Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Ο γάμος (δεύτερο μέρος)

2) Κοινωνικότητα και αλληλοβοήθεια με το γάμο
Η ενότητα των συζύγων δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, τη μικρότερη σε έκταση και τη μεγαλύτερη σε δύναμη, δηλ. την οικογένεια. Η κοινωνικότητα γενικά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Με την κοινωνικότητα ο άνθρωπος αναπτύσσεται και σχεδόν ολοκληρώνεται16, γιατί η κοινωνικότητα του ανθρώπου ολοκληρώνεται τέλεια μόνο μέσα σ' ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο16α.
Η αλληλοβοήθεια γενικά είναι συνέπεια της κοινωνικότητας17 και δεν ταυτίζεται με την «ορμή προς κοινωνία», αλλά είναι δύο μορφές των «κοινωνικών ορμών» γενικά. Δηλαδή η μεν ορμή προς κοινωνία επιδιώκει να δημιουργήσει μια κατάσταση στατική, ακίνητη σχεδόν, ενώ η αλληλοβοήθεια δημιουργεί μια «κοινωνία» ανθρώπων συνεχώς κινουμένων για την παροχή βοήθειας του ενός μέλους προς το άλλο. Ή αλλοιώς, η ορμή της αλληλοβοήθειας είναι μια επέκταση της ορμής προς κοινωνία.  
Ειδικά ο γάμος, και κατ' επέκταση η οικογένεια, είναι μια κοινωνικότητα, η αρχαιότερη, εντονότερη και πιο ολοκληρωμένη· είναι η κοινωνική μονάδα ή το κύτταρο της κοινωνικής ζωής18. Kαι η Ορθόδοξη Εκκλησία με το γάμο βοηθεί στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας. Κι αυτό το «κώλυμα» (εμπόδιο) για γάμο λόγω της εξ αίματος ή της εξ αγχιστείας συγγένειας συμβάλλει στην ανάπτυξη και επέκταση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των οικογενειών. Tο ιδιαίτερο όμως χαρακτηριστικό της μέσα στο γάμο «κοινωνικότητας» είναι η, μαζί με τη γενική κοινωνικότητα, συνύπαρξη και της γενετήσιας (σεξουαλικής) σχέσης μεταξύ των συζύγων, με όλες τις συνέπειες της ιδιάζουσας αυτής σχέσης. Kαι ο αληθινός έρωτας ωθεί προς την ηθική πρόοδο και πνευματική άνοδο19 γι' αυτό κι ο ελληνικός λαός τραγουδάει το παροιμιώδες δίστιχο: 
 «Όμορφο πούναι τ' όμορφο πέντε φορές και δέκα
κι απ' όλα τ' ομορφότερο άντρας με τη γυναίκα». 
 Η κοινωνικότητα στο γάμο δεν καλλιεργείται μόνο σε βάθος αλλά και σε έκταση. Από την αγάπη του συζύγου ή της συζύγου επεκτείνεται και στους συγγενείς του άλλου (άλλης) συζύγου, όπως βεβαίως και στα τέκνα, και με την επιγαμία αυτών στους εξ αγχιστείας συγγενείς των τέκνων τους (τους συμπεθέρους).  
Επομένως τα περί της κοινωνικότητας γενικά εφαρμόζονταν πλήρως στο γάμο και μάλιστα στην εντονότερη μορφή τους20.  Και η «ορμή της αλληλοβοήθειας» ικανοποιείται τέλεια μέσα στό γάμο.  
Από ηθική έποψη η ικανοποίηση οποιασδήποτε φυσικής ορμής, αυτή καθ' εαυτή, δεν έχει ηθική αξία ή απαξία. Επομένως η κοινωνικότητα γενικά καθώς και η αλληλοβοήθεια από μόνες τους δεν ενδιαφέρουν ηθικά. Η ικανοποίηση όμως οποιασδήποτε ορμής μπορεί να έχει ηθική αξία ή απαξία: 1) αν έχει εκδηλωθεί το θέλημα του Θεού ειδικά σε ορισμένη απ' αυτές και 2) αν ο τρόπος με τον οποίο θα ικανοποιηθεί κάθε φορά η συγκεκριμένη ορμή είναι ηθικός. Για την ορμή της κοινωνικότητας έχουμε σαφείς εκφράσεις της Αγίας Γραφής και επομένως η ικανοποίησή της είναι θέλημα του Θεού. Τέτοιες είναι: «Προσέξτε πόσο καλό και πόσο ευχάριστο είναι να κάθονται μαζί (με αγάπη) τ' αδέλφια... Γιατί εκεί ο Κύριος έδωσε την ευλογία του και αιώνια ζωή». (Ιδού δη τι καλόν, ή τι τερπνόν, αλλ' ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό;... Εκεί ενετείλατο Κύριος την ευλογίαν, ζωήν έως του αιώνος»21). Και ο Κύριος είπε: «Ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»22. Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Ο Θεός περισσότερο από κάθε άλλο φροντίζει για να μας ενώσει και να μας συνδέσει μεταξύ μας». («Ουδέν τω Θεώ περισπούδαστον, ως το ηνώσθαι και συνδέσθαι ημάς αλλήλοις»23).   
Και για την αλληλοβοήθεια επίσης υπάρχουν σαφείς, γραφικές, εκφράσεις: «Οι δύο είναι πιο ευτυχισμένοι (και καλύτερα εξυπηρετούνται) απ' τον ένα. Γιατί σ' αυτούς υπάρχει ανταμοιβή στους κόπους τους. Αν μάλιστα πέσουν, ο ένας θα σηκώσει τον άλλον. Αλλοίμονο όμως στον έναν (τον μοναχικό) όταν πέσει, γιατί όταν πέσει δε θα είναι ένας άλλος να τον σηκώσει...». («Αγαθοί οι δύο υπέρ τον ένα, οις έστιν μισθός αγαθός εν μόχθω αυτών· ότι εάν πέσωσιν, ο εις εγερεί τον μέτοχον αυτού. Kαι ουαί αυτώ τω ενί, όταν πέση και μη η δεύτερος εγείραι αυτόν...»24). «Όταν ο αδελφός βοηθείται απ' τον αδελφό του, τότε είναι σα μια οχυρωμένη κι απόρθητη πόλη. Είναι ισχυρός, σαν ένα καλοθεμελιωμένο ανάκτορο». («Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά και υψηλή, ισχύει δε ώσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον»25). Kαι ο Παύλος συνιστά «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε»26. Η κοινωνικότητα λοιπόν και η αλληλοβοήθεια δεν είναι απλώς φυσικές ορμές για τον άνθρωπο, αλλά και εντολή του Θεού. Επομένως έχουν ηθική αξία και αυτές οι ίδιες και ως προς τον τρόπο της ικανοποίησής τους.  
Για την ικανοποίηση των ορμών προς κοινωνία και αλληλοβοήθεια μέσα στο γάμο και διά του γάμου έχουμε σαφή την εκδήλωση του θελήματος του Θεού. Για την κοινωνικότητα: Α) στην Aγία Γραφή αναφέρονται: 1) Κατά την δημιουργία της Εύας ο Θεός έτσι σκέφτηκε: «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον...»27. -2) «Kαι ήγαγεν (ο Θεός) αυτήν (την Εύαν) προς τον Αδάμ»28. -3) «Προσκολληθείσεται (άνθρωπος) προς την γυναίκα αυτού. Kαι έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν»29. -4) «Παρά Κυρίω αρμόζεται γυνή ανδρί»30. -5) Ο Κύριος Ιησούς είπε ότι τον άνδρα και τη γυναίκα «ο Θεός συνέζευξεν, (και) άνθρωπος μη χωριζέτω»31. -6) Kαι ο Απόστολος Παύλος παραβάλλει το σύνδεσμο του άνδρα προς τη γυναίκα όπως της κεφαλής προς το σώμα32. Β) Kαι οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν παρεμφερή προς την Aγία Γραφή. Ενδεικτικά αναφέρω τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που θεωρεί τους συζύγους συνδεδεμένους άρρηκτα σαν «ημίτομα» (δύο μισά) μιας ενότητας33. Με παρόμοιο τρόπο εκφράζεται και ο Βασίλειος Αγκύρας34).
Για την αλληλοβοήθεια των συζύγων (μέσα στο γάμο) έχουμε σαφείς εκφράσεις στην Aγία Γραφή: 1) Κατά τη δημιουργία της Εύας ο Θεός σκέφθηκε: «Ποιήσωμεν αυτώ (τω Αδάμ) βοηθόν κατ' αυτόν»35). -2) Η Σοφία Σειράχ λέει: «Όποιος αποκτά (καλή) γυναίκα αρχίζει ν' αποκτά (ευτυχία), δηλαδή ένα δικό του βοηθό κι ένα ραβδί για να ξεκουράζεται»36). -3) Και ο Σολομών στις παροιμίες λέει ότι «η δραστήρια νοικοκυρά» («ανδρεία»), «σ' όλη της τη ζωή εργάζεται για τον άνδρα της» («ενεργεί τωι ανδρί εις αγαθά πάντα τον βίον»37). Kαι οι Πατέρες της Εκκλησίας ανάλογα διδάσκουν. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος π.χ. θεωρεί την ανάγκη της αλληλοβοήθειας ως αφορμή για τη σύνδεση των ανθρώπων38).  
Η κοινωνικότητα και η αλληλοβοήθεια, αφού είναι θέλημα του Θεού, είναι καλά, και η πραγματοποίησή τους είναι αρετή κατά τη Χριστιανική Ηθική. Κι' ακόμη επιβάλλεται η καλλιέργειά τους γενικά και κατ' εξοχήν στο γάμο, γιατί μ' αυτές αλληλοτελειοποιούνται οι σύζυγοι και αναπτύσσεται η αρετή της αγάπης, η οποία είναι η πρώτη και κύρια για το Χριστιανισμό39). Συνεπώς μέσα στο γάμο ικανοποιούνται οι φυσικές ορμές της κοινωνικότητας και αλληλοβοήθειας και καλλιεργούνται οι ομώνυμες αρετές και μ' αυτές προάγεται ολόκληρη η προσωπικότητα του ανθρώπου40.
------------------------------------------------------------------

16. Ο Αριστοτέλης λέγει ότι «κοινωνικόν άνθρωπος ζώον» (Ηθικών, Ευδημίων, Ζ' 10,6 και 8). Kαι ο μη αισθανόμενος την ανάγκην της κοινωνικότητος είναι «ή  θηρίον ή θεός». (Πολιτικά, Α' 1,12). Kαι η ψυχολογία δέχεται ότι «η φυσική κατάστασις του ανθρώπου είναι να ζη εν κοινωνία... διά της Συμβιώσεως, διεγείρονται αι ατομικαί ιδιότητες και δημιουργούνται εκδηλώσεις μη εμφανιζόμεναι εις τα μεμονωμένα άτομα. Όλη η πνευματική ζωή, τα ήθη, η θρησκεία, η γλώσσα, η επιστήμη, η τέχνη, γεννώνται εν κοινωνία. Κατ' αυτήν εκδηλούται η βασική οντολογική αρχή της «δημιουργίας συνθέσεως»... (διά της συμβιώσεως) γνωρίζομεν τους άλλους και κατ' αντιδιαστολήν προς αυτούς και του εαυτού μας. Εκεί ασκούμεθα να κυριαρχώμεν του εαυτού μας, βλέποντες ότι τα όρια των απαιτήσεών μας συναντούν τα δικαιώματα των άλλων, τα οποία πρέπει να σεβώμεθα δια να σεβασθούν και οι άλλοι τα ιδικά μας. Η διάκρισις; η δικαιοσύνη, η ευγένεια, η φιλοκαλία, η πολυμέρεια του πνεύματος, εκεί αναπτύσσονται. Ο ακοινώνητος ούτε τας ιδίας δυνατότητας γνωρίζει, ούτε δύναται να κατευθύνη ορθώς, όσα έχει συνειδητοποιήσει, (ούτος) ελάχιστα θα υπερβή την βαθμίδα του ζώου. Αι έμφυτοι καταβολαί του ούτε θα αναπτυχθούν, ούτε περιεχόμενον θα αποκτήσουν». (Σπετ., Η ψυχική ζωή του ανθρώπου, σ. 30-31).
16α. Πρβλ. «Μέσα στα όρια του γεγονότος της Εκκλησίας η κοινωνία προσώπων δεν είναι ιδανικό «τέλος» ή μια αξιολογική «αρχή», αλλά μια φανέρωση και εμφάνιση και αποκάλυψη του μυστηριου του Θεού και του ανθρώπου», εις τον Χρ. Γιανναρά, H κρίσn της προφητείας. (2α έκδ. 1981), σ. 151.
17. Η «ορμή της συμπαθείας και αλληλοβοηθείας» είναι πρωταρχική τάσις εν ημίν, εμφανιζομένη ήδη εις τας κοινωνίας των πρωτογόνων... Η δευτέρα μορφή της ορμής, η αλληλοβοήθεια, είναι η ενεργητική εκδήλωσις της συμπαθείας. Η αντίληψις και βίωσις της ξένης δυστυχίας προωθεί εις βοήθειαν του πάσχοντος. Τούτο όμως δεν συμβαίνει πάντοτε. Συχνά συμπαθούμεν, αλλά βοηθούμεν σπανιώτερονι. (Σπετ., σ. 34-35).
18. Ιδέ και τας περί κοινωνικού βίου αντιλήψεις του Νεοφύτου Δούκα (Τετρακτή, ήτοι Ρητορική, Λογική, Μεταφυσική και Ηθική. Αίγινα, 1834, σ. 286). Ούτος κατατάσσει εις τέσσαρας βαθμίδας, 1) Τον γάμον, 2) την συγκατοίκησιν 3) την γλωσσικήν, πολιτικήν και θρησκευτικήν κοινότητα, 4) την ανθρωπότητα ως σύνολον και ως φυσικήν κοινόmτα.
19. Aι εκ της ερωτικής ή συζυγικής σχέσεως «βιώσεις συνδέονται με μίαν εκτίμησιν και αντίληψιν αξίας, η οποία κυρίως διεγείρει τον πόθον αποκτήσεως και διαρκούς ενώσεως. Μετ' αυτού συνυπάρχει η βίωσις της κατανοήσεως. Ο αγαπώμενος θεωρείται ως φορεύς υψηλών αξιών. Παράλληλος εμφανίζεται η τάσις, εκάστου μέρους να αναπτύξη τας ιδίας του ικανότητας και εμφανίση αντιστοίχους αξίας. Ούτως ο έρως αποβαίνει κέντρισμα προς άνοδον και υψηλάς δημιουργίας».(Σπετ. σ. 25). Ιδέ και Γ. Μποζώνη, Άνδρας και Γυναίκα. Η μεταφυσική του Έρωτα, εις π. «Συζήτησις», σ. 201-205.
20. Πρβλ. και τα περί «της αλληλοεπιδράσεως της συζυγικής κοινότητος» εις Π.Γ. Κοροντζή, Η οικογένεια ως αξιολογική και μορφωτική κοινότης. (Αθήναι, 1960), σ. 25-28. Και ο Σ. Καλλιάφας γράφει: «Ενώ ο μεν ανήρ έχει ανάγκην εμπνεύσεως εκ γυναικός, ευγενούς την ψυχήν, ίνα δημιουργήσει έργα πολιτισμού, η δε γυνή ίνα τελειοποιήται ως γυνή, έχει ανάγκην της ευεργετικής οδηγητικής επιδράσεως ανδρός σπουδαίου...». «Ψυχική σύγκρισις των δύο φύλων. (Αθήναι, 1961 ), σ. 272.
21. Ψαλμ. ρλβ', 1-3.
22. Ματθ. ιη', 20.
23. Ι. Χρυσ., Εις τον Ματθαίον, ομ. ΙΣΤ', 8. Μ 57, 250.
24. Εκκλ. δ', 9-12. 
25. Παροιμ. ιη', 19.
26. Γαλατ. στ', 2.
27. Γεν. β', 18.
28. Γεν. β', 22.
29. Γεν. β'; 24.
30. Παροιμ. ιθ', 14.
31. Ματθ. ιθ', 4-5.
32. Εφεσ. ε', 22-24.
33. «Γυνή και ανήρ ουκ αστίν άνθρωποι δύο, αλλ' άνθρωπος εις... ώσπερ ημίτομα δύο εν εισίν». Εις την προς Κολοσσαείς, ομ. ΙΒ'5-6. Μ 62, 387-338. Και «ου γαρ έστιν ανδρός προς άνδρα τοσαύτη οικειότης, όση γυναικός προς άνδρα. Ουδέν ούτως συγκροτεί τον βίον ως έρως ανδρός και γυναικός». Εις την προς Εφεσίους, ομ. Κ' 1. Μ 62, 135-136. «Όρα πώς αυτούς συγκολλά πάλιν (μετά την δημιουργίαν της Εύας) και εις εν συνάγει διά του γάμου... Είδες πόσους συνδέσμους αγάπης ο Θεός ειργάσατο;... Τι στενοχωρείς της αγάπης το πλάτος;... Έξωθεν γυναίκα αγαγών και δι' εκείνης συγγενών ορμαθόν και μητέρα, και πατέρα, και αδελφούς, και τους τούτων επίτηδείους; Είδες πόσους τρόπους ημάς, συνέδεσεν;» Εις την Α' προς Κορινθ., ομ. ΛΔ', 3-4. Μ 61, 289-291.
34. «Εις άρρεν τε και θήλυ από του λογικού ζώου έως επί παν είδος αλόγου, τεμών, κατά το θήλυ τμήμα του άρρενος εργασάμενος οίστρον μεν εκάστω τμήματι της προς άλληλα συμπλοκής άρρητον τη φύσει ενέθηκε...». Προς Λητόϊον, 3. Μ 30, 673-676.
35. Γεν. β', 18. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της απεχθούς καταστάσεως του Αδάμ προ της δημιουργίας της Εύας. «Τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ» -(Γεν. β', 20). Ενώ δηλαδή υπήρχον άλλα ζώα (κατοικίδια), τα οποία ηδύναντο να καταστώσι βοηθοί του Αδάμ, ούτος εζήτει βοηθόν «όμοιον αυτώ», δηλαδή άνθρωπον. Πρβλ. και την ερμηνείαν του Χρυσοστόμου: «Κατάλληλον αυτώ βοηθόν, την γυναίκα αινιττομένην. Διά τούπο φησί «ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν» και προσέθηκε δε «κατ' αυτόν», ίν' όταν ίδης ευθύς τα θηρία παραγόμενα, και πάντα τα πετεινά του ουρανού, μη νομίσης περί τούτων ειρήσθαι. Ει γαρ και συνεφάπτεται των καμάτων αυτώ πολλά των αλόγων, αλλ' ουδέν ίσον της λογικής γυναικός. Διά τούτο είπε «βοηθόν κατ' αυτόν» Εις την Γένεσιν, ομ. IΔ', 4. Μ 53, 116.
36. Σοφ. Σειρ. λ' (ή λγ'), 24.
37. Παροιμ. κθ', 30.
38. Ο Θεός «καταστήσας ημάς εν χρεία αλλήλων, εύκολον πάλιν την επιμιξίαν εποίησεν». Εις την Α' προς Κορινθ., ομ. ΛΔ', 4. Μ 61, 291.
39. Ιδέ τον Ύμνον της αγάπης του Παύλου (Α' Κορ. ιγ', 1 έξ.) και του Χρυσοστόμου: «Ουδέ μίαν κτήση παρά Θεώ παρρησίαν... και... ουδέν ημών προστήναι δυνήσεται,
αν μη άκραν αγάπην έχομεν». Εις την Α' προς Κορινθ., ομ. ΚΕ', 4. Μ 62, 211-212. Πρβλ. Β' Ιωαννίδου. Η κοινή εντολή της αγάπης και ο ύμνος αυτής υπό του Απ. Παύλου εν 1Κορ. 13. (Έκδ. 2, Αθήναι, 1958), και Π. Μπρατσιώτου, Το νόημα της χριστιανικής αγάπης. (Αθήναι, 1956).    
40. «Η κοινωνιολογία διερευνώσα λεπτομερώς το φαινόμενον οικογένεια, διαπιστώνει ότι εν αυτή η βιολογική γενετήσιος σχέσις των δύο γονέων μεταβάλλεται εις κοινότητα ζωής πολλαπλού περιεχομένου. Καθίσταται η οικογένεια κοινόmς ασφαλείας, κοινότης αγάπης, κοινότης ηθικής, κοινότης τιμής, κοινότης κοσμοθεωρητική, κοινότης παιδευτική». Σπετ. Θεωρία της παιδείας. (Αθήναι, 1961), σ. 57-58. Kαι Σπετ., Φιλοσοφία της κοινωνίας και του πολιτισμού. (Αθήναι, 1946), σ. 29-42). Ιδέ και Π.Γ. Κοροντζή, ένθ' αν. Σ. Καλλιάφα, Α') Διάγραμμα της ψυχολογίας του βάθους. Β') Η νοσηρότης της εποχής μας τεκμηριουμένη εκ της διαγωγής της γυναικός κ.λπ. (Αθήναι, 1959), σ. 99...

Αναγνώστες