Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η πορεία του Γένους ως το 1821 και η Εκκλησία (3ο τελευταίο )

Η Εκκλησία είχε γενναία συμμετοχή στον Αγώνα του 1821. Κορυφαία φυσιογνωμία ο μάρτυς Γρηγόριος Ε΄, που ήταν ενήμερος της επαναστατικής κινήσεως από τον καιρό που ήταν αυτοεξόριστος στο Άγιον Όρος, όπου συζητούσε για την Φιλική Εταιρεία με τον αγωνιστή Φαρμάκη το 1818.
Γνωστές ήσαν οι επαφές του με τους Φιλικούς, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και τον Φιλικό Ιω. Παπαρρηγόπουλο. Τις κινήσεις του γνώριζε η Πύλη και τον παρακολουθούσε, ενώ η Ρωσσική Πρεσβεία του πρότεινε πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως να τον φυγαδεύσει. Κατηγορήθηκε ότι αφόρισε την επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη, αλλ’ αυτό το έπραξε θέλοντας να προστατεύσει τους Έλληνες, ιδίως στην ΚΠολη, από τις σφαγές τις οποίες τελικώς δεν απέφυγαν με τα όσα τραγικά ακολούθησαν με την αγγελία της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο.
Την Κυριακή του Πάσχα του 1821 απαγχονίσθηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που από τότε παραμένει κλειστή, μαζί με τους μητροπολίτες Εφέσου Άνθιμο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Αγχιάλου Ευγένιο. Η θυσία του είχε μεγάλη απήχηση στον επαναστατημένο ελληνικό λαό που εμπνεύστηκε από τον θάνατό του.
Τις επόμενες ημέρες μαρτύρησαν και άλλοι αρχιερείς ανάμεσά τους και ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, που βρισκόταν τότε στην ΚΠολη ως συνοδικός. Την 3 Ιουνίου 1821 απαγχονίσθηκαν ο λόγιος μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος, ο Δέρκων, ο Μυριοφύτου, ο Γάνου και χώρας και ο Μεσημβρίας. Την 17 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Θωμά, απαγχονίσθηκαν στην Αδριανούπολλη ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄ με το μοναχικό του ένδυμα κατά διαταγήν του σουλτάνου, και ο μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαίος, αδελφός του πρωτεργάτη του Αγώνα στην Σωζόπολη. Στις 7 Ιουλίου 1821 απαγχονίσθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός μαζί με τον Κιτίου Μελέτιο, τον Κυρηνείας Λαυρέντιο, τον Πάφου Χρύσανθου, τον ηγούμενο της μονής Κύκκου Ιωσήφ και άλλους κατώτερους κληρικούς.
Οι απαγχονισμοί τους συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και καταστροφές μονών, επισκοπικών μεγάρων. Τον Απρίλιο του 1821 απαγχονίσθηκαν στην Θεσσαλονίκη, μαζί με προκρίτους της πόλεως, ο επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ο παπά Γιάννης του ναού του αγίου Μηνά, ενώ ο Φιλικός παπά Μαρκόπουλος, που συνελήφθη μεταφέροντας επαναστατικά έγγραφα, μαρτύρησε στην φυλακή του Λευκού Πύργου.
Στην Μακεδονία οι ιεράρχες Άνθιμος Γρεβενών, Ιερόθεος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Χρύσανθος, Σερρών, ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης, Ιγνάτιος Αρδαμερίου με πλούσια συμβολή στον Αγώνα μετά την κάθοδό του στην Ν. Ελλάδα, ο Βενιαμίν Κοζάνης, ο Κωνστάντιος Μαρωνείας εκ των άμεσων συνεργατών του Εμμ. Παπά στην Επανάσταση της Χαλκιδικής, είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία.
Άλλωστε η Φιλική Εταιρεία περιλάμβανε στην οργάνωσή της ιερείς, ποιμένες και αρχιποιμένες. Και είναι γνωστή η πληθωρική συμμετοχή σ’ όλον τον Αγώνα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Μονεμβασίας Χρυσάνθου, της Χριστιανουπόλεως Γερμανού, του Παπαφλέσσα με την θυσία του στο Μανιάκι και τον ρόλο του στην όλη δράση της Φιλικής Εταιρείας με τον υπασπιστή του τον θρυλικό σημαιοφόρο του παπά Τούρτα.
Την Επανάσταση στο Πήλιο οργάνωσε κατά κύριο λόγο ο αρχιμανδρίτης και λόγιος Άνθιμος Γαζής συνεπικουρούμενος από τον συνάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά. Την περίοδο 1822 – 1825 διακρίθηκαν κατά ένα ή τον άλλο τρόπο ο επίσκοπος Άρτης Πορφύριος, συνεργάτης του Κολοκοτρώνη, ο πρωτοστάτης στην επανάσταση στην Εύβοια και την Κάρυστο Νεόφυτος και ο επίσκοπος Ευρίπου Γρηγόριος Αργυροκαστρίτης, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος.
Από τους περισσότερον γνωστούς της περιόδου αυτής ήταν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, υπουργός της Θρησκείας, ενώ καίριος ρόλος στην συμφιλίωση των αντιμαχομένων του εμφυλίου πολέμου ήταν αυτός των μητροπολιτών Τριπόλεως Δανιήλ και του Κορίνθου Κυρίλλου.
Και στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι λόγιοι κληρικοί Θεόκλητος Φαρμακίδης, Θεόφιλος Καΐρης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής.
Συμπλήρωμα Α. Για τους κοτζαμπάσηδες. Πρόκειται για κοινωνικό, περισσότερο φαινόμενο που απαντάται κυρίως στην Πελοπόννησο, όπου μεγαλοκτηματίες, πιθανότατα απόγονοι γαιοκτημόνων του μεσαίωνα, κατείχαν μεγάλα κτήματα και πλούτο με τον οποίο επιβάλλονταν στους χωρικούς, ασκώντας σ’ αυτούς ποικίλες πιέσεις και δημιουργώντας με αυτούς την σχέση πάτρωνα και προστατευομένου (πελάτη).
Η σχέση αυτή και η δύναμή τους, που δέχονταν ακόμη και οι Τούρκοι, τους έδινε το δικαίωμα να διαχειρίζονται ανεξέλεγκτα τις κοινότητες των Ελλήνων. Έτσι σε κάθε κοινότητα, σε κάθε τόπο υπήρχαν αυτοί οι κοτζαμπάσηδες που πολλές φορές φιλονικούσαν μεταξύ τους για τα πρωτεία, φθάνοντας μέχρι και σε αιματηρά επεισόδια, και ήσαν αυτοί αίτιοι φανατισμών, δημιουργίας κομματικών φατριών που ταλαιπώρησαν την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες.
Είναι τα γνωστά «τζάκια».
Κατά την Επανάσταση βοήθησαν όσο μπορούσαν ερχόμενοι σε συνεχείς προστριβές με τους οπλαρχηγούς. Δεν μπορούσαν, άλλωστε, να πράξουν διαφορετικά βλέποντας την εθνική βούληση και ορμή για ελευθερία.
Ο αγωνιστής, και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος γράφει επιγραμματικά : «Οι κοτζαμπάσηδες ή προύχοντες δεν ήταν λαοπρόβλητοι … αλλά ένα σώμα ενωμένον διά του μεταξύ των συμφέροντος … Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων των Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της ανταλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας …».
Συμπλήρωμα Β. Η άλωση της Τριπολιτζάς στις 26 Σεπτ. 1821 αποτελεί σταθμό στην επιτυχή εξέλιξη του Αγώνα, μολονότι, ομολογουμένως, αποτελεί μία μελανή σελίδα της νεοελληνικής ιστορίας, από τη γενική σφαγή σε βάρος των Τούρκων που ακολούθησε ευθύς μετά την κατάληψή της από τους Έλληνες.
Μόνη δικαιολογία μπορεί να προβληθεί η μακραίωνη πολεμική παράδοση της Ανατολής με τέτοιου είδους απάνθρωπες συμπεριφορές, το αίσθημα της εκδικήσεως των σκλάβων απέναντι στους κατακτητές τους που είχαν φερθεί άδικα, είχαν σκοτώσει, είχαν ατιμάσει δικούς τους ανθρώπους. Ήταν μία ανταπόδοση που είχε φωλιάσει στις ψυχές των σκλάβων τετρακόσια ολόκληρα χρόνια, ένα δικαιολογημένο μίσος και μια απελπισία που εκφράσθηκαν με αμείλικτη σκληρότητα.
Στο σημείο αυτό της απανθρωπιάς είχε καταντήσει τους σκλάβους η μακραίωνη σκλαβιά.
Θα μπορούσαν να αποφευχθύν, ωστόσο, όλα αυτά αν ήταν παρών στην πολιορκία ο Δημ. Υψηλάντης, που ερχόμενος στην Τριπολιτσά μετά 3 ημέρες από την Άλωσή της διέταξε τους στρατιώτες να συμπεριφέρωνται ανθρώπινα στους Τούρκους αιχμαλώτους, γιατί έλεγε «ο πόλεμος ημών δεν γίνεται κατά των Οθωμανών, αλλά κατά της τυραννίας, και προσέθετε ότι όσα καταστρέφουν οι Έλληνες δεν είναι των Τούρκων, αλλ’ ελληνικά γιατί από τα χέρια των Ελλήνων διάτης βίας πήραν».
Η Άλωση της Τριπολιτσάς έδωσε την αφορμή να κατηγορηθούν για διαρπαγές ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και άλλοι, με εξαίρεση τον Νικήτα Σταματελόπουλο (Νικηταρά).
Ίσως είναι αλήθεια, αλλ’ οι όποιες κατηγορίες προέρχονται από φήμες που καταγράφηκαν από ξένους (Raybaud, Striebeck). Πάντως, τα λάφυρα και ο πλούτος που έπεσαν στα χέρια των αγωνιστών όπλισαν τους Πελοποννήσιους αγωνιστές που ως τότε πολεμούσαν με δρεπάνια, αξίνες, σουγιάδες, αλλά και με αυτοπεποίθηση για την συνέχιση του Αγώνα, μαζί με την απόφασή τους να τον επεκτείνουν και εκτός Πελοποννήσου.
Τα αρνητικά από την Άλωση ήταν, πλην της σκληρής συμπεριφοράς των Ελλήνων στους αμάχους, ότι στερήθηκε το δημόσιο ταμείο από ικανούς πόρους, η απογοήτευση των Φιλελλήνων από την συμπεριφορά τους αυτή.
Η Ελληνική Επανάσταση έχει να διδάξει μυριάδες σελίδες της θυσίας του ελληνικού λαού και όχι μυθεύματα, εικασίες, παραπληροφορήσεις που κακό κάμουν στον ταλαιπωρημένο, και από την σημερινή συγκυρία, λαό μας.
Συμπλήρωμα Γ. Η Αγία Λαύρα δεν έχει τίποτε να δείξει σήμερα στον επισκέπτη – προσκυνητή όπως πολλοί αγιασμένοι τόποι. Είχαν προηγηθεί πολλά γεγονότα από τις 14 Μαρτίου όταν ο παλιός κλέφτης Ν. Χριστοδούλου έριξε την πρώτη ντουφεκιά του Αγώνα, η επανάσταση στα Καλάβρυτα την 21 Μαρτίου, που είναι η πρώτη επαναστατημένη περιοχή, τα δραματικά γεγονότα στην Πάτρα, ώσπου στις 23 Μαρτίου 1821 οι πρόκριτοι που είχαν συγκεντρωθεί στην Αγία Λαύρα, μαζί με οπλαρχηγούς, ύψωσαν με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό την σημαία της Επαναστάσεως με το γνωστό «Ελευθερία ή Θάνατος».
Ως εθνική εορτή καθιερώθηκε η 25η Μαρτίου καθώς συμπίπτει με την θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Αναγνώστες