Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Η πορεία του Γένους ως το 1821 και η Εκκλησία (2ο μέρος)

Η Εκκλησία. Πρώτος πατριάρχης του δουλεύοντος Γένους καθίσταται ο Γεννάδιος Σχολάριος Κουρτέσης (1398/1405 – 1472), που διακρινόταν για την παιδεία του, και την σωφροσύνη του, και τον ανθενωτικό πνεύμα του έναντι των Δυτικών, την προσωπικότητά του και την θρησκευτικότητά του που ενέπνεε εμπιστοσύνη στον ταλαιπωρημένο και απελπισμένο ψυχικά λαό.
Οι ιστορικοί της Αλώσεως, Κριτόβουλος και Φραντζής γράφουν για την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο από τον Μεχμέτ Β΄ τον Πορθητή και τα προνόμια το απαραβίαστο, το αφορολόγητο, το αδιάσειστο που δόθηκαν σ’ αυτόν και τους αρχιερείς του.
Και δεν το έπραξε αυτό ο Μεχμέτ Β΄ από ευσπλαχνία, αλλά κινούμενος από το Κοράνι που δίδασκε την ανεκτικότητα απέναντι στου λαούς της Βίβλου (Χριστιανούς και Εβραίους), την ίδια την πολιτική του να συμπεριφέρεται ευμενώς απέναντι στους κατακτημένους ακόμη και αν του αντιστάθηκαν.
Γνώριζε, ακόμη, ο Μεχμέτ Β΄ την επιρροή που η Εκκλησία ασκούσε στους Χριστιανούς. Ο Πατριάρχης καθίσταται από τότε ο μιλλέτ μπασή, ο Εθνάρχης, ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης, αφού είναι πλέον, ο προστάτης των Χριστιανών ραγιάδων και η δικαιοδοσία του απλώνεται σε όλα σχεδόν τα καθέκαστα του καθημερινού τους βίου.
Ο ίδιος, και κατά προέκταση οι αρχιερείς του Θρόνου, ασκούν, με ένα λόγο, κοσμική εξουσία βασισμένη στους ιερούς κανόνες (κανονικό δίκαιο), στην νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων, σε πατριαρχικές, παλαιές και νεώτερες αποφάσεις, στο εθιμικό δίκαιο. Πάντα, όμως, ήταν υπόλογος και υπεύθυνος για τις πράξεις του και του ποιμνίου του απέναντι στον σουλτάνο.
Προσθέτουμε ότι η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη επεκτεινόταν σε όλους τους ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς, που σταδιακά χάνουν την εθνική συνείδησή τους και αποκτούν πλέον την υπερεθνική του Χριστιανού, συνείδηση που ενώνει, υπό το κοινό καθεστώς της δουλείας, όλους τους βαλκανικούς λαούς με χριστιανική – ορθόδοξη αλληλεγγύη που εκφράσθηκε με κοινούς αγώνες κατά του κατακτητή.
Ας προσέξουμε ότι η Εκκλησία, έχοντας μία άρτια διοικητική οργάνωση, που μπορούσε να εξασφαλίσει την υπακοή των ραγιάδων στον Σουλτάνο, αλλά και να συστήσει ένα διοικητικό μηχανισμό για την καταβολή των φόρων.
Στην Εκκλησία και στους Χριστιανούς ραγιάδες στηρίχθηκε, άλλωστε, ο Μεχμέτ για τα οικονομικά του κράτους του, καθώς οι Χριστιανοί ραγιάδες ήσαν βιοτέχνες και έμποροι φορολογούμενοι, ενώ οι Τούρκοι ήσαν πολεμιστές. Επομένως, τα προνόμια του Μεχμέτ προς τον Γεννάδιο που διατηρήθηκαν ως ακόμη το 1922, με πολλές είναι αλήθεια διαταραχές μέσα στον χρόνο, βοήθησαν το Γένος να επιβιώσει θρησκευτικά και πολιτικά, προστατευμένο από τον κατακλυσμό των τραγικών επιπτώσεων που έφερε η δουλεία, μολονότι δεν έλειψαν οι εκούσιοι εξισλαμισμοί λαϊκών και κληρικών τον πρώτο καιρό μετά την Άλωση και στους επόμενους αιώνες.
Στην εξαθλίωση των πρώτων χρόνων, αλλά και των επόμενων αιώνων, η Εκκλησία, ως θεσμός, οι ταπεινές εκκλησίες και οι μονές γίνονται καταφύγιο των ραγιάδων πιστών που ανακουφίζονται έστω και για λίγες στιγμές από τα βάσανα της σκλαβιάς.
Και είναι αλήθεια ότι όλη η μακρά χρονική περίοδος (1453 – 1600) χαρακτηρίζεται από συνεχείς καταπιέσεις των σουλτάνων σε βάρος των χριστιανών ραγιάδων με αναγκαστικούς εξισλαμισμούς, κατασχέσεις ή κατεδαφίσεις ναών ή μονών, απαγόρευση ανέγερσης εκκλησιών, επισκευής παλαιοτέρων, αυθαιρεσίες σε βάρος της Εκκλησίας, απαγόρευση χρήσεως της καμπάνας, σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευση ανάγνωσης του Ευαγγελίου ακόμη και σε ναούς και σε κελλιά από τις εισβολές φανατικών Μουσουλμάνων.
Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα είναι τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας κατά την Τουρκοκρατία. Στο Άγιον Όρος με την πλούσια παράδοση στους χρόνους των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εξακολουθούν να έχουν τον εκκλησιαστικό ηγέτη τους, τον Πρώτον (ως το τέλος του 16ου αι., που τον διαδέχονται οι «γέροντες της Συνάξεως», η σημερινή Σύναξις.
Πολλές είναι οι ταλαιπωρίες των μονών από την βαρειά φορολογία, τις καταπατήσεις των μετοχίων και κτημάτων τους, τις συνεχείς πειρατείες και ληστείες που τις οδηγούν πολλές φορές στην απόλυτη πτώχεια, που ανακούφιζεν προσωρινά δωρεές Βλάχων και Φαναριωτών αργότερα ηγεμόνων και Ρώσων τσάρων.
Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα έδωσαν έδωσαν σοφούς κληρικούς, ιεράρχες, νεομάρτυρες και διαφύλαξαν την μακραίωνη πολιτιστική κληρονομιά του Βυζαντίου ως σήμερα. Αλλά και άλλες μονές, όπως η μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Βέρμιο, των Ασωμάτων στην Νάουσα, της Αγίας Τριάδος στον Όλυμπο, της Ζάβορδας στην Δυτ. Μακεδονία, του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, κρατούν όρθιο τον αιχμάλωτο Χριστιανό, ανακόπτουν το ρεύμα των εξισλαμισμών, εμπνέουν την αντίσταση των πιστών, συμβάλλουν στην ηθική συνοχή τους, ενώ οι όσιοι, αγιοτικές μορφές, δεν συμβιβάζονται με την απομόνωσή τους στις μονές, και εξέρχονται έξω στον κόσμο, γενόμενοι με τον ασκητικό βίο τους υποδείγματα Χριστιανών. Και οι μονές αυτές, όπως και το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα ήσαν κέντρα παιδείας, θρησκευτικής τέχνης, καταφύγια κλεφταρματολών και αγωνιστών του 1821, όπως ήσαν και κατά την τελευταία γερμανική Κατοχή, βοηθώντας ποικιλότροπα την Εθνική Αντίσταση.
Την εθνική και θρησκευτική αντίσταση κατά του κατακτητή εξέφρασαν με την θυσία τους οι νεομάρτυρες από τα πρώτα έτη της Αλώσεως ως τα μέσα του 19ου αι. Κάθε τόπος, μικρός ή μεγάλος στην Ελλάδα έχει τον νεομάρτυρά του που με το παράδειγμα της εθελοθυσίας τους στήριζαν το φρόνημα των συμπατριωτών τους και δυνάμωναν την Ορθοδοξία.
Η Παιδεία κατά την Τουρκοκρατία αποτελούσε υπόθεση της Εκκλησίας, που φρόντισε, και ενώ ακόμη η Βασιλεύουσα αιμορραγούσε, να ιδρύσει με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Γενναδίου Σχολαρίου, την Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, που λειτουργεί ως σήμερα.
Στην πνευματική κίνηση του Γένους στα τέλη του 16ου αι. πολυδιάστατη ήταν η συμβολή του Πατριάρχου Ιερεμία Β΄ του Τρανού που το 1593 που με την Σύνοδο που συνεκάλεσε, αποφασίσθηκε να μεριμνήσουν οι κατά τόπους επίσκοποι να ιδρυθούν σχολεία και έτσι σταδιακά να λειτουργεί ένας εντυπωσιακός αριθμός των σχολείων στην Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα (σχολή των Φιλανθρωπηνών), στην Αθήνα, στην Χίο, την Άρτα, στις Κυκλάδες.
Στην Πατριαρχική Σχολή δίδαξαν σοφοί Δάσκαλοι, όπως ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, που σπουδαγμένος στην Δύση φέρνει στην Ανατολή τον ευρωπαϊκό τρόπο διδασκαλίας, καλεσμένος από τον ιεροεθνομάρτυρα Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Μαθητές του Κορυδαλλέως υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής λογιοσύνης του 17ου αι. (Ιω. Καρυοφύλλης, Μελέτιος Συρίγος, Παΐσιος Μεταξάς κ.ά.) ανάμεσα στις οποίες διακρίνουμε τον Ευγένιο Γιαννούλη, που αποτραβήχτηκε στα ανήλια Άγραφα και ίδρυσε σχολή από την οποία αποφοίτησαν άξιοι μαθητές του, όπως ο Αναστάσιος Γόρδιος.
Στα τέλη του 16ου αι πατριάρχευσε επί μακρόν ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός (1572 – 1595 με διαλείμματα) που είδαμε λίγο παραπάνω, ο οποίος ανέπτυξε σοβαρό δογματικό διάλογο με ους πρωτοεμφανιζόμενος τότε Προτεστάντες του Λουθήρου και οι περίφημες σοφές «αποκρίσεις» του σ’ αυτούς αποτελούν τα συμβολικά μνημεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο διάλογος αυτός είχε την σημασία του, γιατί ήταν ο πρώτος χριστιανικός διάλογος εν μέσω Τουρκοκρατίας.
Ο 18ος αι. σημαδεύεται με τον συνεχή αγώνα των Ορθοδόξων έναντι της ΡΚαθολικής Προπαγάνδας που είχε διεισδύσει στην Ελληνική Ανατολή από τον προηγούμενο αιώνα, αλλά και από το γενναίο κίνημα των Κολλυβάδων με το Άγιον Όρος να παραμένει η κύρια εστία της Ορθοδοξίας που λαμβάνει μία νέα πνευματική διάσταση με την ίδρυση της Αθωνιάδας.
Η Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί το στήριγμα του δούλου Γένους, μια επικοινωνία που την ενισχύει το εθνικό και πατριωτικό κήρυγμα επιφανών κληρικών, αλλά και απλών διδάχων μες στους ταπεινούς ναούς υπό το φως της λυχνοκαΐας.
Τα κηρύγματα του Φραγκίσκου Σκούφου, του Ηλία Μηνιάτη, του Νικηφόρου Θεοτόκη και άλλων στόχευαν στην εμψύχωση του παραπικραμένου λαού με τον θείο λόγο, αλλά και με την ελπίδα για την μελλούμενη ελευθερία.
Μπορεί να φαντασθεί κανείς το φλογερό κήρυγμα των λαϊκών διδάχων και την επίδραση που ασκούσαν στις βασανισμένες ψυχές των πιστών.
Ένα από αυτούς ήταν ο Νεκτάριος Τέρπος, ο ταπεινός μοναχός της μονής Αρδενίτσας, που με το κήρυγμα ανέστειλε τις εξωμοσίες στα χωριά της Ηπείρου.
Οι μονές εξακολούθησαν να αποτελούν τα μικρά σχολεία, όπου η εισαγωγή στα γράμματα γινόταν με το Ψαλτήρι, την Οκτάηχο, τις Πράξεις και Επιστολές των Αποστόλων, το Τριώδιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, όπως ήταν η Αμαρτωλών Σωτηρία του Αγαπίου Λάνδου, οι Νέοι Παράδεισοι κ.ά. Ήταν γραφική η εικόνα, μέσα στο ζόφος της δουλείας, με τα παιδάκια να προσέρχωνται στον νάρθηκα της εκκλησίας με τα καλαθάκια τους που είχαν το μεσημεριανό τους.
Είναι, ωσαύτως, γραφική εικόνα των Ελλήνων που προσέρχονταν στις εμποροπανηγύρεις για να αγοράσουν από τον μικροέμπορο ποικίλων ειδών εκκλησιαστικά και άλλα ψυχωφελή λαϊκά αναγνώσματα. Πολλά μάλιστα από τα βιβλία αυτά που έθρεψαν πνευματικά γενεές Ελλήνων σώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες, ως οικογενειακά κειμήλια, και σε στασίδια ψαλτών σε ταπεινούς ναούς της ελληνικής υπαίθρου.
Επιφανείς λόγιοι της Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να αναδεικνύονται μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας μερικοί μάλιστα χωρίς να διστάζουν να φέρνουν στην Ελληνική Ανατολή ιδέες της σοφής Ευρώπης (Μεθόδιος Ανθρακίτης, Γεώργ. Σουγδουρής, Ευγένιος Βούλγαρις κ.ά.).
Κορυφαία φυσιογνωμία της εποχής ο πατρο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779) ο φλογερός ιεροκήρυκας του σαστισμένου και πολυβασανισμένου Γένους που αρχικά διδάσκει την αγάπη, την ταπείνωση, βάλλει κατά των δεισιδαιμονιών του αμόρφωτου λαού, υπερασπίζεται την συνοχή, την αλληλεγγύη, συμβουλεύει τους άρχοντες.
Αυτά κατά την πρώτη περιοδεία του που λήγει το 1767. Η δεύτερη περιοδεία του, από το 1775 – 1779, είναι περισσότερο δημιουργική : ιδρύει σχολεία, μιλεί με θέρμη για την ανάγκη εξύψωσης του πνευματικού επιπέδου του λαού, μάχεται κατά των εξωμοσιών, κηρύσσει την μελλούμενη ελευθερία, την ισότητα, καταπολεμά την αδικία και την καταπίεση, διδάσκει την επάλληλη σχέση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, αφυπνίζει την εθνική συνείδηση, ως τον θάνατό του (24 Αυγ. 1779).

Αναγνώστες