Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (γ΄μέρος )


Το αλάθητο του Πάπα.
Ας θυμηθούν οι δυτικοί τι είχε πει ο πάπας Λέων. Αν κανείς, είπε, προσπαθεί να βελτιώσει κάτι που είναι καλό, πρέπει να βεβαιωθεί πρώτα ότι προσπαθώντας να το βελτιώσει δεν θα το διαστρέψει[1].
Επί του προκειμένου, η πρώτη Σύνοδος του Βατικανού το 1869 αναγνώρισε στο πρόσωπο του πάπα το αλάθητο, όταν αυτός διατυπώνει τις "αλήθειες της πίστεως".
Το αλάθητο όμως ανήκει στην Εκκλησία, όπως αυτή εκφράστηκε στις Οικουμενικές Συνόδους.
Το Δόγμα περί αλαθήτου είναι εντελώς παράδοξο συγκρινόμενο με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής και της αδιαίρετης και ενωμένης Εκκλησίας. Κανείς από τους Αποστόλους δεν διεκδίκησε κάτι ως αλάθητος έναντι των άλλων επιβάλλοντας την γνώμη του. Ενάτια, λοιπόν, του αλαθήτου του πάπα προβάλλουμε τα εξής επιχειρήματα:
Πρώτον: ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος δεν εθέσπισε περί του αλαθήτου και του Πρωτείου. Ο Γ΄ κανόνας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου λέγει: «Τον μεν τοι Κωνσταντνουπόλεως επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης επίσκοπον, δια το είναι αυτήν νέαν Ρώμην» [2]. Επίσης ο ΚΗ΄κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου λέγει: …οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα βασιλίδι Ρώμη, και εν τοιε εκκλησιαστικοίς ως εκείνην υπάρχουσαν…»[3]
Ακόμη και Σύνοδοι της Δυτικής Εκκλησίας αφ’ ενός δεν παραδέχτηκαν ότι ο πάπας είναι μοναδικός και αλάθητος και αφ’ ετέρου έχουν αναθεματίσει και καθαιρέσει πολλούς πάπες, διότι πλανήθηκαν περί το Δόγμα.
Δεύτερον: πως είναι δυνατό να θεσπισθεί ένα Δόγμα εφ’ όσον υπάρχει εσωτερική αντίδραση της Εκκλησίας; Το 1870, η Δυτική Εκκλησία υπέστη νέο σχίσμα από την αντίδραση κλήρου και λαού με αφορμή την θέσπιση του αλαθήτου. Έτσι, μια μεγάλη μερίδα αποκήρυξε τον παπισμό και ονομάστηκε Παλαιοκαθολική Εκκλησία.
Τρίτον: στην αντιπαράθεση του αλαθήτου του πάπα, στο αλάθητο της ενωμένης Εκκλησίας που είναι προνόμιο της Ορθοδοξίας λέμε τα εξής: το αλάθητο της Εκκλησιάς δεν συνίσταται στην αποκάλυψη «νέων αληθειών» που δεν αποκαλύφθηκαν από τον Ιησού και τους Αποστόλους. Συνίσταται στην αλάνθαστο ανάπτυξη, διατύπωση κι μετάδοση των ήδη αποκεκαλυμμένων αληθειών που αποτελούν τον θησαυρό της Εκκλησίας. Να μην ξεχνούν, λοιπόν, οι δυτικοί ότι διακήρυξη Δόγματος σημαίνει την ανάπτυξη θέσεων σε προϋπάρχοντα σημεία της Αποστολικής διδασκαλίας και παραδόσεως και όχι εισαγωγής και προσθήκης νέων στοιχείων, ξένων προς αυτήν[4].
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ορισμένοι δυτικοί θεολόγοι φθάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν ότι και ψεύδος εάν πη ο πάπας, πρέπει αυτό να γίνει δεκτό από τους πιστούς σαν αλήθεια.
Επίσης ο καρδινάλιος Βελαρμίνος, που οι δυτικοί ανακήρυξαν άγιο, έλεγε: «εάν ποτε ο πάπας απατηθείς ήθελε συστήσει αμαρτίες, και απαγορεύσει αρετάς, η Εκκλησία θα όφειλε να δεχθή τας αμαρτίας ως αγαθάς, τας δε αρετάς ως κακίας»[5].
-------------------------------
[1] Π. Μπότση: τι είναι Ορθοδοξία σ. 32
[2] Αμίλκας Σ. Αλιβιζάτος, «Οι ιεροί κανόνες», σ. 40
[3] Αμίλκας Σ. Αλιβιζάτος, «Οι ιεροί κανόνες», σ. 69
[4] Π. Τρεμπέλλας, Δογματική, τ. Β΄, σ. 364
[5] Theologia de Romano pontifice, βιβ. 4, κεφ.23
πηγή: Αλέξανδρου Η. Σπυράκη, "Χριστιανική επιχειρηματολογία" σ. 154, Αθήνα 1993.

Αναγνώστες