Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (η΄ μέρος)

4). Ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική ενότητα
Σύμφωνα με την ανθρωπολογική διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης  ο διφυής[1] άνθρωπος αποτελείται από δύο συστατικά, το σώμα και την ψυχή[2].
Τα δύο αυτά συστατικά δημιουργήθηκαν «άμα δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται˙ ου το μεν  πρότερον, το δε ύστερον»[3] υπό του Θεού κατά την δημιουργία του πρώτου ανθρώπου (Αδάμ) «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν»[4]. Τόσο το σώμα όσο και η ψυχή είναι ενέργειες της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους ενεργείται το γεγονός της υπόστασης. Η ψυχή και το σώμα αποκαλύπτουν μόνο και φανερώνουν αυτό που είναι ο άνθρωπος, αποτελούν ενέργειες, εκδηλώσεις, εκφράσεις, λειτουργίες φανερώσης της υπόστασης του ανθρώπου[5].
Από τη διήγηση του βιβλίου της Γενέσεως κατανοούμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό, σώμα και ψυχή. Το σώμα κατασκευασμένο από το χώμα και η ψυχή από το θείο εμφύσημα[6]. Ο Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης λέγει ότι: «τη μεν γάρ σύμφυτός εστι η ζωή τω δε σώματι, κατά μέθεξιν»[7] και ενώθηκαν αρμονικά και αδιάσπαστα για τον επίγειο βίο του ανθρώπου, σαν ενιαίο σύνολο διαλυόμενο[8] μόνο κατά τον θάνατο αυτού.
Περί της ανθρώπινης ψυχοσωματικής ενότητας, οι όροι «σαρξ»[9], σώμα», φανερώνουν στην Π.Δ. το υλικό συστατικό˙ ενώ ο όρος ψυχή δηλώνει το πνευματικό συστατικό, ως συνώνυμο του όρου «άνθρωπος», «μίαν και την αυτήν ψυχής τε και σώματος αρχήν της συστάσεως οίεσθαι»[10].
Ο ιερός Χρυσόστομος διακρίνει σώμα και ψυχή, αλλά ταυτόχρονα τα ενοποιεί, όχι μόνο ως δημιουργημένα και τα δύο από μια (κοινή) δημιουργική «ουσία» (πηγή προέλευσης), το Θεό, αλλά και ως «προσληφθέντα» κατά τη θεία Ενανθρώπηση, και, τέλος,               συν-κινούμενα είτε προς το αγαθό (αγιότητα), είτε προς το κακό (αμαρτώλότητα)[11].
Η σάρκα, νοείται πάντοτε στενά συνδεδεμένη με τη φυσική ζωή, είναι ο φορέας της φυσικής ζωντανής ουσίας που αναπτύσσεται έξωθεν και ο όρος της επίγειας σωματικής ύπαρξης[12].
Αφού η σάρκα είναι ο αναγκαίος όρος και ο ιδιαίτερος τρόπος, κατά τον οποίο το επίγειο έμψυχο ον εκδηλώνεται στον εξωτερικό κόσμο, έπεται ότι πολύ εύκολα θα μπορούσε να εκληφθεί η λέξη «σάρξ» με πλατύτερη έννοια σε δήλωση του ζωντανού γενικά δημιουργήματος, της ζωντανής υλικής ουσίας. Στην ερμηνεία αυτή συνηγορεί το χωρίο της Γενέσεως «και είπε Κυριος ο Θεός· ου μη καταμείνη το πνεύμά μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα· δια το είναι αυτούς σάρκας…»[13].
Το σαφές αυτό χωρίο εμφανώς αντιδιαστέλλει τους όρους «σάρκα» και «πνεύμα» δηλώνοντας ταυτόχρονα την κατ᾿  εξοχήν θεία καταγωγή του πνεύματος και την ζωαρχική του ανθρώπου αρχή, που όμως αποχωρίζεται την υλική φύση (το πνεύμα) κατά τον θάνατο. Με την  πλατύτερη αυτή έννοια δηλώνεται η τέλεια ανθρώπινη ύπαρξη, ο σύνδεσμος δηλαδή του σώματος με την ψυχή.
Υπό το φως της δεύτερης ανθρωπολογικής διηγήσεως[14] μπορούμε να καταλήξουμε στο ασφαλές συμπέρασμα για το διφυές της ανθρώπινης φύσεως, δηλαδή την ένωση των δύο συστατικών, του πνεύματος (ψυχής) και του υλικού στοιχείου, του σώματος.
Με βάση τα σχετικά χωρία της Π.Δ.,  επισημαίνουμε δύο μόνο φαινόμενα ως τα κυριότερα χαρακτηριστικά, όσο αφορά την ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου. Τα φαινόμενα αυτά που είναι πρώτον μεν η μεταξύ «σαρκός», «σώματος» και «ψυχής» υφιστάμενη στενή σχέση και αλληλεπίδραση, δεύτερον  δε η κατά συνεκδοχή χρήση μελών και μάλιστα των εσωτερικών οργάνων του ανθρώπινου σώματος, ως έδρας και οργάνου των ψυχικών και πνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου, διαφωτίζουν όντως την διδασκαλία της Π.Δ. περί του ανθρώπου ως ψυχοσωματικού συνόλου. Η μεταξύ υλικής και πνευματικής φύσεως υφιστάμενη στενή σχέση και αλληλεπίδραση, είναι σπουδαία και χαρακτηριστική εκδήλωση και έκφραση της ψυχοσωματικής ενότητας.
Στην Π.Δ. η αντίληψη περί του ότι ο άνθρωπος αποτελεί ψυχοσωματική ενότητα, έχει ως επακόλουθο την διαπίστωση της μεταξύ «σώματος» και ψυχής αλληλεπιδράσεως: «ούτε μην τον τόπον της ψυχής ένθα οικεί εν σώματι επιστάμεθα, αλλά μόνον οίδαμεν ότι εν τω παντί σώματί εστι και ενεργεί»[15]. Επομένως όλες οι εκδηλώσεις και ενέργειες του ανθρώπου, ως βιολογικού οργανισμού, αλλά και ως πνευματικού όντος, νοούνται ως εκδηλώσεις και ενέργειες όχι αποκλειστικά και μόνον του σώματος ή της ψυχής αλλά του όλου ανθρώπου, ως απηρτισμένου ψυχοσωματικού συνόλου.
Η Π.Δ. αναφέρεται για όλες τις σωματικές και ψυχικές ενέργειες και καταστάσεις «ει τοίνυν τω σώματι ημών η ψυχή δείκνυται το ζην αυτώ παρέχουσα, έσται και καθ’ εαυτήν η ψυχή εκ των ενεργειών γνωριζομένη»[16]. Δεν υπερτονίζει την οντολογική αντιθετική ποιότητα μεταξύ υλικής και πνευματικής φύσεως «σώματος» και «ψυχής», όπως λ.χ. συνέβη στην Πλατωνική φιλοσοφία[17] (δυϊσμός)[18].
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στο λόγο του περί ψυχής: «ψυχής δε θησαύρισμα, σώματος ένδεια˙ τούτου γάρ πλουτούντος, εκείνη πένεται. Και καθάπερ εν ταις ροπαίς των ζυγών εάν μίαν καταβαρύνης πλάστιγγα, κουφοτέραν πάντως την αντικείμενην ποιήσεις˙ ούτω και επί σώματος και ψυχής, ο του ετέρου πλεονασμός αναγκαίαν ποιείται την ελάττωσιν του εταίρου[19]».
Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεϊκής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης. Ενώ ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηριστικά αναφέρει «διπλής γάρ της φύσεως ημών νοουμένης, κατά την αποστολικήν διδασκαλίαν του τε φαινομένου ανθρώπου, και του κεκρυμμένου[20]» και «φυσική γαρ τινι σχέσει και στοργή προς το συνοικήσαν σώμα της ψυχής διακειμένης...»[21].
Αυτό αναφέρεται σε αρκετά χωρία στην Π. Δ. και δη στο βιβλίο της Γενέσεως[22], στη σχέση και αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο συστατικών, σώματος και ψυχής. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές είναι οι έντονες σωματικές καταστάσεις που επιδρούν στον ψυχικό βίο του ανθρώπου και αντίστροφα, οι επιδράσεις στα έντονα ψυχικά βιώματα επηρεάζουν το σωματικό οργανισμό του ανθρώπου.
Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι δεν επηρεάζονται μόνο οι εν λόγω ψυχικές καταστάσεις, αλλά και τα επί μέρους όργανα και μάλιστα δε τα εσωτερικά σωματικά όργανα του ανθρώπου[23].
Από το τελευταίο αυτό χωρίο αποκαλύπτεται η επίδραση των ποικίλων ψυχικών βιωμάτων στα μέλη του ανθρωπίνου σώματος και μάλιστα στα εσωτερικά αυτού μέρη (όργανα), που απορρέει από τη υφιστάμενη ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου.


[1] Μπρατσιώτης Π. Νικόλαος, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ, σ. 52, επίσης Μητσόπουλος Ευθ. Νικόλαος, ʺΘέματα Ορθοδόξου Δογματικής θεολογίαςʺ, σ. 185.
[2] Μάρκος Α. Ορφανός, ʺΗ ψυχή και το σώμα του ανθρώπου κατά Δίδυμον Αλεξανδρέα (τον τυφλόν)ʺ, σ. 162, «Το σώμα τούτο, ενούμενον μετά της ψυχής και ζωοποιούμενον υπ ̉  αυτής, συνιστά από κοινού μετ ̉ αυτής τον καθόλου άνθρωπον, ως ψυχοσωματική ενότητα…».
[3] Ιωάννης Δαμασκηνός, ʺΠερί ανθρώπουʺ Ε. Π. Ε.,  τ. 1,  σ. 210. Βλ. Πλεξίδας Γρ. Γιάννης, ʺΝικήτας Στηθάτος, Περί ψυχήςʺ, «άμα σώμα και άμα ψυχήν, ου θατέραν τούτων των φύσεων της θατέρας πρότερον υποστησάμενος…», σ. 68.
[4] Πρβλ. Γεν. 2,  7, «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν».
[5] Χρήστος Γιανναράς, ʺΑνθρωπολογικές προϋποθέσειςʺ, «περ. Σύναξη», τεύχος 2, σ. 43.
[6] Γεν. 2, 7, «και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν».
[7] Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης, ʺΠερί φύσεως ανθρώπουʺ ,   PG  40,   σ. 563.
[8] Γέν. 2, 17, «η δ ̉ αν ημέρα φάγεσθε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε», βλ. Γέν. 3, 19, «ότι γη ει και εις γην απελεύση».
[9] Μακάριος Μοναχός ο Σιμωνοπετρίτης, ʺΕλληνική, Εβραϊκή και Χριστιανική αντίληψη του σώματοςʺ, «περ. ΣΥναξη», τεύχος 4, σ. 15, {Η λέξη «σώμα» δεν υπάρχει στην εβραϊκή γλώσσα˙ ούτε η λέξη «ύλη». Η γλώσσα αυτή δεν μπορεί να εκφράσει αυτές τις έννοιες εν γένει˙ όταν θέλει να μιλήσει για την πραγματικότητα ενός ζωντανού σώματος χρησιμοποιεί την λέξη «basar»που μεταφράζεται από τους Ο’ είτε ως «σάρξ» είτε ως «σώμα»}.
[10] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής ανθρώπουʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 65Α, σ. 78.
[11] Βλ. Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου …ʺ, σ. 32.
[12] Βλ. Ντζάθας Χρ. Θεόκλητος, ʺΗ έννοια της σαρκός στην Αγία Γραφήʺ, έκδ. Ένωση φίλων Ορθόδοξης Πατερικής παράδοσης και παιδείας «Ο Άγιος Κυπριανός».
[13] Γέν. 6, 3, πρβλ. Μπρατσιώτης Π. Νικόλαος, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ,  σ. 54.
[14] Καλαντζάκης Ε. Σταύρος, ʺΕν αρχή εποίησεν ο Θεόςʺ, σσ. 331-332.
[15] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΚατ ̉ εικόνα και καθ̉ ομοίωσινʺ, Ε.Π.Ε τ. 10, σ.110.
[16] Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, ʺΠερί ψυχής λόγος κεφαλαιώδηςʺ, PG 10, σ. 1140.
[17] Ιερόθεος Βλάχος, ʺΗ ζωή μετά τον θάνατοʺ, σ. 38, «Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η ψυχή ανήκει στον κόσμο των ιδεών, άρα προϋπήρχε του σώματος. Πρώτον μετά την πτώση της από τον κόσμο των ιδεών περικλείστηκε στο σώμα σαν σε φυλακή», και σ. 144, «Δεύτερον η ψυχή του ανθρώπου έχει μεγάλη αξία συγκριτικά με το σώμα, δηλαδή επικρατεί ο λεγόμενος δυϊσμός, αφού υπερτονίζεται η ψυχή, ενώ υποτιμάται το σώμα, το οποίο θεωρείται αποτέλεσμα της πτώσεως και της φθοράς».
[18] Δημητράκος Δ., ʺΜέγα λεξικό όλης της Ελληνικής γλώσσηςʺ, Δυϊσμός  (Διφυσισμός) είναι το μεταφυσικό δόγμα που υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο ερεθίσματα που λαμβάνουμε, τα σήματα που μετράμε, τα κύματα, τα ηλεκτρόνια, κτλ. ουσίες. Δύο δηλαδή ανεξάρτητες και διαφορετικές καταστάσεις ύπαρξης. Μία υλική και μία πνευματική. Η υλική ουσία ορίζεται σαν φυσική και θεωρείται ότι είναι το υπόστρωμα της πραγματικότητας του εμπειρικού μας κόσμου. Είναι δηλαδή ο κόσμος που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε, τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε, τα σήματα που μετράμε, τα κύματα, τα ηλεκτρόνια, κτλ.
[19] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΛόγος ΚΓ’ Περί ψυχήςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 57, σ. 321. 
[20] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής ανθρώπουʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 65Α, σ. 80.
[21] όπ. π, ʺ Περί κατασκευής ανθρώπουʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 65Α, σσ. 74.-75.
[22] Γέν. 6, 3 «και είπε Κυριος ο Θεός· ου μη καταμείνη το πνεύμά μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα· δια το είναι αυτούς σάρκας, έσονται δε αι ημέραι αυτών εκατόν είκοσιν έτη».
Γέν. 35, 18 «εγένετο δε εν τω αφιέναι αυτήν την ψυχήν, απέθνησκε γαρ, εκάλεσε το όνομα αυτού Υιός οδύνης μου· ο δε πατήρ εκάλεσε το όνομα αυτού Βενιαμίν».
[23] Γέν. 6, 5, «Ιδών δε Κυριος ο Θεός, ότι επληθύνθησαν αι κακίαι των ανθρώπων επί της γης και πας τις διανοείται εν τη καρδία αυτού επιμελώς επί τα πονηρά πάσας τας ημέρας».

Αναγνώστες