Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Ο γάμος (έκτο μέρος)

Αγαμία, παρθενία και γάμος  
Η Aγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση ασχολούνται με τη σχέση της αγαμίας ή παρθενίας112 προς το γάμο. Η φυσική (φυσιολογική) κατάσταση του ανθρώπου είναι ο γάμος.
Παράβαση του φυσικού κανόνος (παρά φύση κατάσταση) είναι η ανικανότητα (ευνουχισμός κ.λπ.), η αγaμία και η κακογαμία (μεγάλη διαφορά ηλικίας, παρά φύση ασέλγεια κ.λπ.).
Ο Χριστιανισμός όμως, που δέχεται το θαύμα, δέχεται την αγαμία σαν δώρο Θεού (θαύμα) και ειδική χάρη, και τη χαρακτηρίζει ως κατάσταση «υπέρ φύσιν».
Ο Κύριος ονομάζει «ευνουχισμόν» την κατάσταση της αγαμίας και αναφέρει τρείς κατηγορίες: 1) οι εκ γενετής, 2) οι «ευνουχισθέντες» από άλλους παρά τη θέλησή τους, και 3) οι με τη θέλησή τους άγαμοι, «που μόνοι τους έγιναν ευνούχοι για τη βασιλεία των ουρανών». Σ' αυτούς έχει δοθή», (δέδοται) από το Θεό, γιατί «όλοι δεν είναι σε θέση να δεχθούν αυτόν το λόγο... Όποιος μπορεί να τον δεχθεί, ας τον δεχθεί» («ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον... ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω»112).
Ένδειξη για την ειδική αυτή χάρη του Θεού (της αγαμίας) είναι η μετά από προσευχή και μικρή προσπάθεια απουσία οποιασδήποτε γενετήσιας όχλησης («απάθεια») σωματικής και κυρίως ψυχολογικής, ενσυνείδητης ή υποσυνείδητης. Συστατικά της χριστιανικής αγαμίας είναι:
1) η εκλογή του αγάμου τρόπου ζωής με δικιά μας και ελεύθερη βούληση, χωρίς οποιονδήποτε (ψυχολογικό ή κοινωνικό) εξαναγκασμό,
2) η φανερή ύπαρξη ειδικής «χάριτος» του Θεού, και
3) η χρησιμοποίηση με ταπεινοφροσύνη όλων των δυνάμεων του ανθρώπου για τη δόξα του Θεού.
Στο Χριστιανισμό: Άγαμος χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος που από τη γέννησή του μέχρι σήμερα υπήρξε παρθένος σωματικά και ψυχικά χωρίς μεγάλη προσπάθεια, και που χρησιμοποιεί όλες του τις δυνάμεις με ταπεινοφροσύνη για τη δόξα Θεού. Πάντως κανόνας για το Χρισπανό είναι ο γάμος· η αγαμία είναι τιμητική κατάσταση, αλλά δυσκολοκατόρθωτη και επικίνδυνη.
Ο Θεός στη Γένεση113 και γενικά στη Γραφή παρουσιάζεται σα νυμφαγωγός. Στην π.Χ. εποχή η αγαμία θεωρείται δυστύχημα. Η θυγατέρα του Ιεφθάε π.χ. οδύρεται, γιατί όντας άγαμη θα θυσιασθεί στο Θεό114.
Ώστε ο κανόνας για την Aγία Γραφή είναι ο γάμος: Η αγαμία είναι σπάνιο φαινόμενο. Υπάρχει η περίπτωση του προφήτη Ηλία115 και του Ιωάννου του Προδρόμου.
Στην Κ.Δ. αναφέρονται περισσότερα παραδείγματα ίσοβίως αγάμων (παρθένων), αλλά και πάλι αποτελούν ελάχιστη εξαίρεση. Η Θεοτόκος π.χ., ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ή Θεολόγος, ο Απόστολος Παύλος.  
Στην Κ.Δ. αναπτύσσεται και η διδασκαλία γιά την αγαμία. Ο Κύριος ρητά δίδαξε πως η (ισόβια) αγαμία (παρθενία) είναι θεϊκό χάρισμα116.
Ο Απόστολος Παύλος, που ήταν άγαμος, αναπτύσσει τη διδασκαλία και τονίζει την αξία της αγαμίας. Λέει ότι κατά την προσωπική του γνώμη, αν και ο γάμος δεν είναι αμαρτία, καλύτερο είναι η παρθενία (αγαμία).
Γιατί:
1) ο Χριστιανός άγαμος θα είναι απερίσπαστος για να καταρτίζεται στην τελειότητα, ενώ ο έγγαμος κατ' ανάγκη θα διασπά την προσοχή του μεταξύ του πνευματικού του καταρτισμού και των φροντίδων για την οικογένειά του,
2) λόγω των διωγμών, που υφίσταντο τότε οι Χριστιανοί, ευκολότερα θά διαβούσαν άγαμοι παρά έγγαμοι (π.χ. στην περίπτωση μαρτυρικού θανάτου συγγενών117).
Αλλά κυρίως το ιδεώδες της αγαμίας περιγράφεται από τον Κύριο ως κατάσταση των ανθρώπων στη μετά θάνατο ζωή, ενώ η επίγεια ζωή είναι η έγγαμη ζωή.
Μετά θάνατο δηλ. θα ζουν όλοι οι άνθρωποι σαν άγγελοι άγαμοι118.
Άλλη περιγραφή της επουράνιας ζωής, όπου αναφέρονται 144 χιλιάδες «παρθένοι» ενώπιον του θρόνου του Θεού, βρίσκουμε στην Αποκάλυψη, αλλά κατά την καλύτερη ερμηνεία αυτοί είναι οι αφοσιωμένοι στο Θεό, από διάφορες φυλές, άσχετα με την άγαμη ή νόμιμα έγγαμη κατάσταση τους119. Γιατί «ο δρόμος που οδηγεί στην αληθινή παρθενία και τον αληθινό γάμο είναι κοινός: η σταυρική αυταπάρνηση και ασκητική αυτοπροσφορά»119α.  
Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας η αληθινή χριστιανική παρθενία (αγαμία) διαφέρει από το γάμο όσον ο άγγελος από τον άνθρωπο, ο ουρανός από τη γη και η ψυχή από το σώμα (Δαμασκηνός, Αθανάσιος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ισίδωρος Πηλουσιώτης, Μ. Φώτιος, Θεόδωρος Στουδίτης120. Kαι η Εκκλησία συλλογικά χαρακτήρισε την παρθενία προτιμότερη από το γάμο121. Αλλά η μη χριστιανική παρθενία «ούτε καλό ούτε κακό» είναι (Χρυσόστομος122).
Η παρθενία και ο γάμος «ο καθένας προσφέρει διαφορετική υπηρεσία («διακονία») στον Κύριο» (Κλήμης ο Αλεξανδρινός123). Δηλ. ο Κύριος «δημιούργησε διαφόρους τρόπους» για τη σωτηρία των ανθρώπων, «ποικίλας έτεμεν οδούς», (Χρυσόστομος124). Αλλά η παρθενία είναι δώρο του Θεού (Αυγουστίνος125), γιατί δεν είναι μόνο σωματική αλλά κυρίως πνευματική (Γρηγόριος Ναζιανζηνός126).
Προϋποθέσεις της χριστιανικής αγαμίας (παρθενίας) είναι:
1) Η με ελεύθερη βούληση εκλογή από το άτομο του αγάμου βίου (Βασίλειος127).
2) H αληθινή ευσέβεια (Αμφιλόχιος Ικονίου128).
3) H πλήρης αφοσίωση στον Κύριο (Ιγνάτιος Αντιοχείας, Χρυσόστομος129).
Να θυμηθούμε ακόμη πώς εκφράζεται ο λαός για την εκλογη μεταξύ γάμου και αγαμίας με την παροιμία: «Ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου». 4) Η αρετή της ταπείνωσης (Ιγνάτιος Αντιοχείας130). Ενώ η εξωχριστιανική αγαμία βασίζεται στον ατομισμό και τον υλισμό, και συνήθως είναι πρόσκαιρη και εκτός νόμου γαμική σχέση.
------------------------------------------
112. Μπουγ. Αγαμία, ΘΗΕ, 1, 113-118, όπου και βιβλιογραφία. Kαι Μπουγ., Άγαμος και έγγαμος επίσκοπος. (Αθήναι, 1968), σ. 3-8. Μπουγ., Γενετήσιος αγωγή εις ΘΗΕ, τ. 4 (1964), σ. 267-269. Μπουγ., Ορθοδοξία και σεξουαλικό πρόβλημα. (Αθήνα, 1987).
113. Γεν. β', 18-24.
114. Κριτ. ια', 37-40.
115. Γ' Βασ. ιζ', 1.
116. Ματθ. ιθ', 11-12.
117. «Επιταγήν Kυρίου ουκ έχω, γνώμην δε δίδωμι... Καλόν άνθρώπω το ούτως (άγαμος) είναι... διά την ενεστώσαν ανάγκην. Εάν γήμη η παρθένος, ουχ ήμαρτε· θλίψιν δε τη σαρκί έξουσιν οι τοιούτοι· εγώ δε υμών φείδομαι... Ο καιρός συνεσταλμένος το λοιπόν εστιν, ίνα και οι έχοντες γυναίκας, ως μη έχοντες ώσι... Ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πώς αρέσει τω Κυρίω, ο δε γαμήσας μεριμνά τα του κόσμου, πώς αρέσει τη γυναικί... Τούτο... λέγω... προς το εύσχημον και ευπάρεδρον τω Κυρίω απερισπάστως». Α' Κορ. ζ', 25-35, πρβλ. και ζ', 1-7 που αναπτύσσεται θαυμάσια εις : Γ.Π. Πατρώνου, Γάμος και αγαμία κατά τον Απόστολο Παύλο: Εισαγωγή και ερμηνευτικά στην Α' Κορ. 7, 1-7. (Αθήνα, 1985).
118. Λουκ. κ', 34-36. Πρβλ. Ματθ. κβ', 30. Μάρκ. ιβ', 15.
119. Αποκ. ιδ', 1-5. Διά την ερμηνείαν της παρθενικής ιδιότητος των 144 χιλιάδων του χωρίου τούτου υπάρχουν δύο εκδοχαί. Η πρώτη εκδοχή δέχεται (ότι ούτοι διετέλεσαν παρθένοι καθ' όλην την επί της γης ζωήν των, και την υποστηρίζουν οι Αρέθας επίσκοπος Καισαρείας (Μ 106, 684), Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Καισαρείας (Μ 106, 344), καθηγητής Π. Μπρατσιώτης («Αποκάλυψις Ιωάννου», σ. 221-222, ως και πάντες οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι καί τινες των Διαμαρτυρομένων). Η δευτέρα εκδοχή δέχεται την αλληγορικήν ή πνευματικήν ερμηνείαν του όλου χωρίου και της λέξεως «παρθένος». Δηλαδή «παρθένος» είναι ο άνθρωπος ο οποίος εις την γην έζη κατά Χριστόν και η ψυχή αυτού (νύμφη) ήτο αφωσιωμένη και προσκεκολλημένη εις τον Σωτήρα Χριστόν (νυμφίον), ασχέτως σωματικής παρθενίας η κατά Χριστόν εννόμου γάμου. Η ερμηνεία αυτή της λέξεως «παρθένοι» υπεστηρίχθη, διότι «ευοδούται φιλολογικώς κάλλιον της πρώτης (κυριολεκτικής ή γραμματικής) ερμηνείας, διευκολύνουσα και την ερμηνείαν των άλλων εκφράσεων του κειμένου και αίρουσα την φαινομενικήν τουλάχιστον αντίφασιν προς την χριστιανικήν διδασκαλίαν περί γάμου, συμφωνεί δε προς την ερμηνείαν μεγάλων και αρχαίων Πατέρων (όπως Χρυσοστόμου, Κλήμεντος Αλεξανδρείας) και εναρμονίζεται πληρέστερον προς τον πνευματικόν μεν χαρακτήρα της Κ. Διαθήκης, το αλληγορικόν δε χρώμα του βιβλίου «Αποκάλυψις», και την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Μπουγ., Δευτέρα ερμηνεία του χωρίου Αποκάλυψις, 14, 3-5. (Αθήναι, 1961, εν π. Θεολογία, σ. 6). Ως προς τον αριθμόν των 144 χιλιάδων «παρθένων» η πιθανωτέρα ερμηνεία είναι η συμβολική, δηλαδή το 144 ισούται προς 12 δωδεκάδας, ή μία δωδεκάς εξ εκάστης φυλής του Ισραήλ, ο οποίος συμβολικώς αντιροσωπεύει την οικουμένην. Εννοεί δηλαδή ότι εξ όλων των φυλών της γης θα ευρίσκωνται άνθρωποι αφωσιωμένοι εις τον Χριστόν, ως «απαρχήν» ενώπιον του θρόνου του Θεού.
119α Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους (έκδ. 1η, 1979), σ. 219, ιδέ και σ. 224.
120. Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της Ορ. πίστεως, Δ' 24. Αθανάσιος, Προς Αμμούν. Γρηγόριος Ναζ., Λόγοι λZ', 10. Ισίδωρος, Επιστολαί, Δ', 119. Γ', 135. Φώτιος, Επιστολαί, Α', 8, παρ. 95. Θεόδωρος, Επιστολαί Β', 165. Μ 94, 1209. 26, 1173. 36, 293-296. 78, 1281. 1009. 102, 688. 99, 1524.
121. Σύνοδος Κων/π6όεως 1672 μ.Χ. (Καρ., 1, 692).
122. Περί παρθενίας, Δ'. Μ 48, 536. Πρβλ. Περί ελεημοσύνης, ΣΤ', Μ 51, 277.
123. Στρωματείς, Γ' ΧΙΙ. Β 8, 38.
124. Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτρόπιος, 15. Μ 52, 410. Ο Μ. Βασίλειος φρονώ ότι κακώς δέχεται μονομερή χωρισμόν του γάμου, διά μοναχικήν κουράν. (Όροι κατά πλάτος, ΙΒ'. Μ 31, 948), αφού ο Θεός συνέζευξεν (Ματθ. ιθ', 4).
125. Εξομολογήσεις, Χ, 31.
126. Λόγοι, ΑΖ', 10. Μ 36, 296. Ενδιαφέρουσαν θεωρώ την σκέψιν του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Π. Κομνηνού (Η αγαμία του κλήρου, εις Π. Αναγέννησις (Κων/π6λεως), τ. 1 (1919-20), σ. 309): Η «αγαμία, εν τη αληθεί και πραγματική μορφή αυτής, ως τελεία αγνότης, σώματος και ψυχής, ως πραγματική παρθενία είναι τι σχεδόν ανέφικτον». Kαι ο αββάς Αβραάμ έλεγε προς ασκητήν 50 ετών:«Ζώσιν τα πάθη, μόνον δε δεσμούνται υπό των αγίων». Παλλαδίου Αποφθέγματα, Αβραάμ, 1. Μ 65, 129Δ.
127. Επιστολή Β', 153 (ή θ', ή Κανών ΙΗ'. Μ 32, 720. Ιδέ και την ορθρογραφίαν μεταξύ του μητροπολίτου Καλαβρύτων Τιμοθέου 'Αναστασίου καί του (έπειτα καθηγητού) Παν. Τρεμπέλα εις εφ. «Νεολόγος» Πατρών, 4-29 Iουνίου 1923 (ίδίως 16-6-23) χaί π. ~ΖωιSι 15-1-1924.
128. Λόγοι Β', 1. Μ 39, 45. Kαι Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, Γ' ΥΙ, ΥΙΙ. Β 8, 29. 32.
 129. Προς Φιλαδελφείς, εκτενεστέρα μορφή, ΙΥ. Β 2, 308. Τη Ολυμπιάδι, επιστ. Β', 4. Μ 52, 559.
130. Προς Πολύκαρπον, Υ,1. Β 2, 283. Kαι Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις, Δ', 25. M 33, 488. Μ. Αθανάσιος, Επιστολή προς Κάστορα, 11,2. Μ 28, 880.

Πηγή: Νίκος Θ. Μπουγάτσος, "Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου", Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1989.

Αναγνώστες