Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (θ΄ μέρος)

Μέλη και εσωτερικά όργανα
του ανθρωπίνου σώματος θεωρούμενα ως έδρα και όργανα της ψυχής.

1 ) Οστούν:
Στην κατά συνεκδοχή πνευματική και ειδικότερα ψυχολογική έννοια[1] στην Παλαιά Διαθήκη, θεμελιώδη  βιολογική σημασία έχουν τα μέλη και μάλιστα τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος.
Τη λέξη «οστούν» «̒etsem»[2], τη συναντούμε συνήθως σε πληθυντικό αριθμό, «και είπεν Αδάμ˙ τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου[3]», και αλλού, «τα οστά μου[4]»  
Η εβραϊκή λέξη «̒etsem» αποδίδεται από τους Ο’ με τον όρο «οστούν». Πράγματι η λέξη ̒etsem (οστούν) εκ παραλλήλου προς την κύρια αυτού σημασία, ως τεχνικού όρου, είναι συνώνυμο[5] της λέξης basar (σαρξ) δηλώνοντας την ανθρωπολογία της Π.Δ., την υλική του ανθρώπου φύση, δηλαδή στην ψυχοσωματική ενέργεια: «οστά δε ενταύθα την ισχύν άπασαν λέγει»[6].
Μερικές φορές έχει και ειδικότερη ανθρωπολογική έννοια, αναφέρεται στην πνευματική του ανθρώπου φύση και μάλιστα στην ψυχή αυτού, αλλά όμως το οστούν έχει και συγγενική έννοια[7].
Εν προκειμένω το «οστούν» φανερώνει, πάντοτε κατά συνεκδοχή, την σωματική έδρα και το όργανο των ποικίλων αισθημάτων. Ο Μελέτιος Μοναχός λέγει στο πόνημα περί φύσεως ανθρώπου «και γάρ αναισθήτων όντων φύσει των οστών, αισθητοίς αυτά νεύροις η φύσις προσήρμοσέ τε και ήνωσε[8]» και πάλι λέγει: «αλλ̉ ώσπερ θεμελίου τινός υποσπασθέντος, όλον το οικοδόμημα συγκατεσπάσθη τω μέρει, ούτως των περί των κρανίων μηνίγγων τρωθέντων, εν οις ο ειρημένος υμήν υφήπλωται, η ψυχή του σώματος απανίσταται»[9].
Τα παραπάνω χωρία δηλώνουν τον έσω άνθρωπο και απαντούν ως προς τον τρόπο, στο συνώνυμο του πνευματικού στοιχείου που είναι η ψυχή: «Πάντα τα οστά μου ερούσι, Κύριε, τις όμοιος σοι;»[10].

2) Καρδία:
Η καρδιά  (leb η lebab)[11] συνιστά έναν πολύ περιεκτικό ψυχολογικό όρο της αρχαίας Γραμματείας[12]. Στην Παλαιά Διαθήκη η καρδιά είναι συνώνυμο της ψυχής[13].
Η καρδιά είναι ένα εκ των ποικίλων εσωτερικών οργάνων του ανθρωπίνου σώματος και κατά συνεκδοχή το σπουδαιότερο, ως έδρα και όργανο των ψυχικών και πνευματικών λειτουργιών. «Γνωρίζει, ότι η καρδιά του δεν είναι μόνον εν φυσικόν όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι, μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως»[14].
  Οι Ο’ απέδωσαν για την εβραϊκή λέξη  (leb ή lebab) την Ελληνική λέξη «καρδία», δείχνοντας το βαθύτερο νόημα του Ελληνικού όρου.
Η καρδιά[15] συνδέεται άμεσα με την ζωή, δεδομένου ότι ο παλμός της καρδιάς μαρτυρεί την ύπαρξη της ζωής. Το μέρος αυτό σχετίζεται εμφανώς προς τις ποικίλες ψυχικές καταστάσεις, εφόσον γίνονται με ιδιαίτερο τρόπο αισθητές απ ̉ αυτή, π.χ. όχι μόνο τα οργανικά αισθήματα, αλλά και τα συναισθήματα και γενικώς οι πάσης φύσεως ισχυρές συγκινήσεις και τα εξαιρετικά ισχυρά πάθη και επιθυμίες, αλλά και αυτή ακόμη η βούληση, η μνήμη, η φαντασία, οι σκέψεις, οι αποφάσεις, η συνείδηση και όλες οι ψυχικές και πνευματικές λειτουργίες, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την καρδιά: «και είπε τοις αδελφοίς αυτού˙ Απεδόθη μοι το αργύριον, και ιδού τούτο εν τω μαρσίππω μου˙ και εξέστη η καρδία αυτών, και εταράχθησαν προς αλλήλους λέγοντες˙ Τι τούτο εποίησεν ο θεός ημίν;»[16].
Πολλές φορές στην Π.Δ. η λέξη «καρδία» εκφράζει εν μέρει όλες τις γνωστές θεμελιώδεις ιδιότητες και λειτουργίες της ψυχής˙ ως επίσης και τις ποικίλες αυτής καταστάσεις˙ «η γάρ ψυχή τοιαύτη εστίν˙ έχει βάθος τι και μέλη πολλά…»[17]. Διαγράφεται ο προς την ψυχή στενώτατος σύνδεσμος του όρου «καρδία» της οποίας και καταντά συνώνυμο με τη λέξη ψυχή, «εν τη καρδία γαρ εστι το έμφυτον θερμόν… ήτε το θερμόν από καρδίας πανταχή επί το σώμα εκπέμπουσα… μιχθείσαι δε προς αλλήλας των ζωτικών δυνάμεων αι δυό αρχαί˙ τη αρχικωτέρα της ζωτικής δυνάμεως οικονομία, δωροφορούσι»[18].
Σε καμιά περίπτωση όμως δεν επιτρέπεται να συγχέεται αυτό (καρδιά) προς εκείνο (ψυχή), ούτε, πολλώ μάλλον και να ταυτίζεται γενικώς η καρδιά με την ψυχή. Με την λέξη «καρδία» δηλώνεται ειδικότερα η επί μέρους ψυχική ιδιότητα ή λειτουργία, δηλαδή ο έσω άνθρωπος[19], ενώ όμως με τη λέξη ψυχή εννοείται γενικότερα ο όλος ψυχικός κόσμος, ή και αυτή μάλιστα η ανθρώπινη ύπαρξη, το «είναι» του ανθρώπου.
Ο όρος «καρδιά» απαντά ως τεχνικός όρος της ανθρωπολογίας της Π.Δ. συνώνυμος της ψυχής, χρησιμοποιούμενος συνηθέστατα προς την έκφραση επί μέρους ιδιοτήτων, λειτουργιών ή καταστάσεων αυτής.
Κατά την αρχαία Ελληνική γραμματεία, ως και στην Π.Δ., η «καρδιά», εμφανίζεται καταρχήν ως το σωματικό εσωτερικό όργανο του ανθρώπου, αυτό που ακολούθως θεωρείται κατά συνεκδοχή απλώς και μόνο ως όργανο και έδρα ψυχικών λειτουργιών. «Κατοικεί δε η ψυχή εν τη καρδία»[20] λέγει ο Μέγας Αθανάσιος και ο Νεμέσιος Εμέσης προσθέτει: «εκ δε της καρδίας αρχής ούσης του ζωτικού»[21].
Κατά συνεκδοχή η καρδιά αναφέρεται στην Π.Δ., συνηθέστερα στον ψυχικό και πνευματικό βίο του ανθρώπου και μάλιστα εκφράζει τον έσω άνθρωπο, «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος»[22], κατ ̉ αντιδιαστολή προς τον εξωτερικό άνθρωπο. Από εδώ κατανοούμε χαρακτηριστικά τη χρήση του όρου «καρδία» ως ανθρωπολογικού όρου δηλώνοντας την πνευματική φύση, δηλαδή ως συνώνυμο του όρου ψυχή, μαζί με τον ανθρωπολογικό όρο[23] της Π.Δ. δείχνοντας την υλική φύση.
Επίσης, ο όρος «καρδία», δηλώνει τη σωματική έδρα των ποικίλων αισθημάτων και γενικώς του συναισθήματος, «εν καθαρά καρδία και εν δικαιοσύνη χειρών εποίησα τούτο»[24].
Μαρτυρείται επίσης κατά συνεκδοχή, ο όρος «καρδία» και ως έδρα των επιθυμιών, της βουλήσεως, των παθών, των αποφάσεων, «τέτακται δε εν αυτή και η του θυμού δύναμις, το πάθος της ψυχής…συμπάσχει δε αυτή η καρδία, ως όργανον αυτής»[25], επίσης μαρτυρείται ως έδρα του νου, της φαντασίας και των ποικίλων διανοητικών λειτουργιών: «και είπεν αυτοίς˙ Μη φοβείσθε· εγώ διαθρέψω υμάς και τας οικίας υμών. και παρεκάλεσεν αυτούς και ελάλησεν αυτών εις την καρδίαν»[26], αλλά και ως έδρα των θρησκευτικοηθικών γενικώς συναισθημάτων και εκδηλώσεων.
Δηλώνεται ακόμη και ως έδρα της ηθικής συνειδήσεως: «ιδών δε Κύριος ο Θεός, ότι επληθύνθησαν αι κακίαι των ανθρώπων επί της γης και πας τις διανοείται εν τη καρδία αυτού επιμελώς επί τα πονηρά πάσας τας ημέρας»[27]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στην «περί κατασκευής ανθρώπου» ομιλία μας αναφέρει: «της δε τοιαύτης δυνάμεως οίον πηγήν τινά και αρχήν την καρδία κατανοήσαμεν… επειδή γαρ το κυριώτατον των ζωτικών μορίων κατά τον αποδεθέντα λόγον η καρδία εστίν»[28].
Απομένει να δούμε στην Π.Δ. και τη σχέση του Θεού προς την ανθρώπινη «καρδία», αφού είναι ο δημιουργός πάντων των ανθρώπων[29]. Σύμφωνα με την ανθρωπολογική διδασκαλία της Π. Διαθήκης, ο Θεός αναγνωρίζεται περίτρανα όχι μόνο ως ετάζων, κατευθύνων, παιδαγωγών, δοκιμάζων και καθαίρων την καρδία, αλλά και ως ο ανακαινίζων και αναπλάθων την ανθρώπινη καρδία[30]. Η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αναπτύσσεται όλη η πνευματική ζωή, που ενεργεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Αυτή «η βαθεία καρδία» είναι εν πολλοίς άγνωστος όχι μόνον στους άλλους ανθρώπους, αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί η Χάρη του Θεού εργάζεται  μυστικά για τη σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του, έτσι ώστε να δηλώνουμε ότι ο Θεός είναι ο μόνος «καρδιογνώστης»[31].


[1] Μπρατσιώτης Π. Νικόλαος, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ, σ. 175.
[2] Μπαμπινιώτης Δ. Γ.  [έτυμ.< αρχ.  Οστέον / οστούν κατά τους Ο’]  =καθένα από τα σκληρά τμήματα του σώματος που αποτελούν το σκελετό του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων. ʺΛεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσαςʺ, σ. 1283.
[3] Γέν. 2, 23.
[4] Γέν. 50, 25.
[5] Στην Αγία Γραφή γίνεται χρήση της λέξεως «σαρξ» για να δηλώσει την συγγένεια, λ.χ.  στις φράσεις «οστούν μου» και «σαρξ μου», βλ. Β’ Βασ. 19,12, και απλά «αδελφοί μου υμείς, οστά μου και σάρκες μου υμείς…», βλ. Γέν. 37, 2. Οι εκφράσεις αυτές σημαίνουν την κοινότητα της σωματικής ζωής μεταξύ εκείνων που ανήκουν στην ίδια οικογένεια η στην ίδια φυλή η ακόμη και στο ίδιο έθνος.
[6] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις τον ψαλμό  6, 3ʺ, PG 55, σ. 74.
[7] Γέν. 29, 14, «και είπεν αυτώ Λάβαν εκ των οστών μου και εκ της σαρκός μου ει συ».
[8] Μελέτιος Μοναχός, ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64,      σ. 1117 .
[9]  Όπ.π.  ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64, σ. 1120.
[10] Ψαλμ. 35, 10
[11]  Βλ.: Leb η lebab= καρδιά, L. Köhler, lexicon in Veteris Testamenti Libros, Leiden 1958.
[12] Βλ. Σπύρος Τσιτσίγκος, ʺΗ ψυχή κατά την Αγία Γραφήʺ, «περ. Γρηγόριος Παλαμάς», σ. 755.
[13] Βλ. Α. Π. Χαστούπη, ʺΜελέται εισαγωγικαί εις την Παλαιάν Διαθήκηνʺ, Αθήνα 1976, σ. 173, «Κατά τους Εβραίους το ενιαίο ψυχοσωματικό nephes έχει και ενιαία νοητική και βουλητική ικανότητα, εδρεύουν στην καρδιά. Ωστόσο, ενώ, κατά τον καθηγητή Ν. Μπρατσιώτη, οι όροι <καρδία> και <ψυχή> ταυτίζονται εβραϊκά και αρχαιοελληνικά, κατά τον καθηγητή Α. Χαστούπη, πρόκειται για διττή ανθρωπολογική και ηθική θεώρηση μεταξύ του εβραϊκού και ελληνικού τρόπου του «σκέπτεσθαι», βλ. Σπύρος Τσιτσίγκος, ʺΗ ψυχή κατά την Αγία Γραφήʺ, σ. 755.
[14] Σωφρόνιος Αρχιμ.: ʺΓέρων Σιλουανόςʺ, σ. 241.
[15] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG τ. 28, σ. 553, «κατοικεί δε η ψυχή εν τη καρδία…».
[16] Γέν. 42, 28
[17] Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΠερί φυλακής καρδίαςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 42, σ.183.
[18] Μελέτιος Μοναχός, ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64, σ. 1117.
[19] Γρηγόριος Παλαμάς, ʺΦιλοκαλίαʺ, τ. 4, σ. 295, «Η καρδία είναι ο εντός ημών άνθρωπος».
[20] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG 28, σ. 553 .
[21] Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης, ʺΠερί σφυγμών κεφ.  ΚΔ’ ʺ , PG  40, σ. 697.
[22] Α’ Πέτρ. 3, 4
[23] Μπρατσιώτης Π. Νικόλαος, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ, σ. 181-182, «ως π.χ. μετά του «σάρξ», «σώμα» ή μετά του «σάρξ», ουχί σπανίως προς δήλωσιν του όλου ανθρώπου».
[24] Γέν. 20, 5
[25] Μελέτιος Μοναχός, ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64, σ. 1213.
[26] Γέν. 50, 21
[27] Γέν. 6, 5
[28] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής του ανθρώπουʺ, Ε.Π.Ε τ. 5, σσ. 224-230.
[29] Βλ. Βέλλας Μ. Βασίλειος, ʺΟ άνθρωπος κατά την Παλαιάν Διαθήκηνʺ, σσ. 6-7.
[30] Γέν. 20, 6, «είπε δε αυτώ ο Θεός καθ̉  ύπνον˙ Καγώ έγνων ότι εν καθαρά καρδία εποίησας τούτο, και εφεισάμην σου του μη αμαρτείν σε εις εμέ· ένεκεν τούτου ουκ αφήκα σε άψασθαι αυτής».
[31] Πρὰξ. 1, 24 «συ Κύριε, καρδιογνώστα πάντων…», βλ.  Πρὰξ, 15, 8 «και ο καρδιογνώστης Θεός…».


Αναγνώστες