Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Αγιολογία: Μια επιστήμη που ενοχλεί πολλούς

του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Η κάθε κοινωνία έχει και προβάλλει τους ήρωες της. Και η Εκκλησία, ως κοινωνία προσώπων, που βρίσκονται σε κοινωνία με το Θεό, έχει τα δικά της πρότυπα, που είναι οι άγιοι της. Οι βιογραφίες τους ήσαν πάντοτε, έως και σήμερα, πολύ γοητευτικά αναγνώσματα. Κατά τον διακηρυχθέντα πρόσφατα από τη Σερβική Εκκλησία άγιο Ιουστίνο (Πόποβιτς) «οι Βίοι των Αγίων είναι η μοναδική παιδαγωγική της Ορθοδοξίας, διότι μέσα σ' αυτούς, κατά αναρίθμητους ευαγγελικούς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους δια της μακραίωνος εμπειρίας, έχει καταδειχθεί πώς διαπλάθεται και οικοδομείται το τέλειο ανθρώπινο πρόσωπο, ο τέλειος άνθρωπος» (1). Η Εκκλησία πάντοτε δίδασκε τους πιστούς της με τους βίους των αγίων, αλλά στη διάρκεια των αιώνων και κατά καιρούς ορισμένα μέλη της, κληρικοί και λαϊκοί, επιδίωξαν την εκμετάλλευση της ευσέβειας των πιστών διογκώνοντας τις διηγήσεις και προβάλλοντας ανύπαρκτα θαύματα.
Στην Ελλάδα, πέραν των υπερβολών που υπήρξαν στις διηγήσεις, είχαμε και περιπτώσεις επιχείρησης κατασκευής αγίων. Η επίσημη Εκκλησία είναι αρνητική στα φαινόμενα αγυρτείας, αλλά δρα προσεκτικά στην αντιμετώπιση της, γιατί δεν επιθυμεί να πληγώσει τους πιστούς και να βρεθεί σε μια δίνη ταραχών, απέναντι στον αδίστακτο εκκλησιαστικό λαϊκισμό ορισμένων ιδιοτελών ατόμων. Οι βίοι των αγίων, το Αγιολόγιο δηλαδή, κατά τον αείμνηστο Μητροπολίτη πρώην Λεοντοπόλεως Σωφρόνιο (Ευστρατιάδη) δυστυχώς δεν έχει αξιωθεί όσης σοβαρής προσοχής χρειάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε έχει αξιοποιηθεί ανάλογα με το τεράστιο υλικό του από την Ορθόδοξη θεολογική επιστήμη. Γράφει συγκεκριμένα: «Κλάδος της Θεολογίας σπουδαιότατος και υψίστου ιστορικού ενδιαφέροντος, αγρός γόνιμος και λιπαρός παραμένει ακαλλιέργητος, πλήρης τριβόλων και ακανθών. Και ενώ περιφανείς εκκλησιαστικοί συγγραφείς μετά θεοφιλούς ζήλου απεταμίευσαν εν πλάτει παντοίαν αγιολογικήν γνώσιν περισπούδαστον, ημείς εξ αδιαφορίας ή και οκνηρίας περιεφρονήσαμε τους πνευματικούς αυτών πόνους και ηδικήσαμεν και τας μνήμας των αγίων και την επιστήμην». Και στη συνέχεια ο αείμνηστος Ιεράρχης αφού σημειώνει με πικρία ότι για τη βαθιά έρευνα του βίου και της πολιτείας των αγίων αφεθήκαμε «στο έλεος της φαντασίας των Συναξαριστών» διερωτάται: «Ποίος θα περικόψη της αχαλινώτου φαντασίας τας πτέρυγας; Ποίος θα αποδώση το φυσικόν κάλλος εις το ιερόν τούτο αγιολογικόν άγαλμα, το οποίο η ευσεβής φαντασία έφθειρε και ηλλοίωσε και μετεβίβασεν εις ημάς ημαυρωμένον και αγνώριστον;» (2).
Αμέσως μετά τον Μεσαίωνα και για να καθαριστούν από αυτά τα περιττά ή και επιβλαβή φτιασίδια οι βίοι των αγίων και για να προστατευθούν οι πιστοί από το ψέμα ή την υπερβολή δημιουργήθηκε η Αγιολογία, ο κλάδος αυτός των ιστορικών επιστημών, που έχει ως αντικείμενο μελέτης το βίο των αγίων και την τιμή, η οποία τους αποδόθηκε κατά τη ροή των αιώνων. Πρόκειται για μια σύνθετη επιστήμη, που, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί την ιστορία, τη φιλολογία, την αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης. Η σπουδαιότητα της αγιολογίας προέρχεται από τον πρωταρχικό ρόλο που η τιμή και η ευλάβεια προς τους αγίους έπαιξε στον μεσαιωνικό πολιτισμό της Ανατολής και της Δύσης. Οι αγιολογικές αφηγήσεις διασώζουν, μαζί με τις θρησκευτικές δοξασίες και τα έθιμα, σημαντικά στοιχεία για τα γεγονότα εποχών, για τις οποίες δεν υπάρχουν άλλες μαρτυρίες, ή αυτές είναι ελάχιστες.
Το πρώτο χρονικά και ακόμη και σήμερα μοναδικό παγκοσμίως επιστημονικό ινστιτούτο, που ασχολείται συστηματικά με την αγιολογική έρευνα βρίσκεται στις Βρυξέλλες. Πρόκειται γι' αυτό των Μπολαντιστών μοναχών, που πήραν το όνομα τους από τον εκ των ιδρυτών του Ινστιτούτου Ζαν Μπολάντ. Το Ινστιτούτο ιδρύθηκε το 1607 από τον ιησουίτη μοναχό Χέριμπερτ Ροσβάϊντε και ο συνιδρυτής Μπολάντ ξεκίνησε το μοναδικό όσο και τεράστιο έργο «Acta Sanctorum» (Πράξεις των Αγίων), που σήμερα περιλαμβάνει 67 τόμους, περισσότερες από 60.000 σελίδες και πάνω από 6.200 κριτικά κείμενα βίων αγίων. Εκδίδει επίσης το επιστημονικό περιοδικό «Analecta Bollandiana» ( 125 τόμοι από το 1882), στο οποίο περιέχονται αποτελέσματα αγιολογικών ερευνών. Το επιστημονικό έργο των Μπολαντιστών πάνω στους βίους των αγίων δεν τους άφησαν χωρίς συνέπειες. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά τον Μεσαίωνα ήταν αποδεκτή η μυθιστορία στους βίους των αγίων και η προσκύνηση λειψάνων τους, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η αυθεντικότητα τους. Με τις μυθιστορίες και τις φήμες περί των λειψάνων και των θαυμάτων που επιτελούσαν οι άγιοι υπήρχε ένας έντονος ανταγωνισμός μεταξύ ναών, πόλεων και επαρχιών στην προσέλκυση πιστών. Η κατάσταση αυτή απέφερε έσοδα και έτσι η Ρώμη το ανεχόταν, αν δεν το ευνοούσε. Η δημιουργία λοιπόν ενός κινήματος για ξεκαθάρισμα της αλήθειας από το ψεύδος προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ιεράς Εξέτασης. Οι ίδιοι οι Μπολαντιστές γράφουν: «Στην αρχή του 17ου αιώνα η σε βάθος ιστορική μελέτη των αγιογραφικών κειμένων ήταν, για να χρησιμοποιηθεί μια κοινή έκφραση, ένα “ναρκοπέδιο”. Διότι στο εσωτερικό του Καθολικισμού, ο κόσμος των αγίων αποτελούσε μέρος του κόσμου του κάθε πιστού».
Στις 14 Νοεμβρίου του 1695 τα «Acta Sanctorum» καταδικάστηκαν από την Ιερά Εξέταση του Τολέδο. Από την ώρα εκείνη οι Μπολαντιστές ξεκίνησαν έναν αγώνα για να αποφύγουν την καταδίκη από τη Ρώμη, που θα σήμαινε την οριστική καταδίκη του εγχειρήματος τους. Τελικά το 1715 πέτυχαν να αρθεί η ισπανική καταδίκη τους. Σημειώνεται ότι στο κείμενο της καταδίκης οι ιεροεξεταστές του Τολέδο είχαν γράψει: «Στο έργο των Μπολαντιστών υπάρχουν αναφορές εσφαλμένες, αιρετικές, επικίνδυνες για την πίστη, σκανδαλώδεις, ασεβείς, επιβλαβείς για τους πιστούς […] Γι' αυτό και παραγγέλλουμε: ουδείς επιτρέπεται να έχει στην κυριότητα του, να διαβάζει ή να πωλεί τα εν λόγω βιβλία, είτε ως χειρόγραφα, είτε τυπωμένα, ούτε να τα αγοράσει, να τα τυπώσει ή να τα μεταφράσει, διότι θα τύχει της ποινής του αφορισμού (ακοινωνησίας) και θα του επιβληθεί πρόστιμο 200 Δουκάτων» (3).

Οι ρίζες και η ανάπτυξη της Αγιολογίας
Από πολύ νωρίς οι Χριστιανοί συνήθιζαν να αναγιγνώσκουν στις συνάξεις τους ιστορίες των Μαρτύρων της πίστεως, τα λεγόμενα Μαρτυρολόγια. Από τον δ' αιώνα και μετά οι Πατέρες της Εκκλησίας άρχισαν να γράφουν βίους και εγκώμια μαρτύρων και ασκητών. Ο Συμεών ο Μεταφραστής, που έζησε στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα εξέδωσε το πρώτο Μηνολόγιο σε δέκα τόμους, που περιλάμβανε 146 βίους αγίων, κατανεμημένους στους 12 μήνες του έτους. Το έργο αυτό συμπληρώθηκε από το «Βασιλειανό Συναξάριο», που εκδόθηκε επί της εποχής του Βασιλείου Β', του Βουλγαροκτόνου (976-1025), που επανεκδόθηκε προ δύο ετών σε μοναδική αναστατική έκδοση από ισπανικό εκδοτικό οίκο, με τη φροντίδα της Αποστολικής Διακονίας και την ευγενή παραχώρηση της χρήσης του πρωτοτύπου χειρογράφου από τους υπευθύνους της Βατικανής Βιβλιοθήκης. Έως τώρα έχουν εκδοθεί 100 αντίτυπα και το καθένα τιμάται 6.000 Ευρώ.
Σημαντική συνεισφορά στην καταγραφή του βίου των αγίων ήταν αυτή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, με το «Συναξαριστή» του, που εκδόθηκε το 1819 και έτυχε θερμής υποδοχής. Ο Μαρτυρικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε', με εγκύκλιο επιστολή του προς τους Χριστιανούς τον συνιστούσε « ως ψυχωφελή πάνυ και εγκριθέντα παρά της αγίας εκκλησίας και πάντων των επιφανών διδασκάλων». Αλλά και αυτός ήταν ατελής και ως προς τους βίους και ως προς τον αριθμό των αγίων που περιλάμβανε. Λ.χ. στο Συναξάριο αυτό δεν υπάρχουν οι βίοι των Αγίων της Κύπρου, που έχουν καταχωρηθεί σε συγγράμματα Μπολαντιστών και άλλων αγιολόγων. Το Αγιολόγιο του πρ. Λεοντοπόλεως είναι από τα εγκυρότερα που υπάρχουν σήμερα. Κατά τη σύνταξη του χρησιμοποίησε Κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, των Βιβλιοθηκών των Αγιορειτικών Μονών Λαύρας και Βατοπεδίου, καθώς και το «Συναξάριο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως», το οποίο εξέδωσε το 1902 στις Βρυξέλλες ο σημαντικός Μπολαντιστής Αγιολόγος Ιππόλυτος Ντελαί. Ο ίδιος εξέδωσε κριτική μελέτη για τους Έλληνες Νεομάρτυρες. Ακόμη ο Μπολαντιστής Φρανσουά Χαλκέν εξέδωσε στις Βρυξέλλες την τρίτη επαυξημένη έκδοση της Bibliotheca Hagiographica Graeca και συνεργάσθηκε στα αγιολογικά θέματα με τους εκδότες της Ελληνικής Ηθικής και Θρησκευτικής Εγκυκλοπαίδειας.
Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η ανάγκη της ανάπτυξης της Αγιολογίας από τους Μπολαντιστές προήλθε και από την πίεση που ασκούσαν οι Προτεστάντες, οι οποίοι από το Λούθηρο και τον Καλβίνο και μετά ήσαν μια νέα ευρέως διαδεδομένη θρησκευτική κίνηση στην Δυτική Ευρώπη, που απέρριπτε την έκφραση ευλαβείας προς την Παναγία και τους Αγίους και υποστήριζε ότι η προσκύνηση εικόνων και λειψάνων ήταν εφεύρημα των κληρικών για να παίρνουν τα χρήματα των πιστών. Η αντίδραση των ακραίων της Ρώμης ήταν η Ιερά Εξέταση, ενώ των Μπολαντιστών η ανάδειξη της πραγματικής αξίας των αγίων για τη ζωή των πιστών. Η αγιολογική έρευνα που εγκαινίασαν είχε ως βάση την προσέγγιση όσο το δυνατό πλησιέστερα στην πρωτότυπη χειρόγραφη παράδοση και την κριτική μελέτη όσων διατείνεται ο κάθε αγιολόγος, με την χρήση όλων των στη διάθεση τους επιστημονικών δεδομένων. Η επίσκεψη στους Μπολαντιστές Η φήμη των Μπολαντιστών και η για πάνω από 400 χρόνια εργασία τους στους βίους των αγίων ήταν το κίνητρο για να τους επισκεφθούμε στην έδρα τους, στις Βρυξέλλες. Σήμερα είναι τρεις και διαθέτουν τέσσερις συνεργάτες. Μας δέχθηκε ο Xavier Lequeux, 48 ετών, ο οποίος ασχολείται με την ελληνική αγιογραφία. «Πάντοτε», μας είπε, «ήμασταν λίγοι, γι' αυτό και δεν μας φοβίζει ο μικρός αριθμός». Δεν μας απέκρυψε τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αφού το Βελγικό κράτος δεν τους παρέχει οποιαδήποτε συνδρομή, αφού δεν τους αναγνωρίζει ως επιστημονικό ινστιτούτο, επειδή δεν αποτελούν μέρος κάποιου δημόσιου Πανεπιστημίου. Φιλοξενούνται σε πολύ μικρό μέρος ενός μεγάλου Ιησουιτικού σχολικού συγκροτήματος, που έχει 2.000 μαθητές. Οι περιορισμένοι χώροι τους περιλαμβάνουν πάντως μια μοναδική αγιολογική βιβλιοθήκη, άριστα οργανωμένη. Διαθέτει 500.000 τόμους και 1000 περίπου χειρόγραφα. Επίσης υπάρχει συλλογή 1000 περιοδικών από όλο τον κόσμο που τακτικά λαμβάνουν. Η εργασία τους ξεκίνησε από τον λατινικό και ελληνικό κόσμο, αλλά στη συνέχεια επεκτάθηκε στους σλάβους, αρμενίους, κόπτες και γεωργιανούς αγίους.
Από τη συζήτηση που κάναμε με τον Μπολαντιστή ερευνητή Xavier Lequeux δύο είναι τα στοιχεία που μπορούμε να επισημάνουμε. Το πρώτο είναι πως επικροτεί το ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι πιστοί είναι εκείνοι που πρώτοι αναγνωρίζουν την αγιοσύνη ενός ανθρώπου και η Ιεραρχία στη συνέχεια έρχεται να τη διακηρύξει. Δηλαδή βρίσκει ορθότερο εκ των κάτω να προέρχεται η αναγνώριση της αγιότητας. Παλαιότερα, μας είπε, έτσι γινόταν και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά στη συνέχεια έγινε προνόμιο του Πάπα. Και το δεύτερο, ότι στην κριτική των βίων των αγίων και ειδικότερα των μαρτύρων δεν ασχολείται τόσο με τις περιγραφές των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκαν, όσο με την ουσία του γεγονότος, ότι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. «Τι βαθμούς είχε η πυρά, ή ποιο το μήκος του μαχαιριού που τους θανάτωσε δεν μπορώ να το ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μαρτύρησαν» μας σημείωσε χαρακτηριστικά.

Σημειώσεις:1. Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς «Ανθρωπος και Θεάνθρωπος», Εκδ. "Αστήρ", Αθήναι, σελ. 1969. Σελ. 77 κ.ε.
2. Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως "Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας", Εκδ. Απ. Διακονίας, σ. θ'
3. "Bollandistes saints et legendes - Quatre siecles de recherche", Societe des Bollandistes, Bruxelles, 2007, p. 104 - 107.
Πηγή: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2473

Αναγνώστες