Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Η ιστορία του Ορθόδοξου Μοναχισμού (ε΄ μέρος)

Ο Mοναχισμός στον βυζαντινό και Ελλαδικό χώρο:
Αν και λιγοστά στοιχεία είναι γνωστά, η εμφάνιση του μοναχισμού στο Αιγαίο μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά στην Παλαιοχριστιανική περίοδο.
Η συνεχής επικοινωνία με την Αίγυπτο και τις επαρχίες της Ανατολής όπου ανθούσε ο μοναχικός βίος σε όλες τις εκφράσεις του (αναχωρητισμός, στυλιτισμός, κοινόβια), φαίνεται πως έφερε από νωρίς τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου σε επαφή με αυτή την κίνηση. Υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά την περίοδο αυτή λειτούργησαν μονές στη Λέσβο και τη Θάσο, αλλά και στη Δήλο.
Η εικόνα αυτή μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς κατά πάσα πιθανότητα υπήρχαν περισσότερα μοναστήρια, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία είναι εξαιρετικά περιορισμένα.
Η λαίλαπα των αραβικών επιδρομών και των Σαρακηνών πειρατών, από τα μέσα του 7ου αιώνα, επέφερε για τρεις σχεδόν αιώνες μεγάλη αναστάτωση στο νησιωτικό κόσμο και δεν είναι γνωστό ποια ακριβώς τύχη είχε ο μοναχισμός μέσα σε αυτές τις συνθήκες.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας οι εικονόφιλοι μοναχοί υπέστησαν σκληρές διώξεις από την κεντρική διοίκηση, που προσπαθούσε να επιβάλει με τη βία την επίσημη κρατική θέση που απαγόρευε τη λατρεία των εικόνων.
Η αποκατάσταση των εικόνων το 843 υπήρξε και νίκη του μοναχισμού, ο οποίος εισήλθε από τότε σε νέα περίοδο ακμής.
Μεσοβυζαντινά χρόνια. Η ίδρυση των μεγάλων μοναστικών κέντρων:
Η αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο, περίπου έναν αιώνα μετά το τέλος της Εικονομαχίας, έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ελεύθερα ο μοναχισμός και στα νησιά.
Η ασφαλής πλέον ύπαιθρός τους προσφερόταν για την ίδρυση μονών, ενώ η κεντρική διοίκηση ευνοούσε τέτοιες πρωτοβουλίες, οι οποίες ενίσχυαν πολύπλευρα την παρουσία του κράτους στις επαρχίες και αποτελούσαν κινητήριους μοχλούς για την ενεργοποίηση και βελτίωση της τοπικής οικονομίας.
Ωστόσο οι σχετικές ιστορικές ειδήσεις για το νησιωτικό κόσμο παραμένουν πολύ περιορισμένες.
Ορόσημο στην ιστορία του μοναχισμού στο Αιγαίο θα αποτελέσει ο 11ος αιώνας, οπότε ιδρύθηκαν στην περιοχή σπουδαία μοναστικά κέντρα. Στα μέσα του αιώνα, μετά το 1042, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος θα συστήσει τη Νέα Μονή στη Χίο, ως ανταμοιβή τριών μοναχών που είχαν προμαντέψει την άνοδό του στο θρόνο.
Το καθολικό της μονής, που αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα σωζόμενα βυζαντινά μνημεία, ισάξιο των μεγάλων ναών της Κωνσταντινούπολης, μαρτυρεί με την πολυτέλεια και την ποιότητα του διακόσμου του το μέγεθος της αυτοκρατορικής δωρεάς.
Χάρη στα προνόμια που απολάμβανε, η Νέα Μονή συγκέντρωσε τεράστια περιουσία και επέδρασε ποικιλότροπα στη ζωή του νησιού της Χίου, σε όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ιστορίας του.
Μεγαλύτερη ακτινοβολία θα αποκτήσει η μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, το νησί όπου κατά την παράδοση είχε συγγραφεί από τον άγιο η Αποκάλυψη.
Το 1088, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός παραχώρησε στον όσιο Χριστόδουλο το Λατρηνό το έρημο νησί της Πάτμου, για να χτίσει ένα μοναστήρι, καθώς και τα μικρονήσια Αρκιούς και Λειψούς, μαζί με εκτάσεις στη Λέρο.
Επίσης, ο Αλέξιος προίκισε τη μονή με πολλά προνόμια, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται η φορολογική ατέλεια των εμπορικών πλοίων της, με αποτέλεσμα να καταστεί για μεγάλο διάστημα ένας από τους μεγαλύτερους πλοιοκτήτες στο Αιγαίο.
Ο Χριστόδουλος ξεκίνησε την οικοδόμηση της μονής, με φρουριακή μορφή, για λόγους ασφάλειας – οι ακτές της Μικράς Ασίας βρίσκονταν τότε σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων.
Σύντομα το μοναστήρι απέκτησε τεράστιο πλούτο και μεγάλη πνευματική ακτινοβολία, και για πολλούς αιώνες θεωρούνταν το σπουδαιότερο στον αιγαιακό χώρο.
Ο Αλέξιος θα ενισχύσει ένα ακόμη μοναστήρι σε αιγαιοπελαγίτικο νησί, την Παναγία τη Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό. Προσκολλημένο σε ένα απόκρημνο βράχο του νησιού, το μοναστήρι έλαβε από τον Αλέξιο το προνόμιο του πατριαρχικού σταυροπηγίου –είχε δηλαδή εξάρτηση κατευθείαν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και όχι από τον τοπικό επίσκοπο– μαζί με άλλα ευεργετήματα.
Η Χοζοβιώτισσα έγινε ένα από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα στις Κυκλάδες και διατήρησε τα ιδιαίτερα προνόμιά της για πολλούς αιώνες.
Υστεροβυζαντινά χρόνια:
Η παρακμή του βυζαντινού κράτους, που επιταχύνεται από το β’ μισό του 12ου αιώνα, δε θίγει ιδιαίτερα τα μοναστήρια.
Τη θέση των αυτοκρατόρων στη χορηγία και την οικονομική ενίσχυση των μονών αναλαμβάνουν τώρα οι κατά τόπους πλούσιες αρχοντικές οικογένειες.
Η μονή της Πάτμου βρίσκεται σε μεγάλη ακμή, την οποία μαρτυρούν οι προσθήκες στο οικοδομικό συγκρότημα και η εξαιρετικής τέχνης αγιογράφηση του παρεκκλησίου της Παναγίας.
Όμως οι ιστορικές εξελίξεις, με αποκορύφωμα την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, θα σηματοδοτήσουν μια μεγάλη τομή στην πορεία του μοναχισμού στο Αιγαίο.

Αναγνώστες