Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ο γάμος (πέμπτο μέρος)

Η αγιότητα του γάμου  
Για την αγιότητα του γάμου80 μιλούν η Aγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο θεσμός του γάμου κατά την Aγία Γραφή εμφανίζεται αμέσως κατά τη δημιουργία των πρωτοπλάστων. Υπενθυμίζοντας δε τούτο ο Κύριος στην Καινή Διαθήκη καταλήγει λέγοντας ότι τους συζύγους που «ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», και με την παρουσία Του ευλόγησε το γάμο στην Κανα81.
Kαι ο Κύριος Ιησούς παρομοιάζεται με το νυμφίο: απ' Αυτόν τον ίδιο, από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Απόστολο Παύλο και άλλους. Νύξεις δε βρίσκουμε και σ' αυτήν την Παλαιά Διαθήκη82.
Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την άρνηση του θεσμού του γάμου ως αποστασία από την πίστη83, δηλαδή προφητεύει την εμφάνιση αιρετικών84. Το χωρίο όμως Γαλ. ε', 16-25 εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση ότι ο γάμος (και η συνουσία μέσα σ' αυτόν) είναι «κατά του πνεύματος (και βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν» οι έγγαμοι.
Αλλά μελέτη με προσοχή βεβαιώνει τον αναγνώστη του χωρίου ότι πραγματικά «η σάρκα επιθυμεί αντίθετα προς το πνεύμα». «Τα έργα (όμως) της σάρκας (είναι) η πορνεία η ακαθαρσία, η ακολασία» κ.λπ. και όχι ο γάμος (και η συνουσία μέσα σ' αυτόν85).
Τέλος, στην Επιστολή προς Εβραίους (ιγ', 4) ρητά αναφέρεται: «ο γάμος να θεωρείται άξιος τιμής από όλους κι η συζυγική κλίνη να είναι αμόλυντη («τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος»).  
Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας και θεολόγους, ο γάμος είναι άγιος, διότι «αγίου όντος του νόμου, άγιος ο γάμοςι (Κλήμης ο Αλεξανδρινός αλλά και «Διδαχαί Αποστόλων», Αμφιλόχιος Ικονίου, Μ. Φώτιος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Μητροφάνης Κριτόπουλος, Πέτρος Μογίλας, «Ακολουθία μυστηρίου» κ.λπ.86).
«Τίποτα το φυσικό δεν είναι κακό, («ουδέν γαρ κακόν κατά φύσιν», Ιωάννης Δαμασκηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος87) και «είναι αμαρτία κάθε τι που είναι αντίθετο απ' την κοινή λογική» («παν το παρά τον λόγον τον ορθόν τούτο αμάρτημά εστιν», Κλήμης ο Αλεξανδρινός88).
Προϋπόθεση της αγιότητας είναι η πριν από το γάμο ηθική καθαρότητα των συζύγων (Χρυσόστομος89). Η συζυγική σχέση (συνουσία) δεν εμποδίζει την αγιότητα (Χρυσόστομος, «Διδαχαί»90). Το αντίθετο υποστήριξαν αιρετικοί (μερικοί από τους οποίους έφθασαν από την άκρα εγκράτεια στην ακολασία, τον αντινομισμό91), που καταδίκασε η Εκκλησία. (Ιδίως η Σύνοδος της Γάγγρας92).
Με βάση το χωρίο του Παύλου: ο γάμος «το μυστήριον τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν», η Εκκλησία χαρακτηρίζει το γάμο προαιρετικό Μυστήριο, κι ο ελληνικός λαός με παροιμία λέει: «Οι γάμοι είναι στον ουρανό γραμμένοι». Είναι δηλαδή κατά τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας ένα από τα επτά Μυστήρια.
Αλλά μερικοί μεταγενέστεροι ασκητικοί κύκλοι κατέληξαν ν' αποκλείσουν το γάμο ως μυστήριο, ενώ δέχονταν ως μυστήριο τη «μοναχική τελείωση» (Θεόδωρος ο Στουδίτης, Ιώβ ο Ιασίτης94) και γενικά κατέκριναν το γάμο (οι Βογόμιλοι). Kαι τον περασμένο αιώνα κάποιοι αιρετικοί κατέκριναν τη μονογαμία, καί, οι μεν «Αδελφοί του ελευθέρου έρωτος», δέχονταν την κοινοκτημοσύνη των γυναικών96, ενώ οι Μορμόνοι δέχονταν την πολυγαμία97.
Ο γάμος όμως διατηρεί τον αγιασμό των πιστών (Χρυσόστομος98), γιατί η γενετήσια σχέση δεν είναι αμαρτία (Αθανάσιος, Θεοδώρητος, Χρυσόστομος99), αλλά «έννομον (νόμιμο) και σύμμετρον αγαθόν» (Ισίδωρος Πηλουσιώτης, αλλά και Θεόδωρος Μοψουεστίας, Χρυσόστομος, Κύριλλος Ιεροσολύμων100).
Είναι δυνατό όμως να καρποφορήσει τις αρετές (Κλήμης ο Αλεξανδρινός, Χρυσόστομος101). «Το ξύλον της γνώσεως» βεβαίως δεν ήταν η σαρκική σχέση (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς102), γιατί οι πρωτόπλαστοι συνουσιάσθησαν μετά την έκπτωση από τον Παράδεισο (Προκόπιος ο Γαζαίος103).  
Αν όμως δεχθούμε ότι ο γάμος, και η συνουσία μέσα σ' αυτόν, είναι αμαρτία104 για τον άνθρωπο, τότε: 1) Θα δεχθούμε κατ' ανάγκη ότι ο Θεός ενέβαλε την αμαρτία στον άνθρωπο, με το να οδηγήσει τους πρωτοπλάστους στο γάμο και να τους συστήσει τον πολλαπλασιασμό του ανθρωπίνου γένους· πράγμα κακόδοξο και άτοπο, γιατί αντίκειται στην αγιότητα και την πανσοφία του Θεού105. 2) Θα δεχθούμε κατ' ανάγκη ότι για τον άνθρωπο είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγει την αμαρτία, γιατί η γενετήσια ορμή αφού είναι έμφυτη δεν είναι δυνατό κατ' αρχήν να αποφευχθεί τελείως, ούτε δύναται ο άνθρωπος να εκλέξει εντελώς ελεύθερα μεταξύ καλού και κακού· πράγμα κακόδοξο και άτοπο, γιατί αρνούμαστε την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, χωρίς την οποία. δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως αμαρτία ή αρετή106.  
Ο τρόπος όμως της ικανοποίησης οποιασδήποτε φυσικής ορμής μπορεί να είναι αμαρτία, γιατί εξαρτάται συνήθως από την προαίρεση του ανθρώπου107. Kαι αν η συνουσία μέσα στο γάμο δεν είναι αμάρτημα, μήπως όμως ενέχει κάποιο ψεγάδι (ντροπή), «μώμον»; Αν με την έννοια «μώμος» εννοείται η ατέλεια του ανθρώπου (σε σύγκριση με το Θεό), που τον δέχεται ο Χριστιανισμός108 και μερικοί από τους αρχαίους Έλληνες109, τότε και η συνουσία γενικά ενέχει μώμο.
Αλλά τότε μώμο ενέχει και κάθε ανθρώπινη πράξη.
Επομένως και ο «παρθένος» (ο αναφρόδιτος) δεν είναι απαλλαγμένος από κάποιο μώμο, αφού ζει στη γη και δρα. Αυτό όμως είναι άτοπο και αδιάφορο για το χαρακτηρισμό της συνουσίας, ότι αυτή δηλαδή ειδικά ενέχει ή δεν ενέχει μώμο.
 Μήπως όμως η συνουσία είναι δυνατό να γίνει ο προαγωγός στην αμαρτία; Η γενετήσια ορμή ως βιολογική ορμή που είναι, όταν τέλεια ικανοποιείται, άμετρα και με το παραπάνω (άμετρα), μπορεί να καλλιεργήσει και να αυξήσει την υλιστική διάθεση και αντίληψη της ζωής του ανθρώπου, που στην ολοκληρωμένη της μορφή όχι μόνο είναι αμαρτία, αλλά είναι πώρωση και αθεΐα, γιατί είναι έμπρακτος υλισμός110.
Αλλά βιολογική ορμή είναι και η προς συντήρηση ορμή. Επομένως και η πλήρης, άφθονη και άμετρη ικανοποίηση της ορμής προς συντήρηση (διατροφή, ανέσεις κ.λπ.) μπορεί να καλλιεργήσει τον έμπρακτον ύλισμόν και να γίνει επομένως προαγωγός της αθεΐας.
Ώστε ο κίνδυνος δεν υπάρχει μόνο στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής, αλλά και στην ικανοποίηση κάθε βιολογικής ορμής111. Επομένως ο χριστιανικός γάμος και η «εν αυτώ συνουσία» ούτε αμαρτία είναι, ούτε ενέχει κάποιον ειδικό μώμο, ούτε μόνος ο γάμος μπορει να γίνει προαγωγός στην αμαρτία.  
Χαρακτηριστικό είναι πως η Ορθόδοξη Εκκλησία και έγγαμους τίμησε ως αγίους, ή ως άτομα111α, ή ως ζευγάρια111β.
------------------------------------------------------------
80. Σ. Παπακώστα, Αγιότης, γάμος, γυναίκα. (Αθήναι, 1961). Χρυσοστόμου Θεμελή (Επισκόπου Θαυμακού), Γάμος καί διαζύγιον (έκδ. 2α, Αθήναι, 1953). Η. Rοdent, Intrοductiοn à l' Etude de la Théolοgie du Mariage. (Ρaris, 1960).
81. Γεν. α', 26-8 και β', 18-44. Πρβλ. Γεν. θ', 1, Σοφ. Σολ. ιθ', 14, Ματθ. ιθ', 4-6 Ιωάνν. β', 1 εξ.
82. Ο Κύριος: Ματθ. κβ', 1 εξ., κε', 1 εξ., Μάρ. β', 19, Λουκ. ιβ', 36. Ιωάννης: Ιωάν. γ', 29. Παύλος: Β' Κορ. ια', 2, Εφεσ. ε', 23 εξ. 32. Άλλοι: Αποκ. ιθ', 7-9, κα', 2-9, κβ', 17. Π. Διαθήκη: Ωσ. β', 19-21. Ησ. νη', 6 εξ., β', 5. Ιεζ. ιστ'. Ψαλμ. μδ'.Άσμα Ασμάτων.
83. «Το πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονται τινές της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις... κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων, α ο Θεός έκτισεν εις μετάληψιν μετά ευχαριστιας τοις πιστοίς και απεγνωκόσι την αλήθειαν. Ότι παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» αγιάζεται γαρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως». Α' Τιμ. δ', 1-5. Πρβλ. Α' Κορ. ζ', 2,5,6,9.
84. Οι αιρετικοί εξ υπερβολικής ασκήσεως απηγόρευον πάσαν υλικήν απόλαυσιν, Ιδέ Α' Τιμ. δ', 1-5, Πρβλ. Κολ. β', 20-23.
85. Πρβλ. Ματθ. ε', 28. Α' Θεσ. δ', 3. Σοφ. Σειρ. κγ', 6 καί Α' Κορ. ζ', 28 36,38,39.
86. Κλημ. Αλεξ. Στρωματείς, Γ' ΧΙΙ. (Β 8,41 ). Διδ. Αποστ., ΧΧΥΙΙΙ, 1. (Β. 2, 114). Αμφιλ. Λόγοι, Β' Ι.Μ. Φωτίου Επιστολαί, Α' 8, παρ. 95. Ευστάθιος Θεσσαλ., Προεισόδιος της Αγ. Τεσσαρακοστής Λόγος Β' 12 (Μ 39, 45, 102, 68β, 135, 592). Καρμίρη Μνημεία, έκδ. 1η, σ. 542-643. Ευχολόγιον.
87. Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής, της Ορθοδ. πίστεως, Α', 20. Χρυσοστόμου, Εις την προς Εφεσίους, ομ. Β' 3 (Μ. 94, 1196, 62 20). Πρβλ. Ιουστίνου, Απολογία, Β', 2. (Β 3, 200).
88. Παιδαγωγός, Α' ΧΙΙΙ. Β 7, 127.
89. Εις την Α' προς Θεσσαλόν., ομ. Ε', 3. Μ 62, 426.
90. Εις την προς Εβραίους, ομ. ΛΓ' 3 εις την Γένεσιν, ομ. ΚΒ', 3. Μ 63, 227-228. 53, 190. Διδαχαί Αποστόλων ΣΤ' ΧIV, 3-4 ΧΧVII, 3. Β 2, 103-104. 113, 17-9. Πρβλ. Χρυσόστομον, Εις την προς Ρωμαίους, ΙΓ', εις Δ. Μπαλάνου, Κρίσις της Δογματικής Χ. Ανδρούτσου. (Ιεροσολ., 1907), σ. 23.
91. Απόκρυφον Ευαγγέλιον κατ' Αιγυπτίους (και Ψευδοκλήμης), Απόκρυφοι Πράξεις Αποστόλων, Παύλου και Θέκλης, Πέτρου, Ιωάννου, Ανδρέου και Θωμά (Στεφ. 143-144, υποσ. 6). Μαρκίων, Σατορνείλος, Εσσαίοι (Β 5, 331, 5, 327, 358, 359), Βαρδισάνης, Ταπανός (Στεφ. ένθ' αν., Μπαλάνου, Πατρολογία, σ. 91.76. Πρβλ. Θεοδωρήτου του Κυρ., Αιρετικής κακομυθίας, Ε' 25. Μ 83, 532), και ο Μοντανισμός κατ' αρχάς (Στεφ. 72), ο ασκητής Ιέραξ, ο Ευστάθιος και οι Ευσταθιανοί (Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα, Γ' 96. Μπαλάνου, ένθ' αν. σ. 178. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορ. Β' 43. Μ 67, 352, Πρβλ. Στεφ., 143-144. Μπαλ. ένθ' αν. σ. 293, υποσ. 1). Ιδέ και Αλεξάνδρου Λυκοπολίτου, Κατά Μονιχαίων, 4, 25. Β 19, 165, 179.
92. Κανόνες Α', Δ', Θ' και ΙΔ', αλλά και ο ΝΑ' Κανών των «Αγίων Αποστόλων». Kαι η «Διδαχή των Αποστόλων» (ΧΥΙΙ, 1, ΧΧΥΙ, 3), ο Ιππόλυτος (Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος, Ζ' 28, 30. Θ' 18, 28), Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, Γ' ΙΧ, ΧΙ). B 2.105, 112. 5, 327, 331, 356. Πρβλ. 5, 359. 8, 34, 35.
93. Έφεσ. ε', 32.
94. Θ. Στουδiτου, Επιστολαί Β', 165, Μ 99, 1524, Στεφ., 425.
95. Στεφ., 386-387.
96. ΘΗΕ, 1, 400.
97. L. Wοοdbridge Riley, Saints, Latter-Day, εις Hast. ΧΙ, 82-90.
98. Εις την προς Εβραίους, ομ. ΛΓ', 1. Μ 63, 210. Πρβλ. Εις το «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν», 3. Μ 51, 190.
99. Αθαν., Επιστολή προς Αμμούν. Θεοδ., Εις τα άπορα κ.λπ., ερώτησις ΙΘ' Χρυσ., Εις την Α' προς Κορινθ., ομ. ΙΘ', 3. Μ 25, 1169-1173. 80, 425. 61, 155
100. Ισιδ., Επιστολαί Γ', 351. Θεοδ., Ερμηνεία της προς Ρωμαίους (ε', 21). Χρυσ., Εις την προς Εβραίους, ομ. Ζ', 4. Κυριλ., Κατηχήσεις, Δ', 25. Μ 78, 1009. 66, 800. 63; 68. 33, 488. Πρβλ. Γρηγόριος ο Νύσσης, Εις τον Εκκλησιαστήν, ομ. Η', Μ 44, 744. 
101. Στρωματείς, Ζ' ΧΙΙ, Γ' ΥΙ, ΧΙΙ. Β 8, 278. 8, 27. Προς Σταγείριον, Γ'. Μ 47, 495-496.
102. Στρωματείς, Γ' ΧΥΙΙ. Β 8, 47-48.
103. .Εις την Γένεσιν (δ', 1). Μ 87, 233. Ενώ κατά τον Μιχαήλ τον Γλυκά (Εις τα άπορα, επιστολή 6) ο γάμος προήλθεν «από της παρακοής  (Μ'158, 756-757. 760).
104. «Αμαρτία είναι πάσα παράβασις του θείου θελήματος και επομένως η αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήση τον αρχικόν του προορισμόν». Ιωάννου Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα κ.λπ. (Αθήναι, 1957, Αινέσιμος επί διδακτορία διατριβή), σ. 150.
105. Πρβλ. «Eι των του Θεού χειρών έργον είναι πιστεύομεν τον άνθρωπον, κατά τας θείας Γραφάς, πώς ηδύνατο, εκ καθαράς δυνάμεως έργον τι γίνεσθαι μεμολυσμένον;» (Μ. Αθανάσιος, Προς Αμμούν. Μ 26, 1172), και «ουχ ούτως ο Θεός την φύσιν εδημιούργησεν ως ανάγκην έχων την αμαρτίαν». (Χρυσόστομος, Εις την προς Εφεσίους, ομ. Β', 3. Μ 62, 20).
106. Ιδέ το του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας: «Ου γάρ φύσεως, αλλά προαιρέσεως και αι κολάσεις και οι στέφανοι». Ερμηνεία εις την προς Εφεσίους.
107. Π.χ. «η επιθυμία αμαρτία μεν ουκ έστιν, όταν εις αμετρίαν εκπέση... τότε λοιπόν μοιχεία το πράγμα γίνεται»ι. Χρυσόστομος, Εις την προς Ρωμαίους, ομιλ. ΙΓ'. Kαι ο Χριστιανός «και εσθίει και πίνει και γαμεί ου προηγουμένως, αλλά αναγκαίως. Το γαμείν δε εάν ο λόγος αιρή λέγω και ως καθήκει». Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς Ζ' ΧΙΙ. Β 8, 278, Πρβλ. «Διδαχή Αποστόλων» ΧΧΥΙΙΙ 1. (Β 2, 114).
108. «Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ' ουδείς, εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης». Ιώβ ιδ', 4-5.
109. «Βροτών δε μώμος πάντεσι μεν έστι επ' έργοις»ι. Βακχυλίδης (λυρικός ποιητής, 470; π.Χ.), στο Έλληνες Λυρικοί, έκδοσις Berqk, ΧΙΙ, σ. 202.
110. Ο Χρυσόστομος (Εις την Γένεσιν, ΚΒ' 3) ερμηνεύων το χωρίον Γεν. στ', 3, λέγει: «Επειδή περί τας σαρκικάς πράξεις διηνεκώς ήσαν ησχολημένοι σάρκας αυτούς εκάλεσεν». Μ 53, 190.
111. Πρβλ. το του Παύλου: «Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' οδ πάντα συμφέρει. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινος...». Α' Κορ. στ', 12 εξ.
111α. Π.χ. Αμμούν (4 Οκτωβρίου), Ζαχαρίας (17 Νοεμβρίου), Μελάνη (31 Δεκεμβρίου). Πρβλ. Μωυσέως Αγιορείτου Μοναχού, Οι έγγαμοι άγιοι της Εκκλησίας. (Αθήναι 1988).
111β. Π.χ. Γαλακτίων και Επιστήμη (5 Νοεμβρlου), Ανδρόνικος και Αθανασία (9 Οκτωβρίου), Χρύσανθος και Δαρεία ( 19 Mαρτίου), αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία (10 Σεπτεμβρίου).

Αναγνώστες