Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ζ΄ μέρος)

3). Η ʺψυχήʺ των ζώων και η ψυχή των  ανθρώπων
Ο άνθρωπος όχι μόνο διαφέρει από τα άλλα ζώα αλλά υπερέχει «επειδή τοίνυν οίον τινά βασίλειον καταγωγήν τω μέλλοντι βασιλεύειν ο του παντός ποιητής προηυτρέπισεν, αύτη δε ην γη τε και νήσοι και θάλαττα και ουρανόν υπέρ τούτων…τοις βασιλείοις τούτοις εναπετέθη»[1]. Στο χωρίο αυτό ο Θεός καλεί το κορυφαίο δημιούργημα να γίνει ο βασιλέας της Δημιουργίας[2] «και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά και παν ο εάν εκάλεσεν αυτό Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτού»[3].
Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει «και καθάπερ δεσπότης πάσιν επέθηκε τα ονόματα, και την οικείαν προσηγορίαν εκάστω γένει των θηρίων…κατά την παρασχεθείσαν αυτώ σοφίαν απένειμεν»[4], ενώ ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός λέγει στο «περί της θείας δημιουργίας»: «άγγελον άλλον, προσκυνητήν μικτόν, επόπτην της ορατής κτίσεως, μύστην της νοουμένης, βασιλέα των επί γης, βασιλευόμενον άνωθεν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αθάνατον…και πέρας του μυστηρίου, τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον»[5].
Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ ̉ εικόνα Θεού. Αυτό βέβαια το κατ ̉ εικόνα δεν αναφέρεται στο σώμα, αλλά κυρίως και πρωτίστως στην ψυχή. Στον άνθρωπο το κατ’ εικόνα είναι το κύριο και φυσικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της ψυχής, μη υποκείμενον ουδ᾿ επ᾿ ελάχιστον εις απώλειαν, αλλά μεταδιδόμενον από των πρωτοπλάστων εις πάντας τους απογόνους αυτών. Το κατ᾿ εικόνα είναι ο αναφαίρετος θησαυρός, ο υπό του δημιουργού κληροδοτηθείς εις τους πρωτόπλαστους, «ίνα μεταβιβασθή υπ᾿ αυτού εις τους απογόνους του, δικαίους και αμαρτωλούς»[6].
 Συγκρίνοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την ψυχήν των ζώων με την ψυχή των ανθρώπων, λέγει ότι τα ζώα έχουν την ψυχή κατ ̉ ενέργειαν και όχι κατ ̉ ουσίαν. Η ψυχή κάθε αλόγου ζώου είναι ζωή του «κατ ̉ αυτήν εμψύχου σώματος˙ και ουκ ουσίαν, αλλ̉ ενέργειαν έχει ταύτα την ζωήν, ως προς έτερον ούσαν, αλλ ̉ ου καθ̉ αυτήν»[7]. Γι ̉ αυτό η ψυχή των ζώων, επειδή έχει μόνον ενέργεια, αποθνήσκει με το σώμα[8]. Αντίθετα η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον ενέργεια, αλλά και ουσία «Αλλ̉ ου μόνον ενέργειαν, αλλά και ουσίαν έχει την ζωήν, ως ζώσα καθ ̉ αυτήν». Γι ̉ αυτό και όταν διαλύεται το σώμα αυτή (η ψυχή) δεν συνδιαλύεται. Παραμένει αθάνατη.
Η λογική και νοερά ψυχή είναι συνθέτη, «αύτη προς έτερον ούσα, σύνθεσιν εμποιείν ου πέφυκεν»[9]. Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας λέγει ότι, «τοις μεν γαρ αλόγοις, από της εισπνοής του κατά τον αέρα πνεύματος εψυχώσθαι εδόθη το ζην, τω δε εξ ̉ αυτής της αθανάτου και διαφερούσης ουσίας. Και τοις μεν, δουλεύειν και άρχεσθαι προσετάγη, τω δε, άρχειν και δεσπόζειν»[10]. Με τη λογική ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα ζώα, και μπορεί να γίνει ο αρχηγός όλης της φύσης, οδηγώντας όλα τα κατώτερα απ’ αυτόν όντα. Ο άνθρωπος διαφέρει των θηρίων «τω κακίαν και αρετήν ειδέναι, και τω επιγνώσκειν το πονηρόν, και το καλόν μη αγνοείν»[11].
Ο ιερός Χρυσόστομος σε μια ρητορική ερώτηση λέγει: σε τι διαφέρει ο άνθρωπος από τα άλογα ζώα; Και απαντά: στον προφορικό λόγο και στη λογική σκέψη, γι̉ αυτό  και είναι λογικο ζώο ο άνθρωπος[12].
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην διδασκαλία του αναφέρει ότι οι δυνάμεις της ψυχής είναι τρεις α) η θρεπτική, β) η φανταστική και ορμητική, γ) η λογιστική και νοητική. Της θρεπτικής δυνάμεως μετέχουν τα φυτά. Της θρεπτικής, της φανταστικής και ορμητικής μετέχουν τα άλογα ζώα, της δε λογιστικής και νοητικής μαζί με τις προηγούμενες μετέχουν οι άνθρωποι[13].
Αυτό δείχνει τη μεγάλη αξία του ανθρώπου σε σχέση προς τα άλογα ζώα αλλά και σε σχέση με όλη εν γένει τη δημιουργία, όπως μας το τεκμηριώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης [14]. Έτσι τα ζώα έγιναν για τον άνθρωπο, για να τον υπηρετούν με ποικίλους τρόπους[15].
Έτσι με τη δημιουργία του ανθρώπου καθορίζεται αυτομάτως και ο ρόλος του ως ηγεμόνα της κτίσης «ευθύς εκτίσθης και άρχων εκτίσθης»[16]. Σ ̉ αυτόν ο Θεός ως απόλυτος άρχων εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα και βασιλικά χαρίσματα για την επιτυχή άσκησή τους, κατ ̉ αναλογία των δικών του υψηλών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η εκχώρησή τους αφορά ισότιμα και τη γυναίκα, αφού είναι «οστούν εκ των οστέων» και «σαρξ εκ της σαρκός»[17] και «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν»[18].
Αμφότεροι, και ο άνδρας και η γυναίκα, οφείλουν ως εκ της βασιλικής θέσεως που τους προσέφερε ο Θεός από τη δημιουργία τους να κάνουν ορθή και συνετή χρήση των προνομίων του και να ασκούν με αίσθημα ευθύνης και συνέπεια τα χαρίσματά τους.
Σημειωτέον ότι το ρήμα άρχω[19] τίθεται εδώ στον πληθυντικό «αρχέτωσαν»[20], επειδή ο άνθρωπος στον οποίο αναφέρεται, είναι περιεκτικό όνομα με συλλογική έννοια[21]˙ ένας γενικός όρος που περικλείει αμφότερα τα γένη του ανθρώπου.


[1] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής του ανθρώπουʺ, Ε.Π.Ε τ. 5, σ. 32.
[2] Βλ. Πλεξίδας Γρ. Γιάννης, ʺΝικήτας Στηθάτος, Περί ψυχήςʺ, «ως κατ ̉ εικόνα πλασθείς αυτού και ως βασιλεύς απάσης της κτίσεως», σ. 74.
[3] Γέν. 2, 19 «και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά. και παν ο εάν εκάλεσεν αυτό Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτού».
[4] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΙΕ’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε τ. 2, σ. 382.
[5] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, ʺ Περί της θείας δημιουργίαςʺ, PG 130, σ. 200.
[6] Τρεμπέλας Ν. Π., ʺΔογματική Ορθ. Καθολ. Εκκλησίαςʺ, τ. 1, σσ. 493-494.
[7] Γρηγόριος Παλαμάς, ʺΦιλοκαλία ʺ, τ. 4, σ.267.
[8] Προκόπιος ο Γαζαίος, ʺΕις την Γένεσιν ερμηνείαʺ , PG. τ. 87Α , σ. 101, «Έοικε δε των ενύδρων ερπετά μεν κεκληκέναι τα σώματα, ψυχάς δε ζώσας τας ψυχάς λέγειν˙ καν γαρ άλογος η, ζωτικήν δύναμιν τω σώματι παρέχει. Ταύτας δε ουκ εκ των υδάτων καθά τα σώματα πεποίηκεν ο Θεός, αλλ̉ ιδίω θελήματι την ψύχωσιν και την κίνησιν ενεποίησεν˙ ου προϋποστάντων των σωμάτων και ούτω ψυχουμένων», επίσης Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοός ʺ, PG. τ. 28, σ. 548, «δια τούτο και η ψυχή νοερώς τα άνω φαντάζεται, και τα εκείθεν ζητεί  και αρέγεται και ποθεί, ότι εκείθεν έχει την δημιουργίαν».
[9] Γρηγόριος Παλαμάς, ʺΦιλοκαλίαʺ, τ. 4, σ. 280.
[10] Θεόδωρος  Μοψουεστίας, ʺΕρμηνευτικά αποσπάσματα εις την Γένεσινʺ,  PG 83, σ. 47.
[11] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΛόγος VI’ Εις την Γένεσινʺ, PG 54, σ. 606,                   επίσης  Βασίλειος Καισαρείας, ʺΛόγος ασκητικός Α’ ʺ, PG 31, σσ. 644 - 645.
[12] Χαρώνης Δ. Βασίλειος, ʺΠαιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμουʺ , τ. Α’, σ. 525, «Τι διέστηκεν άνθρωπος των αλώγων; Τω λόγω, δια τούτο και λογικόν ζώον εστιν ο άνθρωπος».
[13] Μάξιμος ο Ομολογητής, ʺΠερί ψυχήςʺ, PG 91, σ. 953-957, βλ. Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης, ʺΠερί ψυχής, κεφ ΙΕ’ʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 38, σ. 264, «Διαιρούσι δε και άλλως εις δυνάμεις η είδη η μέρη την ψυχήν, εις τε το φυσικόν, ο και θρεπτικόν και παθητικόν καλείται, και εις το αισθητικόν και εις το λογικό».
[14] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής ανθρώπουʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 65Α, σ. 18, «ούπω γάρ το μέγα τούτο και τίμιον χρήμα, ο άνθρωπος, τω κόσμω των όντων επεχωρίαζεν˙ ουδέ γαρ ην εικός, τον άρχοντα προ των αρχομένων αναφανήναι, αλλά της αρχής πρότερον ετοιμασθείσης, ακόλουθον ην αναδειχθήναι τον βασιλεύοντα. Επειδή τοίνυν οίον τινα βασίλειον καταγωγήν τω μέλλοντι βασιλεύειν ο του παντός ποιητής προηυτρέπισεν, αύτη δε γη τε και νήσοι και θάλαττα, και ουρανός υπέρ τούτων ορόφου δίκην επικυρτούμενος…πλούτον δε λέγω πάσαν την κτίσιν, όσον εν φυτοίς και …έμπνουν και έμψυχον…»,              επίσης Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG. τ. 28, σ. 545, «Ώστε τα ζώα εκ της γης έλαβον την ψυχήν. Δια τούτο προς τα γήινα μόνον έχουσιν την ορμήν και πάσαν την όρεξιν, και ου φρονούσι τα άνω. Έδωκεν η γη κατά πρόσταξιν Θεού σάρκα τοις κτήνεσιν˙ η δε σαρξ πεποίηκεν αίμα».
[15] Ιωήλ Γιαννακόπουλος, ʺΗ Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο’ʺ,  τ. 1, σ. 41.
[16] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΕις τα της Γραφής ρήματα ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέρα και ομοίωσινʺ, PG 45, σ. 264.
[17] Γέν. 2, 23  «σαρξ εκ της σαρκός μου».
[18] Γέν. 2, 24 «και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν».
[19] Άρχω= είμαι αρχηγός, κυβερνώ, βλ. Ανδρούτσος Χρήστος, ʺΔογματικήʺ, σσ. 136-137.
[20] Γέν. 1, 26 «και είπεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ ̉ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν, και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης».
[21] Γέν. 1, 27, «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς».


Αναγνώστες