήν!!!

Αναγνώστες