Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Κυριακή της Απόκρεω

«Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή εν φυλακή...»;
Αν «ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας θα τον αναγνωρίσετε;» το ερώτημα αυτό, με το οποίο αρχίζει ένα θαυμάσιο ποίημά του ο γνωστός λογοτέχνης και Χριστιανός Φολλερώ, θυμήθηκα διαβάζοντας τη συγκλονιστική παραβολή της μελλούσης Κρίσεως.
Συμβαίνει, αλήθεια, στη ζωή μας να συναντούμε το Χριστό χωρίς να Τον αναγνωρίζουμε; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια την παραβολή.
«Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διξόντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή» ρωτούν έκπληκτοι και οι εκ δεξιών αλλά και οι εξ ευωνύμων του Βασιλέως, ακούγοντας το σκεπτικό της αποφάσεως για τη δικαίωση ή την καταδίκη τους.
Όλοι αυτοί είχαν συναντήσει άπειρες φορές στην ζωή τους τον Χριστό, αλλά δεν Τον αναγνώρισαν.
Γιατί δεν τους παρουσιάσθηκε με την ελκυστική μορφή του Διδασκάλου, που θαυματουργεί και σκορπά την αγάπη, αλλά με τη μορφή κάποιου ελαχίστου, που ζητιανεύει την αγάπη.
Αυτή είναι η συχνότερη και ωραιότερη μεταμόρφωσης Του, που γίνεται όχι πια στην κορυφή κάποιου μακρινού Θαβώρ, αλλά μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες όλων των εποχών, και είναι μια μεταμόρφωση που περνά απαρατήρητη.
Θα έλεγε κανείς πως ολόκληρη η ζωή μας είναι συνεχής πορεία προς Εμμαούς με το Χριστό άγνωστο συνοδοιπόρο δίπλα μας.
Λέμε συχνά όλοι εμείς οι «θρησκευόμενοι» πως καμιά ικανοποίηση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο η συντροφιά με το Θεό.
Όμως, σε πολλές περιπτώσεις η ευσέβειά μας πάσχει από ένα αθεράπευτο ρομαντισμό.
Ο Θεός που αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ζωής μας συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μας, είναι ο «Γλυκύς Ιησούς», όπως συνηθίζεται να απεικονίζεται στις εικόνες των Εκκλησιών μας.
Ένας ωραίος άνδρας με λίγα γένια με ωραία καθαρά ρούχα, με φωτεινό πρόσωπο.
Πόσες φορές, όμως, πέρασε από τη σκέψη μας, να δούμε τον Χριστό με τη μορφή των «ελαχίστων»;
Τον Χριστό, δηλαδή, με την μορφή ενός ζητιάνου ή ενός ξένου, ή του αρρώστου γείτονα ή του φυλακισμένου ή ακόμη της κουρελιασμένης γριάς που είναι στο πεζοδρόμιο;
Ο Χριστός ιδρύοντας την Εκκλησία, διάλεξε μόνος Του ελεύθερα αυτή τη «μεταμόρφωση», που δεν έχει περιεχόμενο συμβολικό, αλλά πραγματικό, αφού έχει σαν βάση την «κένωσι» του Θεού, την ενανθρώπησή Του.
Από την στιγμή που ήλθε στον κόσμο ο Χριστός και ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, ένωσε στην θεανθρώπινη φύση Του οργανικά και αδιάσπαστα ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Ακόμα και μετά την ανάληψή Του στους ουρανούς εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας. Η Εκκλησία είναι η αισθητή και ατελείωτη παρουσία Του στο κόσμο.
Όλοι όσοι ανήκουν στην Εκκλησία αποτελούν το Σώμα του Ιησού Χριστού και επομένως στο πρόσωπο τους υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός.
Εάν ένα μέλος του σώματός μας πονά, υποφέρει όλο το σώμα μας. Όταν όμως το πονεμένο μέλος θεραπευτή, όλο το σώμα μας ανακουφίζεται.
Έτσι η θεραπεία δεν προσφέρεται απλώς στο μέλος που πονά, αλλά μέσω αυτού σε ολόκληρη την υπόστασή μας.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα πονεμένα μέλη της Εκκλησίας, τους «ελαχίστους αδελφούς».
Αγκαλιάζοντας τους, με την αγάπη μας και απαλύνοντας τον πόνο τους, ανακουφίζουμε το Σώμα του Χριστού, τον ίδιο το Χριστό και ουσιαστικά η προσφορά μας αναφέρεται σ’ Εκείνων.
Καταλαβαίνουμε τώρα πως δεν είναι απλώς συμβολικά τα λόγια του Κυρίου: «ότι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε».
Εκφράζουν όλο το βάθος της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, την πραγματικότητα της Εκκλησίας ως «μυστικού Σώματος του Χριστού».
Αγαπητοί μου αδελφοί
Η παραβολή της μελλούσης Κρίσεως είναι ένα επείγον σήμα που θέλει να προσγειώσει όσους ανάμεσά μας πήραν λάθος δρόμο για τον ουρανό.
Ο δρόμος για τον ουρανό περνά υποχρεωτικά από τη γη.
Εξάλλου, αδελφοί μου, δεν μπορεί κανείς να συναντήσει το Θεό αν δεν πλησιάσει τον άνθρωπο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τη διήγηση της παραβολής, ο άνθρωπος δεν κρίνεται για παραβάσεις καθηκόντων του απέναντι στο Θεό, αλλά κρίνεται για παραλείψεις υποχρεώσεών του απέναντι στους ανθρώπους.
Συμβαίνει συχνά να είμαστε πρόθυμοι σε προσφορές και αφιερώματα στους αγίους, φειδωλοί όμως σε αγάπη προς το συνάνθρωπο.
Η ευσέβειά μας καταντά φτηνή συναλλαγή, αφού περιμένει ανταλλάγματα.
Ας λέμε, λοιπόν, πως αγαπούμε το Θεό, στην πραγματικότητα όμως δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ επιστολή λέγει «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύτης εστίν· ο γάρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπά;»
Η γνήσια αγάπη στο Θεό εκδηλώνεται με την αγάπη στους συνανθρώπους, στα πονεμένα μέλη του Σώματος.
Τελειώνοντας θα σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία, κάποτε ο Άγιος Μαρτίνος, ήταν στρατιωτικός και μετέπειτα επίσκοπος Κωνσταντίνης της Γαλλίας, μια χειμωνιάτικη νύχτα επέστρεφε στο στρατόπεδό του συνάντησε ένα φτωχό που έτρεμε από το κρύο. Ο άγιος έσκισε στα δύο τον στρατιωτικό του μανδύα και έδωσε το ένα κομμάτι στο φτωχό, για να ζεσταθεί. Το ίδιο βράδυ είδε στον ύπνο του το Χριστό, να έχει ριγμένο στους ώμους Του τον μισό εκείνο μανδύα και άκουσε: «Μαρτίνε, σ’ ευχαριστώ. Γιατί σήμερα μ’ εντυσες».
Με αυτά τα λόγια αναλογίζομαι πως ο Θεός είναι πολύ πιο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε. Και αν θέλουμε όλοι εμείς, οι αιώνιοι νοσταλγοί και αναζητητές Του, τελικά να Τον βρούμε, δεν έχουμε παρά να συμπληρώσουμε τις αισθήσεις μας με μια έκτη αίσθηση.
Την αίσθηση της αγάπης, που θα έχει την έδρα της την καρδία. Τότε ασφαλώς θα δούμε το Θεό υπηρετώντας Τον στο πρόσωπο των «ελαχίστων» ώστε να ακούσουμε: «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασνένην υμίν βασιλείαν». Αμήν!!!

Αναγνώστες