Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Και ο μεγαλύτερος μου τρόμος είναι...

της Αρτέμιδος Καπούλα
Δεν ξέρω πως έφτασα έως εδώ. Έγινε απότομα από την μια στιγμή στην άλλη, σταδιακά, στάλαξε μέσα μου η οργή μέρα την μέρα, ώρα την ώρα, αληθινά δεν ξέρω. Είμαι θυμωμένη με τα πάντα, αισθάνομαι τον θυμό να ανεβαίνει και να με πνίγει. Γίνομαι ένας άλλος άνθρωπος, μεταλλάσσομαι το πιστεύεις; Εγώ που δεν άντεχα ούτε μύγα να σκοτώσω κυκλοφορώ στο δρόμο ως εν δυνάμει δολοφόνος. Με σκουντάνε στο μετρό και είμαι έτοιμη να χώσω μπουνιά, ανοίγω την τηλεόραση και θέλω να την σπάσω, πάω στην Τράπεζα και ενώ περιμένω στην ουρά λες και τα μάτια αναζητούν από μόνα τους τον παππού, την γιαγιά τον υπάλληλο που θα τολμήσει να πει κουβέντα για να αρχίσω τον καυγά. Ο θυμός μου δεν έχει πια πρόσωπο, δεν έχει αιτία. Δεν πιστεύω κανέναν. Αμφισβητώ τους πάντες και τα πάντα, δεν αναγνωρίζω καμία καλή πρόθεση, αντιθέτως ψάχνω να βρω σε όλα τι κρύβεται από πίσω.
Έχω ένα νου που μόνο να λογαριάζει μπορεί πια. Τόσα για το ενοίκιο, τόσα για το ρεύμα, δεν φτάνουν, πρέπει να κόψω, από πού; Προσθέσεις αφαιρέσεις, πολλαπλασιασμοί. Μόνο αριθμοί. Κοιμάμαι και ξυπνάω με το ίδιο άγχος, τον ίδιο φόβο. Μετράω, μετράω, μετράω. Χάνω τον λογαριασμό. Φτιάχνω πλάνα επιβίωσης. Πόση είναι η αποζημίωση, το επίδομα, θα βρω δουλειά; Δεν έχω χρόνο για τίποτα άλλο, μόνο για τον εαυτό μου την επιβίωση μου, μεταμορφώνομαι σε αυτό που μισούσα περισσότερο.
Το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι; Ότι δεν με νοιάζει πια για τίποτα. Χάνω την ανθρωπιά μου. Πριν λίγο καιρό έκλαιγα αν διάβαζα ότι ένα παιδί κακοποιήθηκε, έτρεχα στα συλλαλητήρια για τους άστεγους, τους μετανάστες. Έψαχνα να βρω έναν τρόπο να βοηθήσω. Νοιαζόμουν για τους ανθρώπους γύρω μου. Υπερασπιζόμουν το δικαίωμα του ανθρώπου στο όνειρο, την πίστη στις αξίες. Είχα σαν αξίωμα, σαν σημαία να κυματίζει στην ζωή μου την αλληλεγγύη και την αγάπη. Που τα έχασα όλα αυτά; Ποιος μου τα έκλεψε; Πότε τα θυσίασα χωρίς να το καταλάβω; Τα πούλησα και αν ναι για πόσο;
Σαράντα χρόνια κουβαλάω μια ζωή με αξιοπρέπεια. Με κόπους, θυσίες, αγωνίες αλλά και ικανοποίηση, μικρές χαρές, όνειρα, περηφάνια. Με ελπίδα για μένα και τους ανθρώπους γύρω μου. Τώρα κουβαλάω μια ζωή γεμάτη τρόμο. Για αυτό που γίνομαι, για αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους γύρω μου. Για αυτά που θα γίνουν στο μέλλον. Σκέφτομαι την γιαγιά μου που μου έλεγε έχοντας ζήσει πολέμους, εμφυλίους, χούντες ότι το πραγματικό πρόσωπο του ανθρώπου βγαίνει μόνο όταν πεινάει παιδάκι μου. Σε κείνη την χαψιά ψωμί που θα την μοιραστεί ή θα την καταπιεί. Και ο μεγαλύτερος μου τρόμος είναι αυτός, τι θα διαλέξω;
Μην σε κουράζω άλλο, δεν έχει νόημα. Έτσι κι αλλιώς είσαι και συ χαμένος στα δικά σου προβλήματα, στις δικές σου έγνοιες, που να βρεις χρόνο και διάθεση για τα δικά μου; Πες πως ήταν αυτό το γράμμα μια ύστατη προσπάθεια να φτιάξω χαρακώματα, να μην παραδοθώ έτσι εύκολα. Για την «τιμή» τον όπλων.

Αναγνώστες