Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ε΄ μέρος)

Κεφάλαιο Β’

Η δημιουργία και η φύση της ψυχής.

1). Φύση και δημιουργία της ψυχής.
Η ψυχή[1] είναι κτιστή, αφού δημιουργήθηκε από τον Θεό[2], «εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετών ψυχών ζωσών»[3]. Το πρόσταγμα του Θεού δεν εννοείται με τις ανθρώπινες αναλογίες ως εξωτερική τυπική εντολή αλλά «ως ροπή και ορμή του (Θείου) θελήματος»[4].
 Αναλύοντας ο ιερός Χρυσόστομος τη φράση «εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν»[5], διαφοροποιεί την προέλευση της ανθρώπινης ψυχής από αυτήν των ζώων. Ο Θεός από φιλανθρωπία δημιουργεί αμερόληπτα, κατά τον ίδιο τρόπο και με τις αυτές προϋποθέσεις, όλες τις ανθρώπινες ψυχές όχι, βέβαια, «εφάπαξ», όπως δίδασκαν οι Πλατωνικοί, αλλά κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Λόγω της ειδικής ενέργειας (εμφυσήματος)[6] του Θεού για τη δημιουργία του ανθρώπου, η δημιουργία της ανθρώπινης ψυχής διαφοροποιείται από οτιδήποτε άλλο έμψυχο ή από οποιοδήποτε άλλο γενικά είδος της δημιουργίας[7].
Ερμηνεύοντας τη σχετική διήγηση της Γενέσεως, οι πατέρες θεωρούν τις σχετικές εκφράσεις ως ανθρωπομορφισμούς. Κατά την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη, πρώτα πλάστηκε το σώμα, και έπειτα δημιουργήθηκε η ψυχή: «εν… τη διαπλάσει του ανθρώπου πρότερον το σώμα παραγίνεται, και τότε η ψυχή η τιμιωτέρα… προ της ψυχής το σώμα δημιουργείται, ίνα, επειδάν κατά την απόρρητον αυτού σοφίαν η ψυχή παραχθή, έχη τας οικείας ενεργείας επιδείκνυσθαι δια της του σώματος κινήσεως»[8]. Τότε «ενεφύσησεν» ο Θεός στο πρόσωπο του «χοός» «πνοήν ζωής» (nesamah chayyim) «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν»[9].
Η έκφραση «ψυχή ζώσα»[10] χρησιμοποιείται περισσότερο συλλογικά και με την έννοια του έμψυχου όντος όχι μόνον των ερπετών αλλά και όλων των άλλων ζώων, διότι στο Α’ κεφάλαιο της Γενέσεως αναφέρει ότι όλα τα ζώα, κήτη μεγάλα[11], πετεινά πετόμενα[12], ιχθύες της θαλάσσης[13]  εξήλθον  από του ύδατος με το πρόσταγμα του Θεού: «εξαγαγέτω[14]», ως συμπλήρωμα των δημιουργημάτων της δεύτερης ημέρας. «Τότε μεν γαρ των σπερμάτων την βλάστην εξέδωκε, νυν δε ζώα έμψυχα, τετράποδα, ερπετά, θηρία και κτήνη»[15]. Δηλαδή, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, τα πρώτα πετεινά της πέμπτης μέρας είχαν άμεση σχέση με τα ερπετά που εξήγαγαν τα ύδατα κατ ̉ εντολή του Θεού.
Τα ζώα της ξηράς που δημιουργήθηκαν την έκτη μέρα δεν τα παρουσιάζει πια η Αγία Γραφή να έχουν σχέση με τη θάλασσα, αλλά με την ξηρά. «Και είπεν ο Θεός˙ εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. και εγένετο ούτως»[16]. Τα ερπετά και τα πετεινά που εμφανίστηκαν επάνω στην ξηρά την πέμπτη μέρα, έχουν προέλευση τη θάλασσα, βγήκαν μέσα απ ̉ αυτήν, κατ ̉ εντολή του ζωοδότου Θεού.
Τα «τετράποδα» και τα «θηρία της γης» και τα «ερπετά» της έκτης μέρας έχουν πια προέλευση την ξηρά, «ει γαρ τα άλλα ζώα κατά κέλευσιν έμψυχα εξήγαγεν η γη…»[17].
Τα ερπετά, βέβαια, (και σ ̉ αυτά συμπεριλαμβάνονται όπως είδαμε τα πουλιά που ήταν ιπτάμενα ερπετά), συνέχισαν να υπάρχουν την έκτη μέρα και να αναπτύσσονται μαζί με τα θηλαστικά. Ο Προκόπιος ο Γαζαίος στην ερμηνεία στο βιβλίο της Γενέσεως λέγει: «Έοικε δε των ενύδρων ερπετά μεν κεκληκέναι τα σώματα…»[18]
Στην Παλαιά Διαθήκη η ψυχή διακρίνεται σε άλογη και σε λογική. Άλογη ψυχή ονομάζεται η ζωοποιός εκείνη δύναμη που έχουν τα ζώα «εξάγει δε ψυχή η γη, ίνα μάθης διαφοράς ψυχής κτήνους και ψυχής ανθρώπου γεώδης γαρ η των αλόγων και εις γην διαλύεται…»[19].
Όλα αυτά τα ζώα αποτελούν την άλογη ψυχή «ώστε τα ζώα εκ της γης έλαβον την ψυχήν. Δια τούτο προς τα γήινα μόνον έχουσιν την ορμήν και πάσαν την όρεξιν, και ου φρονούσι τα άνω»[20]. Και προσθέτει  ο Μέγας Αθανάσιος: «δισσώς λέγεται η ψυχή, μία μεν η άλογος, ήτις εστί το των κτηνών˙ ετέρα δε η λογική, ήτις εστί των ανθρώπων.  Και η μεν των κτηνών (ψυχή) εκ της γης έλαβε την δημιουργίαν κατά  Θεού πρόσταξιν, ως η θεία λέγει Γραφή»[21].
Σύμφωνα με τη ανθρωπολογική διδασκαλία της Π.Δ., ο υπερβατικός και προσωπικός Θεός, ο «ουκ εξ όντων»[22] δημιουργεί  τη λογική ψυχή, τον άνθρωπο, «επεί ουν ο αγαθός και υπεράγαθος Θεός ουκ ηρκέσθη τη εαυτού θεωρία, αλλ ̉ υπερβολή αγαθότητος ευδόκησε γενέσθαι τινά τα ευεργετηθησόμενα και μεθέξοντα της αυτού αγαθότητος, εκ του μη όντος εις το είναι παράγει και δημιουργεί τα σύμπαντα, αόρατα τε και ορατά, και τον εξ ορατού και αοράτου συγκείμενον άνθρωπον, κτίζει δε εννοών, και το εννόημα έργον υφίστανται Λόγω συμπληρούμενον και πνεύματι τελειούμενον»[23] μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στους περί Δημιουργίας λόγους.
Και επιβεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος λέγοντας: «είδες λόγω μόνον και προστάγματι πάσαν την κτίσιν δημιουργουμένην εν ταις πέντε ημέρας˙ Σκόπει σήμερον πόση των ρημάτων η διαφορά ουκέτι γαρ φησι, γενηθήτω άνθρωπος, αλλά τι; Ποιήσωμεν άνθρωπον»[24] δια της αγάπης, επεμβαίνει και εισχωρεί στον χρόνο[25] ο Θεός δια να δημιουργήσει τον άνθρωπο «χουν από της γης»[26] πλασθέντα[27], και «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν»[28].
Η λογική ψυχή[29], ως προς την ουσία της, αν και κτιστή, είναι πνεύμα, και ως πνεύμα είναι δυσόριστος, όχι όμως και αόριστος.
Η εβραϊκή λέξη (nishmath chayyim)[30] αναφέρεται στο Μασωριτικό της Π.Δ. κείμενο είκοσι τέσσερις  φορές ενώ στο βιβλίο της Γενέσεως έξι φορές και κατέχει ιδιάζουσα σημασία γύρω από αυτά τα χωρία[31].
Η λέξη αυτή είναι από τις αρχαιότερες και την συναντάμε στην β’ ανθρωπολογική διήγηση του βιβλίου της Γενέσεως. Σε αυτή την εβραϊκή λέξη οι O’ έδωσαν αντίστοιχη ελληνική λέξη, την λέξη «πνοή» που είναι κατ ̉ αρχήν γνωστή ως βιολογικό φαινόμενο, αλλά αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα των εμβίων όντων.
Κατ ̉ αναλογία αναφέρεται στο γενικό όρο «ψυχή», αλλά και στο βιολογικό όρο «πνεύμα»,  που όμως δεν αναφέρεται μόνον στον άνθρωπο, αλλά κατ ̉ επέκταση σε όλους εν γένει τους ζωντανούς οργανισμούς[32], των οποίων είναι χαρακτηριστική εξωτερική εκδήλωση της πνοής και μαρτυρεί σαφώς την εντός αυτών ύπαρξη ζωής. Αυτό το παρατηρούμε όταν η Αγία Γραφή αναφέρεται και «πάσης ψυχής ζώσης»[33] αλλά και στο «πάσα πνοή»[34] όπου αναφέρεται σε όλα τα ζωντανά όντα «πάσης ψυχής ζώσης»[35] και όχι μόνο στον άνθρωπο.
Όμως η λέξη αυτή έχει και βαθυτέρη έννοια και εν προκειμένω την έννοια ψυχή: «Αλλά μηδείς υπονοείτω ότι το πνεύμα, όπερ ενεφύσησεν ο Θεός εν τω ανθρώπω, εκείνο εγένετο ψυχή˙ μη γένοιτο˙ αλλά το πνεύμα εκείνο ψυχήν εδημιούργησεν»[36].
 Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός λέγει: «ψυχή δ ̉̉ εστιν άημα Θεού»[37] και ο Γρηγόριος Νεοκαισαρείας συμπληρώνει: « ει τοίνυν τω σώματι ημών η ψυχή δείκνυται το ζην παρέχουσα, έσται και καθ ̉  εαυτήν η ψυχή εκ των ενεργειών γνωριζομένη»[38].
Σε αυτό το χωρίο φαίνεται προς τον άνθρωπο η διττή σχέση του όρου και η σημασία. Διότι παρεμβάλλονται οι ανθρωπομορφικές εκφράσεις και καλύπτουν βαθείς συμβολισμούς και υψηλές θεολογικές έννοιες. Η δια του Θεού εμφύσησις[39] της ιδίας αυτού «πνοής» στους μυκτήρας[40] του πρώτου ανθρώπου ανέδειξε αυτόν «εις ψυχήν ζώσαν»[41].
Αυτή η προσωπική θεία ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα να ζωοποιήσει το μέχρι εκείνη τη στιγμή άψυχο πήλινο σκεύος «ζωτικήν, φησίν ενέργειαν το εμφύσημα εχαρίσατο τω εκ της γης πλασθέντι και τούτο εγένετο σύστασις της ουσίας της ψυχής»[42] και το κατέστησε πνευματικό ον, «ο δε άνθρωπος εκ της θείας εμπνεύσεως έσχηκε την ψυχήν, δια τούτο και τα θεία επιγινώσκει, και τα άνω διώκει, και τα ουράνια νοεί, και λογικός υπάρχει και έννους»[43] και τέλος του μετέδωσε την πνευματική αρχή «πνεύματος Θεού»[44] όπως αναφέρουν τα χωρία: «πνεύμα μου εν τοις ανθρώποις»[45] «εν η εστι πνεύμα ζωής υποκάτω του ουρανού»[46], «εν ω εστι πνεύμα ζωής»[47].
Το «ruach»[48] δεν είναι το ίδιο το άγιο Πνεύμα, αλλά η ζωοποιός[49] ενέργειά Του. Αυτό μας το διδάσκουν οι πατέρες αλλά μας το διδάσκει με καθαρότητα και ο ιερός Χρυσόστομος λέγοντας ότι ο Θεός εμφυσά, με την έννοια της κτίσης, την ανθρώπινη ψυχή.
Η δημιουργία της ψυχής και του σώματος από το Θεό (με διάκριση της αιματώδους από της νοεράς ψυχής[50]) δε σημαίνει κατ ̉ ανάγκη και καθ ̉ ολοκληρία υιοθέτηση της θεωρίας της δημιουργίας, εφόσον μόνο έτσι μπορεί να εναρμονιστεί και η από την αρχή (από τη γέννηση του ανθρώπου) παράλληλη με το σώμα λειτουργία της ψυχής, αλλά και η τόσο στενή ψυχοσωματική εξάρτηση, στοιχεία που συχνά εξαίρει ο ιερός Χρυσόστομος.


[1] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος Ζ’, Περί ψυχήςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 64, σ. 267
[2] Ευθύμιος Ζιγαβινός, ʺΠερί της θείας δημιουργίαςʺ, PG. 130, σ. 200, «τούτο δη βουληθείς ο τεχνίτης επίδειξασθαι Λόγος, και ζώον εν εξ αμφοτέρων, αοράτων τε, λέγω, και ορατής φύσεως, δημιουργεί τον άνθρωπον», βλ. Ιερόθεος Βλάχος, ʺΗ ζωή μετά τον θάνατοʺ, σ. 42, «η ψυχή είναι άϋλη, δημιουργείται από τον Θεό, δεν είναι μέρος της ουσίας του Θεού, αλλά ο Θεός δια του αγίου Πνεύματος δημιουργεί την ψυχή. Γι ̉ αυτό και η ψυχή είναι κτιστή, κτίσμα».
[3] Γέν. 1, 20 «και είπεν ο Θεός˙ εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και πετεινά πετόμενα επί της γης κατά το στερέωμα του ουρανού. και εγένετο ούτως»
[4] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΟμιλία Ζ’ εις την Εξαήμερονʺ, Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 266.
[5] Γεν.1, 24 «Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. και εγένετο ούτως».
[6] Προκόπιος ο Γαζαίος, ʺΕις την Γένεσιν ερμηνείαʺ , PG. τ. 87Α , σ. 144, «οι μεν υπό του θείου εμφυσήματος την ψυχήν δεδημιουργήσθαι φησίν, ως υπό των χειρών το σώμα˙ οι δε, ότι το εμφύσημα εκείνο ψυχή γέγονεν αυτώ˙ οι δε, ότι τω κτισθέντι ανθρώπως ολοκλήρω ζωτικήν έδωκε δύναμιν το εμφύσημα˙ εκ γης το σώμα διαπλάσας Θεός και ψυχώσας, ως οίδε, ψυχή τε ζώση και νοερά, των αγαθών έφεσιν τε γνώσιν φυσικήν αυτώ κατελάβετο».
[7] Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομοʺ, σ. 45.
[8] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι  εις την Γένεσινʺ, PG. 53, σ. 106, Πρβλ. Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος ΛΗ’ Ύμνος εις Χριστόν μετά την σιωπήν εν τω Πάσχαʺ, PG. 36, σσ. 321-324, Γρηγόριος Ναζιανζηνὸς, ʺΛόγος ΜΕ’ʺ, PG. 36, σ. 632, Κοσμάς μοναχός Αγιοπολίτης, ʺΠερί παρθενίας λόγος Β’ʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 64, σ. 33, «την ψυχήν έμπνοιαν λέγει Θεού˙ τον γαρ άνθρωπον αρχήθεν ο Θεός εκ γης λαβών και χερσίν αχράντοις διαπλάσας, ύστερον εμφυσήσας πνοήν αυτώ παρέχει ζωής˙ ως γενέσθαι ψυχήν ζώσαν, δι’ ης έμψυχον και το σώμα και προς τας κινήσεις επιτήδειον», {βλ. Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομο, σ. 109: Πρβλ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος ΛΗ’ Ύμνος εις Χριστόν μετά την σιωπήν εν τω Πάσχαʺ, PG 36, σσ. 321-324, ʺΛόγος ΜΕ’ Θρήνος περί των της αυτού ψυχής παθών ʺ, PG 36, σ. 632. Πρβλ Μητροφάνης Κριτόπουλος, ʺΟμολογίαʺ, τ. 2', σ. 514, Πέτρος Μογίλας, ʺΟμολογίαʺ, από: Ι. Ν. Καρµίρη, ʺΤα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίαςʺ, τ. 2, σ. 608. Στους πατέρες γίνεται σύγκριση της κτίσης της ψυχής του Αδάμ µε την αναδημιουργία του ανθρώπου διά του βαπτίσματος όπως δημιουργήθηκε πρώτα του Αδάμ το σώμα και κατόπιν ενεφυσήθη σε αυτό από το Θεό το πνεύμα, έτσι και στο βάπτισμα προηγείται ή νέα γέννηση (generatio) και ακολούθως παρέ­χεται ο αγιασμός του Πνεύματος – sanctificatio, Ερ. Κυπριανού,. 73, 9. CΒ. ΙΙ, σ. 267, Πρβλ. Θεοδώρου Ά., Ιστορία των Δογμάτων, τ. Α', Μέρος Β', σ. 491). Αντίθετα, ο καθηγητής Καρµίρης Ν. Ι., (ʺΔο­γματικήʺ, σ. 179),  αν και αποδοκιμάζει τη θεωρία του Creationismi τασσόμενος υπέρ του Traduzianismi, αρνείται ότι ο Θεός έπλασε πρώτα ένα άψυχο πλά­σμα, κι έπειτα κατέστησε αυτό διά του εμφυσήματος ψυχικό, βλ. Ιερόθεος Βλάχος, ʺΗ ζωή μετά το θάνατοʺ, σ. 39}.
[9] Βλ. Γεν. 6, 7, «και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν».
[10] Ιερεμίας Φούντας, ʺΕρμηνεία Παλαιάς Διαθήκης Γένεσιςʺ, τ. 1, σ. 380, «Εις ψυχήν ζώσαν: Είναι Εβραϊκή λ. («νέφες»), η σημαίνουσα την ζώσα ύπαρξη με μία ζωτική αναπνοή».
[11] Γέν. 1, 21, και εποίησεν ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και πάσαν ψυχήν ζώων ερπετών, α εξήγαγε τα ύδατα κατά γένη αυτών, και παν πετεινόν πτερωτόν κατά γένος. και είδεν ο Θεός, ότι καλά».
[12] Γέν. 1, 20  «και πετεινά πετόμενα επί της γης κατά το στερέωμα του ουρανού. και εγένετο ούτως».
[13] Γέν. 1, 26 «των ιχθύων της θαλάσσης».
[14] Γέν. 1, 20, «Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και πετεινά πετόμενα επί της γης κατά το στερέωμα του ουρανού. και εγένετο ούτως
Γέν. 1, 22, και ηυλόγησεν αυτά ο Θεός λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τα ύδατα εν ταις θαλάσσαις, και τα πετεινά πληθυνέσθωσαν επί της γης, Γέν. 1, 24, και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ, ημέρα πέμπτη...Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. και εγένετο ούτως».
[15] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία Ζ’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 2, σ.180.
[16] Γέν. 1, 24, «Και είπεν ο Θεός˙ εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης  κατά γένος. και εγένετο ούτως».
[17] Πέτρος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και σώματοςʺ, PG 18, σ. 255.
[18] Προκόπιος ο Γαζαίος, ʺΕρμηνεία εις την Γένεσινʺ, PG. τ. 87Α , σ. 101.
[19] όπ.π, PG. τ. 87Α , σ. 105.
[20] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG. τ. 28, σ. 545.
[21] όπ.π, PG. τ. 28, σ. 545, βλ. Βίττης Ν.Ευσέβιος, ʺΕις ύψος νοητόνʺ, σ. 30, «Η ψυχή, πάντοτε κατά τον άγιο Νείλο, διακρίνεται σε δυό κύρια μέρη, το άλογον και το λογικόν».
[22] Τρεμπέλας Ν. Π., ʺΔογματική Ορθ. Καθολ. Εκκλησίας ʺ τ. 1, σ. 322.
[23] Ιωάννης Δαμασκηνός, ʺΠερί δημιουργίαςʺ, Ε.Π.Ε. τ. 1, σ. 142.
[24] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία Η’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 2, σ. 196.
[25] Τρεμπέλας Ν. Π., ʺΔογματική Ορθ. Καθολ. Εκκλησίαςʺ, τ. 1, σ. 330-337.
[26] Γέν. 2, 7, «και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης…», Γέν. 18, 27 «και αποκριθείς Αβραάμ είπε˙ ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριόν μου, εγώ δε ειμι γη και σποδός».
[27] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι  εις την Γένεσινʺ, PG. τ. 53, σ. 103-106, «εκ παρθένου γης χοοπλαστηθείς»
[28] Γεν. 2, 7, « και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», βλ. Βασίλειος Καισαρείας, ʺΠερί της του ανθρώπου κατασκευήςʺ, PG 30, σ. 13. «Ενταύθα ούπω ο άνθρωπος, και βουλή περί ανθρώπου˙ ουκ είπεν, ως περί των άλλων πάντων˙ γενηθήτω άνθρωπος. Κατάμαθε εαυτού το τίμιον˙ ου προσέρριψέ σου την γένεσιν προστάγματι˙ αλλά βουλευτήριον συνέστη τω Θεώ περί σου, πως μέλλει το τίμιον ζώον εις τον βίον παράγεσθαι».
[29] Ιουστίνος ο φιλόσοφος, ʺΠερί αναστάσεως, (αμφιβαλλόμενα)ʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ  τ. 4, σσ. 229-230, «Τι γαρ εστιν ο άνθρωπος, αλλ’ η το εκ ψυχής και σώματος συνεστός ζώον λογικόν; Μη ουν καθ’ εαυτήν ψυχή άνθρωπος; Ου, αλλ’ ανθρώπου ψυχή. Μη ουν καλοίτο σώμα άνθρωπος; Ου, αλλ’ ανθρώπου σώμα καλείται. Είπερ ουν κατ’ ιδίαν μεν τούτων ουδέτερον άνθρωπός εστιν, το δε εκ της αμφοτέρων συμπλοκής καλείται άνθρωπος, κέκληκε δε ο Θεός εις ζωήν και ανάστασιν τον άνθρωπον, ου το μέρος, αλλά το όλον κέκληκεν, όπερ εστί την ψυχήν και το σώμα».
[30] Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, ʺΕν αρχή εποιησεν ο Θεόςʺ, Nishmath chayyim (νισμάθ σαΐμ), =  (πνοή ζωής κατά τους  Ο’), σ. 689.
[31] Γέν. 2, 7 «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής», βλ.  Γέν. 7,22 «όσα έχει πνοήν ζωής».
[32] Γέν. 7, 22, « και πάντα, όσα έχει πνοήν ζωής».
[33] Γέν. 9, 12 «πάσης ψυχής ζώσης».
[34] Γέν. 2, 7, 22 «αυτού πνοήν ζωής», «έχει πνοήν ζωής».
[35] Γέν. 9, 15 «και μνησθήσομαι της διαθήκης μου, η εστιν ανά μέσον εμού και υμών, και ανά μέσον πάσης ψυχής ζώσης εν πάση σαρκί, και ουκ έσται έτι το ύδωρ εις κατακλυσμόν, ώστε εξαλείψαι πάσαν σάρκα».
[36] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG  28, σ. 545, βλ. Προκόπιος ο Γαζαίος, ʺΕις την Γένεσιν ερμηνείαʺ , PG 87Α , σ. 153, «Δήλον ότι τότε γέγονε και ου πρότερον˙ έτερον δε εστι πνοή ζωής η και ψυχικόν απεργαζομένη τον άνθρωπον˙ και έτερον πνεύμα ζωοποιούν το και πνευματικόν αυτόν αποτελούν».
[37]Γρηγοριανόν Ταμείον Ήτοι Ευρετήτιον θεμάτων των Απάντων Γρηγορίου Ναζιανζηνού, ʺΠερί ψυχήςʺ, Άγιο Όρος 2001, σ. 913.
[38] Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, ʺΠερί ψυχής λόγος κεφαλαιώδηςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ  τ. 17, σ. 329.
[39] Εβραϊκό κείμενο «Μασώρ», «Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης. Και ανεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», Internet: httr://users.aias.gr/oode/adam5. htm #ena.
[40] Βλ. «Μυκτήρ, ος= ρώθωνες», Henry G. Liddell- Robert Scott, ʺΜέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσηςʺ, σ. 196.   
[41] Γέν. 2,  7 «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν».
[42] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΧΙΙ εις την Γένεσινʺ, PG 53, σ. 103, Μελέτιος Μοναχός,  ʺΠόνημα  εν  σύναψει  περί  φύσεως  Ανθρώπουʺ,  PG 64,   σ. 1121.
[43] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG 28 σ. 545.
[44] Βλ. Γεν.1, 2, «πνεύμα Θεού επεφέρετο», Γέν. 8, 1, «και επήγαγεν ο Θεός πνεύμα επί την γην», Γέν. 41, 38, «ος έχει πνεύμα Θεού εν αυτώ».
[45] Γέν. 6, 3, «το πνεύμά μου εν τοις ανθρώποις».
[46] Γέν. 6, 17
[47] Γέν. 7, 15
[48] Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, ʺΕν αρχή εποιησεν ο Θεόςʺ, Ruach, (ρουάχ) = πνεύμα, κατά τους Ο’), σ.691.
[49] Ρωμανίδης Σ. Ιωάννης, ʺΤο προπατορικόν Αμάρτημαʺ, σ. 55.
[50] Βλ. Tröger, «ψυχή», Theologisches Wörterbuch zum Neuen Testament, Stuttgart 1933. Η ίδια ακριβώς έκφραση (πνευματική ψυχή) υπάρχει στον αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αναφερόμενη στη με την ελεημοσύνη προς τον πλησίον θυσία της ψυχής προς το Θεό (ερμηνεία εις Β’ Κορ. 20, 3, PG 61, σ. 539, ερμηνεία εις Εφ. 20, 4, PG 62, σ.139). Αντίθετα, η λεγόμενη υλική ψυχή, κατά τα κοπτικά κείμενα (Cod. 13 Nag – Hammadi), συνιστά την κοσμική ψυχή, σε αντίθεση με την υπερκόσμια ψυχή η πνεύμα, που αποτελεί τον αυθεντικό Λόγο.

Αναγνώστες