Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Το ημερολόγιο...

Όπως θα ξέρεις, πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται γιορτή προς τιμή μου, έτσι και φέτος. Αυτές τις μέρες ο κόσμος κάνει πολλά ψώνια, γίνονται και διαφημίσεις μέχρι και στο ράδιο, στην τηλεόραση και παντού κανείς δεν μιλά για κάτι άλλο εκτός από το τι λείπει μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα.
Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μια μέρα του χρόνου κάποιοι σε σκέφτονται.
Όπως θα γνωρίζεις πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαινόντουσαν να καταλαβαίνουν και να με ευχαριστούσαν γι’ αυτό που έκανα για εκείνους.
Όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι γιορτάζουν. Οι άνθρωποι συναντούνται και περνούν , νομίζουν, πολύ καλά όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται...
Θυμάμαι πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων μου, έκαναν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή μου. Στο τραπέζι υπήρχαν τα πάντα, όλα ήταν υπέροχα διακοσμημένα πανέμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα, αλλά...
Ξέρεις τι;
Ούτε που με κάλεσαν, ενώ ήμουν ο επίτιμος καλεσμένος κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει, και η γιορτή γινόταν για μένα.
Και όταν έφτασε η μεγάλη μέρα... με άφησαν απ’ έξω, μου έκλεισαν την πόρτα... όμως εγώ ήθελα να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους.
Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγην γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι μου κλείνουν την πόρτα. Μιας και δεν με κάλεσαν, σκέφτηκα να παραβρεθώ χωρίς να κάνω θόρυβο κι έτσι μπήκα και στάθηκα σε μια γωνιά... χωρίς να ενοχλώ και να μιλώ... όλοι διασκέδαζαν, κάποιοι έλεγαν ιστορίες, άλλοι γελούσαν άλλοι χόρευαν και τραγουδούσαν, πέρναγαν πολύ καλά, μέχρι που έφτασε ένας... γέρος χοντρός, ντυμένος στα κόκκινα με άσπρα γένια και φώναζε Χο,Χο, Χο! Λες και είχε πιει λίγο παραπάνω. Κάθισε βαριά βαριά σε μια πολυθρόνα και όλοι έτρεξαν καταπάνω του λέγοντας Αϊ Βασίλη Αϊ Βασίλη! Όμως δεν ήταν ο Άγιος Βασίλης.
Ήρθαν τα μεσάνυχτα και όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται, άπλωσα κι εγώ τα χέρια μου ελπίζοντας πως κάποιος θα με αγκαλιάσει... και ξέρεις; Κανείς δεν με φίλησε κανείς δεν με αγκάλιασε κανείς δεν με πρόσεξε.
Τότε όλοι άρχισαν να ανταλλάσουν δώρα, ένας ένας τα άνοιγαν μέχρι που τελείωσαν όλα... πλησίασα να δω μήπως παρ’ ελπίδα υπήρχε κάποιο για μένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Τότε κατάλαβα ότι εγώ περίσσευα σε εκείνη την γιορτή, βγήκα χωρίς να κάνω θόρυβο έκλεισα την πόρτα και αποσύρθηκα.
Κάθε χρόνο που περνάει είναι χειρότερα.
Ο κόσμος θυμάται μόνο το δείπνο, την εκδρομή, τα δώρα και τις «γιορτές» κανείς δεν θυμάται εμένα...Άνθρωπε θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα να μου επιτρέψεις να μπω στην ζωή σου, να με αναγνωρίσεις και να θυμηθείς ότι πριν από δυο χιλιάδες χρόνια ήρθα σε αυτόν τον κόσμο για να σου ξαναδώσω ζωή, που κάποτε την εγκατέλειψες.
Άνθρωπε, το μόνο που θέλω είναι να με αφήσεις να σε αγκαλιάσω και να αγκαλιάσεις να σε φιλήσω και να με φιλήσεις να με αγαπάς όπως σε αγαπάω...

Αναγνώστες