Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Ο γάμος (έβδομο μέρος)

Γάμος και αγαμία του Κλήρου  
 Η αγαμία του Κλήρου131 στην Π. Διαθήκη είναι άγνωστη, γιατί οι ιερείς και αρχιερείς των Ιουδαίων ήσαν έγγαμοι. Στην Κ. Διαθήκη όμως ο Απόστολος Παύλος μιλάει μόνο για το γάμο των διακόνων, των πρεσβυτέρων και των επισκόπων132.
Προϋποθέσεις για την εκλογή λαϊκού σε οποιονδήποτε βαθμό ιερωσύνης θέτει ο Παύλος μεταξύ άλλων την πρό της εκλογής μονογαμία, την καλή διοίκηση της οικογενείας και την ευσέβεια τη δικιά του και των τέκνων του.
Ο Παύλος στη διδασκαλία του αυτήν ακολούθησε την έμπρακτη διδασκαλία του Kυρίου, που διάλεξε ως μαθητές Του και αποστόλους εγγάμους, εκτός από τον Ιωάννη και αργότερα τον Παύλο. Δηλαδή οι Πέτρος, Φίλιππος κ.λ.π. απόστολοι ήσαν έγγαμοι. Επομένως ο Κύριος και ο Παύλος δεν κάνουν καμμία διάκριση για το έγγαμον ή μη των επισκόπων, πρεσβυτέρων και διακόνων.  
Από τους πρώτους αιώνες μ.Χ. επικρατούσε η συνήθεια τις περισσότερες φορές να αποφεύγεται ο γάμος μετά τη χειροτονία των κληρικών. Η Σύνοδος π.χ. της Νεοκαισαρείας (μετά το 314 μ.Χ., Κανών 1ος) απαγορεύει μετά τη χειροτονία το γάμο των πρεσβυτέρων· η Δ' Οικουμ. Σύνοδος (Κανών l5ος), στις διακόνισσες. Kαι η Σύνοδος στον Τρούλλο (Κανών l4ος), σ' όλους τους βαθμούς των ανωτέρων κληρικών. Αλλά η Σύνοδος της Αγκύρας (l0ος Κανών, 314 μ.Χ.) επιτρέπει στο διάκονο να παντρευθεί μετά τη χειροτονία, αν το δήλωσε πριν απ' τη χειροτονία του. Προφανώς περιορίζει προϋπάρχουσα μεγαλύτερη ελευθερία, όπως ανάλογα και οι σύνοδοι Νεοκαισαρείας, Δ' Οικουμενική και η εν Τρούλλω που είπαμε πριν.
Στη Δύση, οι Κανόνες της Καρθαγένης (Β. Αφρικής, 255-419 μ.Χ.) καθορίζουν ότι οι κληρικοί όλων των βαθμών πρέπει «γυναικών απέχεσθαι» (Κανών 4ος), και αυτό να το υποσχεθούν κατά τη χειροτονία (Κανών 25ος ή 33ος). Kαι η σύνοδος της Ελβίρας (Eliber, μετά το 300 μ.Χ., Κανών 33ος.) αποφάσισε οι κληρικοί όλων των βαθμών να «απέχουν των συζύγων των και να μή γεννούν τέκνα». Δηλ. δέχθηκε την κατ' ουσίαν αγαμία μετά την χειροτονία.
Τέλος η Σύνοδος της Αρελάτης (314 μ.Χ., Κανών 6ος) επικύρωσε την απόφαση για την αγαμία όλων των κληρικών. Από τότε με την πάροδο του χρόνου, στη βάση, αν καί συχνά παρουσιάζονταν αντίθετα παραδείγματα και αντιδρούσαν οι κληρικοί, επικράτησε η αγαμία σ' όλους τους βαθμούς των κληρικών μέχρι και σήμερα.
Οι διαμαρτυρόμενοι όμως που αποσχίσθηκαν από τη Δυτική "Εκκλησία", η "Εκκλησία" των Αγγλικανών και οι Παλαιοκαθολικοί (από το 1871 μ.Χ.) κατάργησαν την υπορεωτική αγαμία σ' όλους τους βαθμούς των κληρικών.  
Στην Ανατολή δηλαδή υπήρχε διαφορετική αντίληψη για την αγιότητα του γάμου. Eνώ η Δύση (4ος Κανών Καρθαγένης κ.λ.π.) επιβάλλει ώστε οι κληρικοί «να απέχουν γυναικών», γιατί αισθάνεται σα να υπάρχει κάποιος μώμος στη συνουσία, ακόμη και με αυτές τις χριστιανές συζύγους τους, η Ανατολή (όπως αποφάνθηκε η Στ' Οικ. Σύνοδος) δεν αισθάνεται κανένα μώμο για τη νόμιμη και στον κατάλληλο καιρό συνουσία, και διατάσσει: «να καθαιρεθεί (αυτός ο πρεσβύτερος ή ο διάκονος) που θα τολμήσει... να διακόψει τη «συνάφεια» και (γενικά) την επικοινωνία με τη νόμιμη σύζυγό του»133.
Αποτέλεσμα της διαφορετικής αυτής αντίληψης ήταν η διαφορετική στάση απέναντι στο θέμα της αγαμίας των κληρικών.
Η διαφορά της Ανατολής και της Δύσης για το υποχρεωτικό ή μη της αγαμίας των κληρικών τονίστηκε ιδίως από τη Δύση στο βουλγαρικό ζήτημα (866 μ.Χ.).
Η Α' Οικ. Σύνοδος (325 μ.Χ.) απέδωσε ακριβώς το πνεύμα της Ορθόδοξης Ανατολής: την ελεύθερη δηλ. εκλογή των κληρικών μεταξύ γάμου και αγαμίας.
Ο επίσκοπος Κορδούης Όσιος, υπό την επίδραση των αποφάσεων της Συνόδου της Ελβίρας (στην οποία μετείχε) υποστήριξε (προφανώς) την υποχρεωτική αγαμία των κληρικών όλων των βαθμών, αλλά όμως με θάρρος απάντησε ο ασκητικότατος ομολογητής, θαυματουργός, άγιος και επίσκοπος «μέγας Παφνούτιος»: «Μην επιβαρύνετε τη συζυγία των ιερέων». Γιατί «ο γάμος, όπως είπε ο Παύλος, είναι για όλους τίμιος και η κλίνη είναι αμόλυντη. (Λοιπόν προσέξτε) μήπως υπερβάλλοντας την ανωτερότητα μάλλον βλάψετε με το παραπάνω την Εκκλησία· γιατί όλοι δεν μπορούν ν' αντέξουν (ισόβια) την άσκηση της «απάθειας». (Kαι) καθώς νομίζω, κανείς (έγγαμος) δεν μπορεί να διατηρήσει τη σωφροσύνη του, αν του στερήσεις τη σύζυγό του. (Γιατί) χαρακτηρίζω σωφροσύνη καλή και τη «συνάφεια» του καθενός με τη νόμιμη σύζυγό του. Αναμφισβήτητα (λοιπόν) να μη χωρίζετε τους συζύγους, που ο Θεός συνέζευξε και που παντρεύτηκαν όταν (ο άντρας) ήταν λαϊκός ή αναγνώστης ή ψάλτης»l34.
Η άποψη του Παφνουτίου απόλυτα επικράτησε. Το ίδιο πνεύμα εκφράζουν και οι «Αποστολικοί Κανόνες», οι «Αποστολικές Διαταγές» και ο 13ος Κανών της Στ' Οικ. Συνόδου.  
Ειδικά για τον επισκοπικό βαθμό134α στην Ανατολή άρχισαν να προτιμούν τους αγάμους. Στην αρχή, μέχρι τον 4ο και 5ο αιώνα, δεν έγινε καμμιά διάκριση μεταξύ εγγάμου ή αγάμου υποψηφίου επισκόπου.
Ο 5ος Αποστολικός Κανών (2-3 αιώνες μ.Χ.) ρητά απαγορεύει και τιμωρεί με καθαίρεση την απομάκρυνση της συζύγου του επισκόπου.
Από τους εγγάμους επισκόπους της εποχής αυτής αναφέρουμε το Γρηγόριο Ναζιανζού (πατέρα του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου), τον άγιο Γρηγόριο της Νύσσης (αδελφό του Μ. Βασιλείου), το Συνέσιο Πτολεμαΐδος και τον Ελπίδιο Καισαρείας134β.
Σιγά σιγά όμως, αυξανόταν η προτίμηση των αγάμων, για δύο λόγους:
1) Γιατί άρχισε να υπερτιμάται το μοναστικό ιδεώδες. Οι μοναχοί υπάχθηκαν πλήρως στην εκκλησιαστική διοίκηση και δέχθηκαν εκκλησιαστικά αξιώματα.
2) Ο επίσκοπος ήταν ο απόλυτος διαχειριστής της εκκλ. περιουσίας και μπορούσε να υπάρξει σύγχυση της εκκλησιαστικής παρουσίας με την προσωπική περιουσία από τους κληρονόμους των εγγάμων επισκόπων, και μάλιστα απ' όσους είχαν τέκνα. Γι' αυτό ο 4ος Κανών των «Αγίων Αποστόλων συνιστά σαφή διάκριση της εκκλησιαστικής και ατομικής περιουσίας των επισκόπων.
Προσπάθεια για επιβολή της αγαμίας στους επισκόπους εκδήλωσε συστηματικά και επίμονα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α' (ο μέγας, 527-565 μ.Χ.).
Αυτός κατά στάδια προσπάθησε να επιβάλει τις απόψεις του. Αλλά οι διατάξεις του δεν τηρούνταν από πολλούς τουλάχιστον εκκλησιαστικούς άρχοντες. Γι'αυτό επιβάλλει και στους εκλέκτορες ποινές.
Τα στάδια αυτά είναι τέσσερα:
1) Να μην εκλέγονται επίσκοποι όσοι έχουν τέκνα, γιατί ο επίσκοπος είναι πνευματικός πατέρας όλων των πιστών και τα φυσικά τέκνα πολύ απασχολούν τους γονείς, και λόγω των πολλών εξόδων είναι δυνατόν να σφετερισθούν την εκκλησιαστική περιουσία,
2) Να μην εκλέγονται επίσκοποι όσοι έχουν σύζυγο ή τέκνα, και όσοι εκλεγούν να καθαιρεθούν,
3) Να εκλέγεται επίσκοπος μοναχός ή πρώην έγγαμος χωρίς τέκνα, αφού προ εξ μηνών έπαυσε να συγκατοικεί με τη σύζυγό του και εντάχθηκε σε μονή ως μοναχός ή κληρικός. Η παράβαση αυτών συνεπάγεται την καθαίρεση του χειροτονούντος και του χειροτονουμένου,
4) Να εκλέγεται επίσκοπος που δεν έχει (τώρα) ούτε σύζυγο ούτε τέκνα. Αν εκλεγεί με σύζυγο ή τέκνα, «πάσι τρόποις της επισκοπής εκβάλλεσθαι» και ο χειροτονηθείς και ο χειροτονήσας135.
Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τον Ιουστινιανό η Σύνοδος στον Τρούλλο (ή Πενθέκm Οικ. Σύνοδος, 691 μ.Χ.) ενώ με το 13ο Kανόνα απαγορεύει την απομάκρυνση των συζύγων των ιερέων, με τι 12ο Kανόνα επιτάσσει την απομάκρυνση της συζύγου του επισκόπου136.
Από τη μελέτη του Κανόνα τούτου συμπεραίνουμε τα εξής:
1) Δεν εφαρμόζονταν οι νόμοι του Ιουστινιανού.
2) Eπιβάλλεται η εκλογή όχι μόνο των αγάμων αλλά και των εγγάμων υπό τον όρο, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να απομακρύνουν τις συζύγους τους.
3) Η αιτία είναι όχι η σύγχηση της κυριότητας της περιουσίας, ούτε οι οικογενειακές φροντίδες, αλλά ο σκανδαλισμός των πιστών, κυρίως των επαρχιών «Αφρική και Λιβύη», δηλ. απολιτίστων λαών και ιεραποστολικών επισκοπών, κατά τη σύγχρονη ορολογία. Κατά μία μάλιστα εκδοχή, ο Κανόνας αυτός δεν πρέπει να έχει γενική ισχύ, αλλά ειδική για τις απολίτιστες χώρες και τις ιεραποστολικές επισκοπές.
4) Η συγκατοίκηση του επισκόπου με τη σύζυγό του δε θεωρείται ότι επιφέρει κάποιο μώμο στους συζύγους, αλλά λόγω σκανδαλισμού των πνευματικώς αδυνάτων αποφεύγεται, παρά το σαφώς αντίθετο πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης. Γι' αυτό η Σύνοδος αναγκάζεται να δικαιολογήσει την απόφασή της με γραφικό ρητό. 
5) Διαφέρει κατά πολύ από τους νόμους του Ιουστιανού (περιουσία, μοναχοί χωρίς τέκνα - σκανδαλισμός, έγγαμοι χωρισμένοι από τις συζύγους τους, αδιάφορη η ύπαρξη τέκνων). Μετά τις αποφάσεις της Συνόδου στον Τρούλλο ο αυτοκράτορας Λέων Γ' ο Ίσαυρος (717 741 μ.Χ.) ασχολήθηκε με τους εγγάμους επισκόπους και εξέδωσε τη 2η Νεαρά (διάταξη 2) με την οποία δέχεται τις αποφάσεις της Συνόδου, περιορίζει τις απαγορεύσεις του Ιουστινιανού και μάλιστα χρησιμοποιεί ειρωνικές εκφράσεις γι' αυτές.  
Παρά τις περιοριστικές διατάξεις της Εκκλησίας και τους επανειλημμένους περιορισμούς απ' την πολιτεία, δεν έπαυσαν να εκλέγονται και έγγαμοι επίσκοποι. Μέχρι το 12ο αιώνα αναφέρονται έγγαμοι επίσκοποι137. Από τότε, ενώ πράγματι δεν αποτελεί κώλυμα, «νομίζεται ο γάμος ως κώλυμα προς προαγωγήν εις επισκοπικόν αξίωμα»ι. (Ν. Μίλας, ένθ' αν.) και ή κατόπιν κοινής αποφάσεως η σύζυγος γινόταν μοναχή, ή εκλεγόταν ιερεύς που ήταν χήρος με ή  χωρίς τέκνα.138.  
Μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, με αφορμή το γάμο των Σέρβων ορθοδόξων κληρικών, συζητήθηκε και το θέμα της αγαμίας των επισκόπων. Πάρα πολλοί υποστήριξαν ότι η Εκκλησία επέβαλε την αγαμία των επισκόπων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εποχής εκείνης, αν όμως με τη μελέτη της σύγχρονης κατάστασης αποδειχθεί πως το συμφέρον της Εκκλησίας επιβάλλει σήμερα το έγγαμον των επισκόπων, το οποίο είναι σύμφωνο με τη διδασκαλία της Κ. Διαθήκης, τότε πρέπει να αρθεί το κώλυμα του γάμου για την εκλογή επισκόπου139.
Τη δυνατότητα να εκλέγονται έγγαμοι επισκόποι υπεστήριξαν μέχρι σήμερα εξ Οικουμενικοί Πατριάρχες, δύο αρχιεπίσκοποι, δεκαέξ μητροπολίτες, ένας κανονολόγος και επίσκοπος (Νικόδημος Μίλας), οκτώ καθηγητές, τρεις πρωτοπρεσβύτεροι, δύο οικονόμοι, τρεις λαϊκοί θεολόγοι και θεολογούντες140. Συλλογικά δε και επίσημα σχεδόν εκφράσθηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία στο Πανορθόδοξο Συνέδριο που συνήλθε το 1923 στην Κωνσταντινούπολη.  
Τώρα τελευταία ο καθηγητής του Κανονικού δικαίου Π. Μπούμης βεβαίωσε πως για την εκλογή των επισκόπων ο κανόνας είναι να μη γίνεται διάκριση μεταξύ αγάμων και εγγάμων κι ακόμη πως η συνήθεια που υπάρχει (μόνον οι άγαμοι να εκλέγονται επίσκοποι) είναι μια εξαίρεση του κανόνα και μπορει να καταργηθεί με απόφαση τοπικης Συνόδου141.
-----------------------------------------------------------------------------------
131. Μπουγ. Αγαμία του κλήρου, ΘΗΕ, 1, 118-124 Μπουγ. Η αγαμία του κλήρου εξ επόψεως ορθοδόξου, εις π. Εκκλησιαστικόν Βημα, 1961 και 1962 αρ.φ. 134-137, όπου και η βιβλιογραφία. Μπουγ., Άγαμος και έγγαμος επίσκοπος (Αθήναι, 1968) όπου και βιβλιογραφία. Π.Ι. Μπούμη, Το έγγαμον των επισκόπων, ιδέ κατωτέρω σημ. 141.
132. Ι) Των διακόνων: Α' Τιμ. γ', 12: «Διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες, τέκνων καλώς προϊστάμενοι και των ιδίων οίκωνι». ΙΙ) Των πρεσβυτέρων: Τίτ. α', 5-6: «Καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην, ει τις, έστιν ανέκκλητος, μιας γυναικός ανήρ, τέκνα έχων πιστά, μη εν κατηγορία ασωτείας, ή ανυπότακτοι». ΙΙΙ) Των επισκόπων: Α' Τιμ. γ', 2,4,5. «Δει ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι μιας γυναικός άνδρα... του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενον, τέκνα έχοντα εν υποταγή μετά πάσης σεμνότητος· ει δε τις του ιδίου οίκου προστήναι ουκ οίδε, πώς εκκλησίας Θεού επιμελήσεται;».
133. Κανών l3ος της ΣΤ' Οικ. Συνόδου. Δηλαδή το «γυναικών απέχονται» της τοπικής Συνόδου της Καρθαγένης (4ος Κανών). Η μεν τοπική Σύνοδος της Ελβίρας ηρμήνευσε: να «απέχουν των συζύγων των» ισοβίως, ενώ η ΣΤ' Οικ. Σύνοδος ηρμήνευσε: «κατά τον καιρόν της ιερουργίας και της ιδίας εφημερίας», κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην («Πηδάλιον», υποσημείωσις εις τον l3ον της ΣΤ' Οικ. Συν.) και τον Ζωναράν και Βαλσαμώνα. Ταύτα διά την θεωρητικήν έκφρασιν της ορθοδόξου διδασκαλίας. Διά την πράξιν εν τη Ανατολή αναφέρω το εξης στοιχείον «Πολλοί γαρ αυτών (των κληρικών της Θεσσαλονίκης, Μακεδονίας και Ελλάδος) εν τω καιρώ της επισκοπής και παίδας εκ της νομίμως γαμετής πεποιήκασιν». Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορία, 5, 22 (Μ 67, 625-637). Ιδέ και Κλήμεντα Αλεξανδρείας, Στρωματείς, Γ' ΧΙΙ, ΧΥΙΙ (Β 8, 43, 50). Κακώς ο Zhishman (Δίκαιον του γάμου, τ. 1, σ. 165, υποσ. 10) αναφέρει ότι ο Ουαλεντιανουπόλεως Ευσέβιος κατεδικάσθη υπό του Ι. Χρυσοστόμου, διότι επίσκοπος ων απέκτησε τέκνα, ενώ κατεδικάσθη μόνον ως σιμωνιακός και καταχραστής (Μ 47. 47-52).
134. Γελάσιος Κυζικηνός, Σύνταγμα των κατά την εν Nικαία Σύνοδον πραχθέντων, 2,32. (Μ 85, 1336-1337). Πρβλ. Σωκράτης, Εκκλ. Ιστ. Α' 11. (Μ 67, 101-102). Σωζόμενος, Εκκλ. Ιστ. Α' 23. (Μ 67, 925). Kαι Γεννάδιος Γιαννάγκας, Η Α' και μεγάλη εν Νικαία Σύνοδος και η αγαμία του κλήρου, κατά τον Άγγλον συγγραφέα Ηenry C. Lea, εις περ. Εκκλ. Φάρος, τ. 31, σ. 304. Κarl J. Hefele, The Histοry οf The Christian Cοuncil frοm the Οriginal Dοcuments (v. 1-4, μετάφρασις εκ του γερμανικού υπό M.R. Clark, ed. 2. Edinburgh, 1872-1895) v. 1, p. 435 εξ.
134.α) Ιδέ Μπουγ., Άγαμος και έγγαμος επίσκοπος, ένθ' αν. Π.Ι. Μπούμης, Το έγγαμον του επισκόπου, ιδέ κατωτέρω, σημ. 141.
134.β) Βασιλείου Αγχιάλου (του έπειτα Οικ. Πατριάρχου), Περί του αγ. Ιωάν. του Χρυσοστόμου. (Αθήναι, 1907), σ. 55.
135. Α') Cοdex 1.3.42 (ή 41) παρ. 2-4, έτους 528. -Β' Cοdex 1.3.48 (ή 47), έτους 531. -Γ' Νεαρά 6, κεφ. 1, παρ. 3.4.7, έτους 531. -Δ' Νεαρά. 137, κεφ. 2, έτους 549. Kαι Νεαρά 123, κεφ. 1, έτους 546.
136. Το κείμενον του l2ου Κανόνος: «Εις γνώσιν ημετέραν ήλθεν, ως εν τε τη Αφρική και Λιβύη και ετέροις τόποις, οι των εκείσε θεοφιλέστατοι πρόεδροι συνοικείν ταις ιδίαις γαμεταίς, και μετά την επ' αυτοίς προελθούσαν χειροτονίαν, ου παραιτούνται, πρόσκομμα τοις άλλοις τιθέντες και σκάνδαλον, πολλής ουν ημίν σπουδής ούσης του πάντα προς ωφέλειαν των υπό χείρα ποιμνίων διαπράττεσθαι, έδοξεν, ώστε μηδαμώς το τοιούτον από του νυν γίνεσθαι.Τούτο δε φαμέν, ουκ επ' αθετήσει ή ανατροπή των αποστολικώς νενομοθετημένων, αλλά της σωτηρίας και της επί το κρείττον προκοπής των λαών προμηθούμενοι, και το μη δούναι μώμόν τινα κατά της ιερατικής καταστάσεως. Φησί γαρ ο θείος απόστολος «πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε, απρόσκοπτοι γίνεσθε και Ιουδαίοις και Έλλησι, και τη Εκκλησία Θεού. Καθώς καγώ πάντα πάσιν αρέσκω, μη ζητών το εμαυτού συμφέρον, αλλά το των πολλών, ίνα σωθώσι. Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». (Α' Κορ. ι', 31-2). Eι δε τις φανερωθείη το τοιούτον πράττων, καθαιρείσθω». Ιδέ και τον 48ον της αυτής Συνόδου.
137. Aι σύζυγοι των επισκόπων «ανυποστόλως ταις οικίαις ενδιατρίβουσαι, εν αις κατώκουν και πρότερον». Νεαρά του έτους 1187 Ισαακίου του Β' του Αγγέλου. Πρβλ. Ν. Μίλας, Εκκλησιαστικό δίκαιον, σ. 267. Και Μ. Γεδεών, εις π. Εκκλησιαστική Αλήθεια. (Κωνσταντινουπόλεως), τ. 36, σ. 59.
138. Kαι ο Zhishman (ένθ' αν. σ. 169) γράφει· «Η εκκλησία δι' ουδενός νόμου ούτε απεφήνατο, ούτε συνέστησεν, ούτε υπενύξατο καθόλου, ότι οι μοναχοί κέκτηνται εν τούτω τα πρωτεία ή ότι εκ της τάξεως τωών μοναχών δέον αποκλειστικώς να λαμβάνωνται οι επίσκοποι». Ο «Τόμος» του 1798 επί Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' απαγορεύει εις τους εν χηρεία διατελούντας και έχοντας τέκνα να εκλεγώσιν επίσκοποι. (Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις, τ. 1. σ. 410-413). Ο ανυπόγραφος όμως «Τόμος» επί Οικ. Πατριάρχου Ανθίμου του ΣΤ' (1845-1848, 1853-1855 μ.Χ.) αποδεικνύει αποτυχούσαν την προσπάθειαν αγάμων τινών όπως η προΰπαρξις γάμου θεωρηθή κώλυμα δι' εκλογήν επισκόπου. (Γεδεών, ένθ' αν. τ. 2, σ. 358-363. Zhishman, ένθ' αν. τ. 2, σ. 173-177).
139. Π.χ. ο Δ. Γεωργιάδης, καθηγητής του Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής Χάλκης και αρχιμανδρίτης, έγραψε: «Εάν ο νόμος γίνεται πρόσκομμα εις προκοπήν των λαών ως αποδεικνύει η Πενθέκτη, εξοικονομηθήτω ούτος. Άλλοτε εσκανδαλίζοντο οι λαοί, βλέποντες αρχιερείς εγγάμους. Σήμερον τούτο ενιαχού είναι όλως αδιάφορον και τινες μάλιστα πονηρεύονται επί τους αγάμους... Διατί να αρνηθώμεν εξοικονόμησιν του νόμου, αφού η Εκκλησία προ παντός ζητεί να στρατολογήση ειλικρινείς και τιμίους κληρικούς, ουχί δε υποκριτάς, ευλαβείς έξωθεν τηρητάς του νόμου, έσωθεν δε γέμοντας πάσης ακαθαρσίας;» Δ. Γεωργιάδου, Περί του γάμου των ήδη κληρικών. (Κων/λις, 1910), σ. 28.
140. Οικουμενικοί Πατριάρχαι: Αθηναγόρας ο Α' ο Σπύρου, Βασίλειος ο Γ' ο από Νικαίας, Ευθύμιος ο Ζ', Κωνσταντίνος ο Ε', Μελέτιος ο Μεταξάκης, και Φώτιος ο Β'.
Μητροπολίται: Αγαθάγγελος Σαράντα Εκκλησιών, Αλέξανδρος ο Καντώνης Φιλίππων, Άνθιμος ο Σαρίδης Μαρωνείας, Γαβριήλ Μαυροβουνίου, Γεννάδιος ο Αλεξιάδης Θεσσαλονίκης, Γεράσιμος ο Τρωϊάνος Μονεμβασίας, Γεράσιμος ο Σαρακίτης  Αγκύρας (και έπειτα Αλεξανδρουπόλεως), Διονύσιος ο Λάτας Ζακύνθου, Ιάκωβος ο Νικολάου Μυτιλήνης, Ιωακείμ ο Γεωργιάδης Αίνου, Ιωακείμ ο Ευθυβούλης Εφέσου, Καλλίνικος ο Δελικάνης Βερροίας, Κωνσταντίνος ο Μεγγλέρης Σερρών, Μελισσινός ο Χριστοδούλου Μαρωνείας, (άγιος) Νεκτάριος ο Κεφαλάς Πενταπόλεως, Φιλάρετος ο Βαφείδης Διδυμοτείχου. -Επίσκοπος και κανονολόγος: Νικόδημος ο Μίλας. - Καθηγηταί: Δημήτριος Γεωργιάδης (και αρχιμανδρίτης), Παντελεήμων Κομνηνός, Χ. Ανδρούτσος, Β. Αντωνιάδης, Π. Χρήστου, Δραγομήρος Δnμητρέσκου, Π. Δημητρόπουλος, Π. Μπούμης και Κ. Ράλλης. - Πρωτοπρεσβύτεροι: Κων. Καλλίνικος, Ν.Π. Παπαδόπουλος και Γ. Πυρουνάκης. - Οικονόμοι: Κων. Ρωμανός και Γεωργ. Κ. Φρατζεσκάκης. - Κληρικός Σλαύος: Βλαδίμηρος Κρασνίσκι - Λαϊκοί θεολόγοι ή θεολογούντες: Μιχ. Γαλανός, Ανδρ., Κεραμίδας, Κ. Κούρκουλας, Ν.Θ. Μπουγάτσος και Αθ. Δ. Πάλλης. Ιδέ Παραπομπάς εις Μπουγ., Άγαμος και έγγαμος Επίσκοπος. (Αθήναι, 1968).
141. Παν. Ι. Μπούμη, Tο έγγαμον των επισκόπων. (Συμφωνία Αγ. Γραφής και Ι. Kανόνων). Ανάτ. εκ του Τιμητικού τόμου εις τον καθηγητήν Γεράσιμον Κονιδάρην, Αντίδωρον Πνευματικόν, (Αθήναι,1981).
Νίκος Θ. Μπουγάτσος, "Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου", Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1989.

Αναγνώστες