Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Ο γάμος (τέταρτο μέρος)

4) Γενετήσια ορμή και ηδονή  
--------------------------------------------------------------------------------
Η γενετήσια ορμή51 αποτελεί προϋπόθεση της έγγαμης ζωής. Ορμή είναι τάση της ψυχής του ανθρώπου προς ενέργεια και δράση που κατευθύνεται προς στόχο ασαφώς καθορισμένο (δηλ. μη σαφώς συνειδητό) και συνοδεύεται από ισχυρά συναισθήματα.
 Η ορμή εκδηλώνεται αρνητικά μεν σαν τάση προς απομάκρυνση από κάθε κατάσταση που εμποδiζει τη δράση της θετικά δε σαν τάση προς καλλιέργεια και προαγωγή κάθε κατάστασης που ευνοεί τη δράση της. «Η ορμή άρχεται διά λύπης, πληρούται δι' ηδονής και παύεται επί πολύ ή ολίγον διάστημα, ίνα πάλιν επαναλάβη τον δρόμον της»52.
Η ηδονή είναι ευάρεστο συναίσθημα που το προκαλεί μια ευχάριστη απόλαυση. Οι ηδονές προέρχονται από υλικές απολαύσεις, είναι δηλαδή κυρίως σωματικές-σαρκικές. H λέξη ηδονή χρησιμοποιείται για να εκφράσει και τις πνευματικές απολαύσεις έχουμε δηλαδή κατ' επέκταση της εννοίας και ψυχικές και πνευματικές ηδονές53. «Παρά τοις ανθρώποις υποχωρεί η ορμή προϊούσης της ηλικίας και επικρατούντος του λογικού, αλλά δεν εκλείπει τελείως»54. «Διαφέρει δε εν μέρει εις τα φύλα»55, αλλά και στα άτομα κατά την ένταση. Δύο είναι οι κύριες βιολογικές ορμές, η προς συντήρηση και η γενετήσια.  
Γενετήσια ορμή είναι η ορμή «η επιζητούσα την σύζευξιν μετά του άλλου φύλου»56, που εμφανίζεται για πρώτη φορά κυρίως κατά την εφηβική ηλικία57. Η πλήρωση της γενετήσιας ορμής δίνει κατά τη φυσιολογία «τον μέγιστον βαθμόν ηδονής»58. Η γενετήσια ορμή δεν είναι απλώς μέσο υλικής απόλαυσης, αλλά και «μέσον εκδηλώσεως του ψυχικού άμα και πνευματικού εκείνου δεσμού, ο οποίος καλείται αγάπη»59. Και έτσι ο αληθινός έρωτας ωθεί τον άνθρωπο προς ηθική πρόοδο και πνευματική καλλιέργεια60.  
Από ηθική έποψη η απόλαυση της υλικής φύσης γενικά επιτρέπεται, γιατί «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον· αγιάζεται γαρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως»61). Kαι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως «ο Θεός φύτεψε μέσα στις λύπες την ηδονή και τη χαρά»62). Η άμετρη βέβαια χρήση των ηδονών υποδουλώνει τον άνθρωπο στην ύλη. Αυτήν αποκρούει όχι μόνο η Χριστιανική Ηθική (όπως θα δούμε παρακάτω), αλλά και ο εισηγητής της ηδονιστικής ηθικής θεωρίας, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αρίστιππος ο Κυρηναίος, που δίδαξε πως «το κρατείν και μη ηττάσθαι ηδονών άριστον, ου το μή χρήσθαι»63.  
Η Χριστιανική Ηθική όχι μόνο δεν αγνοεί όσα διδάσκει η φυσιολογία και η ψυχολογία, που παραπάνω εκθέσαμε, σχετικά με τη γενετήσια ορμή και τις συνέπειές της, αλλά μερικές φορές διδάσκει τα ίδια ως θέλημα Θεού.
Η μεν Aγία Γραφή ρητά αναφέρει ότι ο Θεός «ήγαγεν αυτήν (τη γυναίκα) προς τον Αδάμ»64 και συνιστά: «Συνευφραίνου μετά της γυναικός σου»65. (Πρβλ. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως Άδης ζήλος»66 και «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον»67).  
Οι δε Πατέρες αναπτύσσοντας το θέλημα του Θεού περιγράφουν τη γενετήσια ορμή, που δόθηκε απ' το Θεό, και τις συνέπειές της. Ο Βασίλειος Αγκύρας, που ήταν και γιατρός, μιλώντας προς τις παρθένες (μοναχές) συστηματικά εκθέτει τα περί της γενετήσιας ορμής και λέει: «Ας εξετάσουμε αν θές, απ' την αρχή, τι διαφορές έχουν από φυσικού τους τ' αρσενικό και το θηλυκό, για να καταλάβουμε και ξεχωρίσουμε τέλεια το σκοπό της παρθενίας, που παρουσιάστηκε... Κόβοντας (ο Θεός) σε δυο, αρσενικό και θηλυκό, απ' το λογικό ζώο (τον άνθρωπο) μέχρι όλα τα είδη των αλόγων ζώων, τα κατεργάστηκε έτσι ώστε το θηλυκό να είναι ένα κομμάτι απ' το αρσενικό. Έβαλε λοιπόν έναν απερίγραπτο «οίστρο» (μανιώδες πάθος) για να περιπλέξει (συμπλέξει) το καθένα απ' τα δυο μέρη προς το άλλο... Δεν έβαλε (ο Θεός) μόνο αυτή την περιπλοκή μεταξύ τους, με τον τρόπο που είπαμε, κάνοντάς την ευχάριστη (γλυκειά) σωματικά, αλλά και για τη δημιουργία απογόνων με τη συμπλοκή (αυτή των σωμάτων), όπου ο έρωτας (στο μυστήριο αυτό) είναι δαδούχος, πολύ φίλτρο βαθειά και πυκνά φύτεψε (και στους δυο)... Θέλοντας (όμως) ο Δημιουργός να βοηθήσει το αδύνατο μέρος (το θηλυκό) να αμυνθεί προς το αρσενικό, μαγεύει τ' αρσενικό για να ενωθεί μαζί του, όχι μόνο για ν' αποκτήσει παιδιά, αλλά και γι' αυτόν, το μανιώδη πόθο (οίστρο) της σωματικής επικοινωνίας (μείξεως)».
(«Άνωθεν ως έχει φύσεως το θήλυ προς το άρρεν, ει βούλει, επισκεψώμεθα, ίνα και τον της παρθενίας σκοπόν ευκρινώς αναφανέντα κατίδωμεν... Εις άρρεν τε και θήλυ, από του λογικού ζώου έως παν είδος αλόγου, τεμών, και το θήλυ τμήμα του άρρενος εργασάμενος, οίστρον μεν εκάστω τμήματι της προς άλληλα συμπλοκής άρρητον τη φύσει ενέθηκε... Ου την προς άλληλα συμπλοκήν μόνον, διά των προειρημένων τρόπων, ηδείαν τοις σώμασιν αυτών εργασάμενος, αλλά και προς το εκ της συμπλοκής ταις του έρωτος λαμπάσι δαδουχούμενον γένος, πολύ το φίλτρον εγκατασπείρας... Tω ασθενεστέρω ζώω (τω θήλει) του Δημιουργού βοηθήσαι θελήσαντος, ίνα τη ενούση αυτώ ηδονή μαγγανεύον το άρρεν, ου διά την παιδοποιΐαν μόνον, αλλά δι' αυτόν τον της μείξεως οίστρον, υπερμαχούν αυτώ έχη το άρρεν...»68).
Ο Μεθόδιος αναφέρει, όπως και η ψυχολογία, ότι υπάρχουν σωματικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων ως προς την άσκηση της γενετήσιας ζωής69. Kαι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Για τη γυναίκα δεν υπάρχει πολυτιμότερο απ' τον άνδρα της, ούτε για τον άνδρα πιο περιπόθητος άνθρωπος απ' τη γυναίκα του. Η συμφωνία της γυναίκας με τον άνδρα, αυτό είναι που οργανώνει (συγκροτεί, γυμνάζει) τη ζωή όλων μας. Τούτο συγκροτεί όλο τον κόσμο».
Kαι «δεν υπάρχει τόση οικειότητα μεταξύ δύο ανδρών, όση οικειότητα υπάρχει μεταξύ της γυναίκας με τον άνδρα, αν είναι (βέβαια) όπως πρέπει παντρεμένοι... Πραγματικά η αγάπη αυτή (η συζυγική) έχει απόλυτη εξουσία, απολυτότερη από κάθε άλλη. Γιατί οι μεν άλλες (αγάπες, επιδράσεις, σύνδεσμοι) έχουν κάποια δύναμη επιβολής, ενώ αυτή (η συζυγική αγάπη) είναι και (απόλυτα) δυνατή και αμετάβλητη (αμάραντη).
Γιατί υπάρχει μέσα μας και φωλιάζει στην ψυχή μας και ασυναίσθητα (λανθανόντως, υποσυνείδητα) συμπλέκει αυτά τα σώματά μας (του άνδρα και της γυναίκας)... Τίποτ' άλλο δεν οργανώνει (συγκροτεί, επηρεάζει) η ζωή μας, όσον ο έρωτας του άνδρα προς τη γυναίκa».
(«Μηδέν έστω γυναικί ανδρός τιμιώτερον, μηδέν ανδρί γυναικός ποθεινότερον. Τούτο πάντων ημών συγκροτεί την ζωήν, το ομονοείν γυναίκα προς άνδρα. Τούτο συνέχει τον κόσμον άπαντα». Και «ουκ έστιν ανδρός προς άνδρα τοσαύτη οικειότης, όση γυναικός προς άνδρα, αν η τις, ως χρη, συνεζευγμένος... Όντως πάσης τυραννίδος αύτη η αγάπη τυραννικωτέρα. Αι μεν γαρ άλλαι σφοδραί, αύτη δε η επιθυμία έχει και το σφοδρόν και το αμάραντον. Ένεστι γαρ τις έρως εμφωλεύων τη φύσει, και λανθάνων ημάς συμπλέκει ταύτα τα σώματα... Ουδέν ούτως ημών συγκροτεί τον βίον ως έρως ανδρός και γυναικός»70). Ο Μ. Αθανάσιος λέγει πως επιτρέπεται η χρήση των γενετησίων οργάνων, αφού δόθηκαν από το Θεό71.  
Με την ηδονή ασχολούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας και διδάσκουν τα ακόλουθα: Ο Βασίλειος Αγκύρας εκτός από όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, λέει ότι «επακολούθημα του κατά τον γάμον αναγκαίου, η εκ της μείξεως ηδονή»72.
Kαι ο Αμφιλόχιος Ικονίου λέει πως ο Θεός «τω μεν ανθρώπω (άνδρα) ηδονήν ενέσπειρε· το δε θήλυ θωπευτικόν εποίησεν»73.
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σε ειδικό κεφάλαιο περί ηδονών κατατάσσει αυτές σε διάφορες ομάδες: 1) Ψυχικές ηδονές, 2) Σωματικές ηδονές: α) φυσικές (αναγκαίες ή μη αναγκαίες) και β) μήτε φυσικές (και μήτε αναγκαίες). Την ηδονή της αυτοσυντήρησης τη χαρακτηρίζει ως φυσική και αναγκαία, τη γενετήσια ορμή, ως φυσική αλλά μη αναγκαία, τη «λαγνεία» ούτε φυσική ούτε αναγκαία. Και προσθέτει: «Αυτός που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να επιδιώκει τις αναγκαίες συνάμα και φυσικές ηδονές, να βάλει σε δεύτερη μοίρα τις φυσικές και μη αναγκαίες, γινόμενες στον καιρό και με τον τρόπο που αρμόζουν, ενώ τις άλλες είναι ανάγκη οπωσδήποτε να τις αποφεύγει...»74.
Ο Μ. Βασίλειος στα «Ασκητικά» του δίνει ως ορισμό της ηδονής τα εξής: «Η ηδονή εστί το μέγα του κακού δέλεαρ, δι'ην ευέμπτωτοι (εύκολα πέφτουν) μάλιστα προς αμαρτίαν εσμέν οι άνθρωποι· υφ' ης πάσα ψυχή ως υπ' αγκίστρου προς τον θάνατον έλκεται»75.
Για τη χρήση της ηδονής οι μεν «Διδαχές των Αποστόλων» κατακρίνουν την άμετρη ηδονή76, ο δε Βασίλειος Αγκύρας λέγει πως «μη πάθος ηδονής προκαταλάβη (να μη επιβληθεί) του νόμου της χρείας (της φυσικής ορμής)»77).
Kαι ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός σαφέστερα εκφράζεται λέγοντας πως ο αληθινός Χριστιανός «εσθίει και πίνει και γαμεί ου προηγουμένως (απ' τη φυσική ορμή), αλλά αναγκαίως (όταν δεν μπορεί ν' ανθέξει άλλο)»78. Χαρακτηριστικό θεωρώ το ρεαλισμό της χριστιανικής σκέψης του Ιγνατίου Αντιοχείας, που μιλώντας για ένα ζευγάρι Χριστιανών λέγει: ο οίκος τους «εύχομαι ηδράσθαι (να βασισθεί πάνω σε) πίστει και αγάπη σαρκική τε και πνευματική»79.
Θεωρώ ότι η έκφραση αυτή του Ιγνατίου, αριστοτεχνική στην μορφή της, δίνει το γενικό διάγραμμα των σχέσεων των Χριστιανών συζύγων. Πάντως με το Μυστήριο του γάμου δεν ευλογείται ειδικά η σεξουαλική σχέση των συζύγων79α, αλλά ολόκληρος ο βίος, που βέβαια ένα σημείο των συζυγικών σχέσεων είναι η ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής τους.

51. Σ. Καλλιάφα, Το παιδαγωγικόν πρόβλημα της γενετησίου ορμής: (Εκδ. 2α, Αθήναι, 1958). Του αυτού, Ορμαί και πνεύμα, εις βιβλίον του: Ανθρωπολογικαί μελέται. (Αθήναι, 1957). Χρ. Ανδρούτσου. Η ψυχολογία του Freud (Ψυχανάλυσις) εξεταζομένη κατά τας θεμελιώδεις αυτής δόξας. (Αθήναι, 1931). William Graham Cοle, Sex and lονe in the Bible (Ν. Yοrk, 1959). Fr. Thilly, Eισαγωγή εις την ηθικήν (μετ. Γ. Γρατσιάτου, Αθήναι, 1922), σ. 130 εξ. 177 έξ. Χ.Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής. (Αθήναι, 1925), σ.50 έξ.
52. Χ. Ανδρούτσου, Γενική Ψυχολογία. (Αθήναι, 1934), σ. 323.
53. Πρβλ. «Διπλής ούσης εν τη ανθρωπίνη φύσει της ηδονής, της μεν εν ψυχή δι' απαθείας ενεργουμένης, τας δε διά πάθους εν σώματι». Γρηγόριος ο Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων, ομιλ. Α'.
54. Θ. Βορέα, Ψυχολογία. (Αθήναι, 1933), σ. 363.
55. Σ. Καλλιάφα, Ορμαί και πνεύμα, ένθ' αν., σ. 44, Kαι του αυτού, Ψυχολογική σύγκρισnς των φίλων, ένθ' αν.
56. Σπετ. Η ψυχ. ζωή του ανθρώπου, ένθ' αν., σ. 25.
57. Ιδέ, Ε. Spranger, Ψυχολογία της εφηβικής ηλικίας. (μετ. Ν. Λούβαρι) Αθήναι, 1927.
58. Σ. Δοντά, Φυσιολογία, τ.2 έκδ. 2α, σ. 517. Πρβλ. και το του Αμφιλοχίου Ικονίου: «Ο τίμιος γάμος, υπέρκειται παντός δώρου γηΐνου, ως έγκαρπον δένδρον, ως αστείον φυτόν». Μ 39, 45.
59. Καλλιάφα, Το παιδαγωγικόν πρόβλημα της γενετησίου ορμής, ένθ' αν. σ. 65. Και του αυτού, Αρμονική ανάπτυξις ορμών και πνεύματος είναι θεμελιώδης όρος ψυχικής υγείας. (Αθήναι, 1960), σ. 7. Ως και του αυτού, Ψυχολογική σύγκρισις κ.λπ. ένθ' άν. Πρβλ. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως Άδης ζήλος».Άσμα Ασμάτων η', 6. Περί του έρωτος εξ απόψεως χριστιανικής, ιδέ προχείρως: Μ. Γαλανού, Συζυγία και έρως (π. Ανάπλασις, 1940, αρ. 9). R. Biοt, Ερωτική αγωγή (μετ. Π. Κόλλα-Ε. Πλατσαίου, Αθήναι, 1945) (Καθολικόν). Α. Herbert Gray, Τα δύο φύλα και ο Θεός. Εξέτασις των σεξουαλικών ζητημάτων από χρισπανικής απόψεως. (Μετ. Ο. Ιατρίδου, Αθήναι, 1932). (Διαμαρτυρομένων). Η. Van Ονen, Philia und Agape, εις βιβλίον Evangelishe Ethik. (Basel, 1952), σ. 176-181. Μπουγ., Γενετήσιος αγωγή, εις ΘΗΕ, τ. 4 ( 1964), σ. 267-269, Μπουγ., Ορθοδοξία και σεξουαλικό πρόβλημα. (Αθήνα, 1987).
60. «Ο έρως αποβαίνει κέντρισμα προς άνοδον και υψηλάς δημιουργίας. Εν δε τη συμβιώσει των συζευχθέντων και τω σχηματισμώ οικογενείας έχομεν ψυχικόν σύνδεσμον και άσκησιν πνευματικής ζωής». Σπετ. Η ψυχ. ζωή, ένθ' αν. Πρβλ. Καλλιάφα, Ψυχολογική σύγκρισις, ενθ' αν.
61. Α' Τιμ. δ', 4-5.
62. Εις την Γένεσιν, ΙΖ', 8. Μ 53, 144. Πρβλ. την έκφρασιν «ευφραινομένη τω ιδίω ανδρί» της περί το τέλος της Ακολουθίας του Mυστηρίου του γάμου ευχής.
63. Ιδέ F. Thilly, Eισαγωγή εις την Ηθικήν, σ. 133.
64. Γεν. β', 22.
65. Παροιμ. ε', 18.
66. Άσμα Ασμάτων η', 6.
67. Α' Τιμ. δ', 4.
68. Περί της εν παρθενία αληθούς άφθορίας. Προς Λητόϊον επίσκοπον Μελιτηνής, 3. M 30, 673-676.
69. Συμπόσιον, Γ'. Β 18, 37. Πρβλ. και Γρηγόριον τον Νύσσης, ο οποίος συγκρίνει την ηλικίαν εν σχέσει με την εμφάνισιν και ανάπτυξιν των αισθήσεων και του νου. Μ 44, 736.
70. Περί του μη απογινώσκειν τινάς εαυτών, 6. Μ 51, 369. Και εις την προς Εφεσίους, ομ. Κ', 1. Μ 62, 135-136. Πρβλ. Μ. Γαλανού, Η Aγία Γραφή και το γυναικείον κάλλος (π. Ανάπλασις, 1941, α.φ. 5-6, σ. 8). Kαι «Κάλλος γυναικός ιλαρώνει πρόσωπον, και υπέρ πάσαν επιθυμίαν ανθρώπου υπεράγει». Σοφ. Σειρ. λστ', 27. «Χάρις γυναικός τέρψει τον άνδρα αυτής, και τα οστά αυτού πιανεί η επιστήμη αυτής. Σοφ. Σειρ. κστ', 13. Επιτρέπεται επίσης, εις τους Ιουδαίους η εκλογή συζύγου εκ των αιχμαλώτων (αλλοθρήσκων), μόνον εάν διακρίνεται ο αιχμάλωτος δια το κάλλος της. (Δευτ. κα', 10-11).
71. «Πάντα μεν καλά και καθαρά τα του Θεού ποιήματα... (Διότι) ουκ έστιν αμαρτία ουδέ η αληθής χρήσις, ει τα όργανα παρά του Δημιουργού διαπέπλασται». Επιστολή προς Αμμούν μονάζοντα. Μ 26, 1169-1173.
72. Προς Λητόϊον, 38. Μ 30, 745.
73. Λόγοι Δ', 4. Μ 39, 72.
74. Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, Β' 13. Μ 94, 929/932.
75. Όροι κατά πλάτος, 17. Ότι δει και γέλωτος εγκρατώς έχειν, 2. Μ 31, 964.
76. «Ή τε πορνεία... ηδονη χαριζομένη το παν, όπερ εστίν αμαρτίας σύμβολον, αλλ' ουκ αρετής σημείον».Διδ. Απ., ΧΧΥΙΙΙ, 3. Β 2, 114.
77. Προς Λητόϊον, 38, Μ 30, 745.
78. Στρωματείς, Ζ' ΧΙΙ. Β 8, 278. Πρβλ. και την περί των σχέσεων των συζύγων έκφρασιν του Θεοδωρήτου του Κύρου: «Μη της ηδονής το πάθος, αλλά τον λογισμόν της κοινωνίας». Εις τα άπορα της Θείας Γραφής. Δευτερονόμιον, ερώτησις ΙΘ'. Μ 80, 425.
79. Προς Σμυρναίους, ΧΙΙΙ, 2(εκτενής μορφή ΧΙΙΙ) Β 2, 316. Ή Β 2,. 286. Πρβλ. και το «ομόνοια ψυχών και σωμάτων» από ευχήν εις το Μυστήριον της Εκκλησίας.
79α Ιδέ και Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους (2α έκδ. 1979, σ. 215): «Ο εκκλησιαστικός γάμος ελάχιστη σχέση έχει με την κοινωνική θεσμοποίηση της γενετήσιας λειτουργίας. Οπωσδήποτε δεν φιλοδοξεί να της προσδώση νομιμότητα ή μεταφυσικό κύρος, ούτε να «βελτιώση» και διευκολύνη τη φυσική σχέση με ηθικές δεσμεύσεις που σκοπεύουν στον «εναρμονισμό» των χαρακτήρων...».
πηγή: Νίκος Θ. Μπουγάτσος, "Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου", Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1989.
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/bougatsos_gamos_periexomena.html

Αναγνώστες