Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ι΄ μέρος)

3). Σπλάχνα, κοιλία, γαστήρ:
Σύμφωνα με τα σχετικά χωρία της Π.Δ., με τον όρο σπλάχνα δηλώνεται το σύνολο των εσωτερικών οργάνων του σώματος του ανθρώπου ή των ζώων και μάλιστα τα κοιλιακά όργανα και η κοιλιά, όπου γενικώς βρίσκονται τα επί μέρους εσωτερικά σωματικά όργανα του ανθρώπου, όπου υπάρχει το «ήπαρ»[1], τα «έντερα», η «μήτρα»[2] και άλλα.
Οι Ο’ αποδίδουν κατάλληλα τη λέξη σπλάχνα κατά το μεγαλύτερο μέρος με τις λέξεις, «ενδόσθια», «εγκοίλια»[3] και «έντερον», ή πάλι με το «κοιλία» και «γαστήρ». Τα σπλάχνα αποτελούν ένα Βιβλικό όρο που δηλώνει την έδρα των τρυφερών ιδίως ψυχικών συγκινήσεων αγάπης, στοργής και ελέους, συνώνυμο των καρδίας, μήτρας και εντέρων[4]: «σπλάγχνα γάρ ταύτα λέγεται η φιλανθρωπία και οι οικτιρμοί»[5] κατά τον ιερό Χρυσόστομο.
Στην Π.Δ. πολλές φορές οι όροι «κοιλία» και «γαστήρ»[6] παρουσιάζονται ως συνώνυμοι της καρδίας και της διάνοιας[7]. Έτσι, η κοιλία απαντά συνεκδοχικά και ως ψυχολογικός όρος[8], που μπορεί να δηλώσει είτε την έδρα της καρδίας, είτε όλον τον έσω άνθρωπο.
Κατά την Παλαιοδιαθηκική ανθρωπολογία, η «κοιλία»[9] και η «μήτρα» υφίστανται, περισσότερο ή λιγότερο, ζωηρή επίδραση των έντονων ψυχικών καταστάσεων, που πολλές φορές όχι μόνο επηρεάζουν την κανονική των σπλάχνων λειτουργία, αλλά γενικά επιφέρουν και ποικίλες ανωμαλίες ή πάθη, ενώ όχι σπάνια προξενούν τέτοια αναστάτωση, ώστε μάλιστα επί εντονοτάτων συγκινήσεων, συνηθέστερα δε ανάλογα με το ποιόν του καθενός συναισθήματος και της ψυχικής συγκίνησης καθόλου, το άτομο να δοκιμάζει άλγος ή ευεξία και άλλα σωματικά αισθήματα, που έχουν ως επίκεντρο τα εσωτερικά σωματικά του όργανα.
Ομοίως, και κατά τον ιερό Χρυσόστομο, η κοιλία ψυχολογικά ταυτίζεται με την καρδία: «κοιλίαν ενταύθα την καρδίαν φησί, καθάπερ και αλλαχού φησι˙ και τον νόμον σου εν μέσω της κοιλίας μου». Όπως μία πηγή γνωρίζεται από τα νάματά της, έτσι και μία καρδιά γνωρίζεται από τις αγαθές ή τις πονηρές διαθέσεις και τα συναισθήματά της.

4) Μήτρα:
 Στα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος κατά συνεκδοχή στην Π.Δ. εμπεριέχεται και ο όρος «μήτρα[10]», που αναφέρεται  ως έδρα ψυχικών και πνευματικών λειτουργιών, της οποίας γίνεται χρήση μόνο για τον άνθρωπο. «Ιδών δε κύριος ότι μισείται Λεια, ήνοιξεν την μήτραν[11] αυτής˙ Ραχήλ δε ην στείρα»[12]
Η λέξη αυτή έχει βιολογική σημασία και αποδίδεται όχι μόνο στον ενικό αλλά και στον πληθυντικό αριθμό[13], «ότι συγκλείων συνέκλεισεν κύριος έξωθεν πάσαν μήτραν εν τω οίκω του Αβιμέλεχ ένεκεν Σάρρας της γυναικός Αβραάμ»[14]. Είναι η γέφυρα που οδηγεί από την βιολογική[15] στην κατά συνεκδοχή ασφαλώς ψυχολογική και πνευματική έννοια. Ειδικότερα η ευσπλαχνία αναφέρεται σε συναισθήματα σχετικά με το μητρικό φίλτρο, εφόσον, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της Π.Δ., η έδρα του συναισθήματος αυτού συνδέεται στενά με τη «μήτρα»[16].
 Ο ιερός Χρυσόστομος χρησιμοποιεί τον όρο νηδύς[17] παραπέμποντας στον απ. Παύλο: «τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν»[18]. Γι’ αυτό και η μήτρα θεωρείται ως η έδρα του κατ’ εξοχήν ηθικού συναισθήματος της ευπλαχνίας. Επομένως προσφυέστατα οι Ο’ αποδίδουν τη μήτρα ως επί το πλείστον με τις λέξεις «έλεος» και «χάρις»[19].

5) Αίμα.
Όπως όλες οι αρχαίες θρησκείες, και η θρησκεία του Ισραήλ αποδίδει στο αίμα ένα χαρακτήρα ιερό[20], γιατί το αίμα είναι η ζωή «είπερ ψυχή το αίμα»[21], και «αίματι και πνοή κρατείται η ψυχή. Τούτων γαρ εκλειπόντων αναχωρεί και η ψυχή»[22]. Το αίμα συνδέεται με τη ζωή, γι̉ αυτό έχει στενή σχέση με το Θεό, τον μόνο κύριο της ζωής.
Από το γεγονός αυτό απορρέουν δυό συνέπειες: η απαγόρευση του φόνου και η απαγόρευση[23] του αίματος ως τροφής.

5α’) Απαγόρευση του φόνου.
      Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ ̉ εικόνα του Θεού, η ζωή είναι το μεγάλο αγαθό, ανήκει μόνο στο Θεό, γι̉ αυτό και δεν επιτρέπεται ο φόνος: «ο εκχέων αίμα ανθρώπου αντί του αίματος αυτού εκχυθήσεται, ότι εν εικόνι Θεού εποίησα τον άνθρωπον»[24], γι ̉ αυτό και ο Θεός μόνο έχει την εξουσία πάνω στη ζωή του. Αν κάποιος χύσει αίμα ανθρώπου, ο Θεός θα του ζητήσει ευθύνες:  «και γαρ το υμέτερον αίμα των ψυχών υμών εκ χειρός πάντων των θηρίων εκζητήσω αυτό και εκ χειρός ανθρώπου αδελφού εκζητήσω την ψυχήν του ανθρώπου»[25].
      Αυτό θεμελιώνει θρησκευτικά την εντολή του Δεκαλόγου «ου φονεύσεις»[26]. Σε περίπτωση φόνου, το αίμα του θύματος «βοά προς με εκ της γης»[27] λέγει ο Θεός στον αδελφοκτόνο  Κάιν, και πάλι σε άλλο χωρίο λέγει: «αποκριθείς δε Ρουβήν είπεν αυτοίς· ουκ ελάλησα υμίν λέγων, μη αδικήσητε το παιδάριον; και ουκ ηκούσατέ μου; και ιδού το αίμα αυτού εκζητείται»[28]. Έτσι το εθιμικό δίκαιο θεωρεί νόμιμη την πράξη του «εκχέειν» αίμα «αντί αίματος»[29], προσπαθεί μόνο να αποφύγει την απεριόριστη αντεκδίκηση και να επιβάλει κανονισμούς.
 Άλλωστε ο ίδιος ο Θεός αναλαμβάνει αυτή την «εκδίκηση»[30], κάνοντας να επιπέσει το αθώο αίμα στο κεφάλι αυτών που το έχυσαν «και νυν επικατάρατος συ από της γης, η έχανε το στόμα αυτής δέξασθαι το αίμα του αδελφού σου εκ της χειρός σου»[31]. Γι ̉ αυτό οι καταδιωγμένοι πιστοί το επικαλούνται για να πάρει «εκδίκηση» για το αίμα των δούλων Του, και ο ίδιος υπόσχεται ότι θα το κάνει όταν έρθει η Ημέρα Του.

5β’) Απαγόρευση του αίματος ως τροφής
Η απαγόρευση βρόσεως του αίματος και του κρέατος που δεν αφαιματώθηκε σύμφωνα με τις τελετουργικές διατάξεις, προηγείται κατά πολύ της Βιβλικής αποκαλύψεως: «πλην κρέας εν αίματι ψυχής ου φάγεσθε»[32]. Αυτό διότι «το δε αίμα γέγονε ψυχή κτηνώδης τω ζώω, ώστε πάλιν θνήξαντος του ζώου, το αίμα πεπηγός εις σάρκα μεταβάλλεται»[33] μας ερμηνεύει ο άγιος Αθανάσιος και ο Προκόπιος ο Γαζαίος συμφωνεί λέγοντας: «παντός ζώου η ψυχή το αίμα αυτού εστιν»[34].
Όποια κι αν είναι η αρχική της σημασία, στην Π.Δ. λαμβάνει καθορισμένες αιτιολογήσεις: το αίμα, όπως και η ζωή, ανήκει μόνο στον Θεό[35], είναι η ιδιαίτερη μερίδα στις θυσίες[36].

6) Οσφύς και μηρός[37]
Ο όρος οσφύς[38] εκφράζει συχνά τη σωματική δύναμη του ανθρώπου, την αναπαραγωγική ικανότητα, «προς δε διάνοιαν: περιζώννυται την οσφύν, ο σώφρων. Εν τη οσφύϊ λέγουσιν είναι τα σπέρματα…έτι γαρ εν τη οσφύϊ του πατρός σου ην»[39], και δηλώνει την περιοχή της μέσης, τα ισχύα, όπου νόμιζαν οι Εβραίοι ότι εδρεύουν οι αναπαραγωγικές λειτουργίες του ανθρώπου π.χ. «οι εξελθόντες εκ των μηρών αυτού…, πάσαι ψυχαί εξηκονταέξ»[40].
Δηλώνει ακόμη την περιοχή απ ̉ όπου πηγάζουν τα πάθη, οι μυστικές σκέψεις, τα αισθήματα˙ το ένα είναι έφεση για δράση, το άλλο υπενθύμιση της θεϊκής κυριαρχίας πάνω στην πιο απόκρυφη προσωπικότητα: «είπε δε αυτώ ο Θεός·  εγώ ο Θεός σου· αυξάνου και πληθύνου˙ έθνη και συναγωγαί εθνών έσονται εκ σου, και βασιλείς εκ της οσφύος σου εξελεύσονται»[41].
Στην περιοχή των ισχύων συγκεντρώνεται το σφρίγος του ανθρώπου. Όπως στο ταξίδι ή στη μάχη πρέπει να ζώνεται κανείς το χιτώνα, τα ρούχα, το σάκκο: «διέρρηξε δε Ιακωβ τα ιμάτια αυτού και επέθετο σάκκον επί την οσφύν αυτού και επένθει τον υιόν αυτού ημέρας πολλάς»[42]. Έτσι πρέπει να έχει κανείς την οσφύν ζωσμένη για να υπηρετήσει το Θεό ή στην προκειμένη περίπτωση ο Ιακώβ το έκανε σε ένδειξη πένθους για το ʺθάνατοʺ του υιού του Ιωσήφ.
 Με το να έχουν ενδύσει την οσφύν ή το μηρό τους οι Εβραίοι, συμβόλιζαν το πένθος, το θρήνο, τη θλίψη[43], την αναπαραγωγή και τέλος τον τρόπο με τον οποίο ετοιμάστηκαν για να φύγουν από την Αίγυπτο[44].
Οι πατέρες υπογραμμίζουν ότι η ψυχή δίνεται από τον Θεό, όταν γεννιόμαστε,  και αποδίδουν στο έπαρκο τη σπουδαιότητα του σπέρματος «εξ αυτής της ευγονίας»[45]. Έτσι ομιλούν περί της (ψυχοπνευματικής) κληρονομικότητας, και μάλιστα ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως ειδήμων (όπως τον αναφέρει η θεολόγος Κυριακή Fitzegerald)[46], σημειώνει, την «εν τη οσφύϊ (σπέρμα) του πατρός» (Αβραάμ) «εν δυνάμει» ζωή ήδη του Λευΐ[47].
 Το σπέρμα που «καταβάλλεται», είναι υπεύθυνο για την πολυποίκιλη διαμόρφωση και διάπλαση των οφθαλμών, αυτιών, χεριών, καρδίας κ.λπ.. Συνεπώς, το σπέρμα το ίδιο έχει μέσα του ένα ψυχικό στοιχείο, όπως προκύπτει μάλιστα από τα παραπάνω λεχθέντα.



7) Νους.
Κατά τη θύραθεν ψυχολογία[48], η ψυχή του ανθρώπου φαίνεται ότι διαθέτει δυό γνωστικά κέντρα: ως προς μεν την πρακτική ενέργεια, το λόγο, με τον οποίο συλλογίζεται και δημιουργεί, ως προς δε τη θεωρητική, τη διάνοια, ή διασκεπτικό νου, που κρίνει και διακοσμεί[49].
Ο Ιερός Χρυσόστομος, έχοντας προφανώς υπόψη του όλο το αρχαιοελληνικό εννοιολογικό υπόβαθρο, όχι τόσο ως προς αυτή καθαυτή την έννοια όσο ως προς τη δομή της ψυχής, συνδυάζει όλες τις πριν απ᾽ αυτόν θεωρίες, µέ βασικό οδηγό τον Αριστοτέλη, του οποίου, µέσω των Καππαδοκών, ακολουθεί τη διαίρεση.
Έτσι, οµιλεί και αυτός, όπως λ.χ. ο Γρηγόριος Νύσσης, βασικά για τα τρία μέρη ή µόρια ή δυνάμεις της ψυχής (νους, επιθυμία, θυμός) ως ξεχωριστούς χώρους (κατοικίες) της.
Ωστόσο, την επιθυμία και το θυμό, µέ τη μορφή τουλάχιστον που μας είναι πλέον γνωστά, ο ιερός Χρυσόστομος τα βλέπει ως συνέπεια του προπατορικού αµαρτήµατος[50]. Με τον όρο «νους» οι πατέρες, ίσως από κάποια προπλατωνική επίδραση (πλην του Δημόκριτου, ο οποίος ταύτιζε ψυχή και νου)[51], θεωρούν κυριολεκτώντας µόνο το καθαρότερο μέρος (πνεύμα) της ψυχής, διακρίνοντάς το έτσι από την όλη ψυχή.
Ο Ιερός Χρυσόστομος ναι μεν πολλές φορές φαινόταν ότι, τουλάχιστον ρητορικά, μπορεί να ταύτιζε νου και ψυχή, όμως βαθύτερη και προσεκτικότερη έρευνα µέ βάση τα συμφραζόµενα δείχνει ότι, από επιδράσεις των Καππαδοκών, κυρίως, πατέρων, θεωρούσε το νου µάλλον ως ξεχωριστό μέρος της ψυχής.
Εξάλλου, ο ιερός πατήρ στον 4ο Κατηχητικό λόγο του κάνει σαφή διάκριση μεταξύ νου, διανοίας και λογισμού˙ «ου μόνον δε, αλλά και καυχώµεθα εν ταις θλίψεσιν»[52] κάνει διάκριση μεταξύ καρδιάς και θυμού, ενώ στην ομιλία του «της βασιλίδος μέσων νυκτών εις μεγάλην εκκλησίαν προσελθούσης»[53] διαφαίνεται καλύτερα η διάκριση διανοίας και ψυχής.
Τα μέρη της ψυχής διεγείρουν επτά κινήματα (κινήσεις, κατά τον Αριστοτέλη) ή λειτουργίες: το νοερό, το λογικό, το θυμικό, το επιθυμητικό, το δοξαστικό, το φανταστικό και το αισθητικό.
Κατά τους πατέρες, όμως, το «νοείν» (νοητική λειτουργία), είτε ως κρίση είτε ως δημιουργία, σε αντιδιαστολή με τη θνητή ψυχή των ζώων, δε νοείται ως όργανο, αλλ̉ ως ο όλος «κεκαθαρμένος» άνθρωπος, όπως μας λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «ουχ έτερον έχουσα  παρ ̉ εαυτήν τον νουν, αλλά μέρος αυτής το καθαρώτατον˙ αυτεξούσιος, θελητική τε και ενεργητική, τρεπτή ήτοι εθελότρεπτος, ότι και κτιστή»[54].
Ο Δίδυμος  ο  Αλεξανδρεύς λέγει: «έστιν δε μάλιστα κατά προηγουμένην διάνοιαν εκλαβείν το προκείμενον προείρηται κυρίως άνθρωπος είναι ο νους και η ψυχή»[55], συμπεριλαμβάνοντας έτσι και τη διανοητική λογική λειτουργία της ψυχής με κέντρο τον εγκέφαλο, καθώς, ως σκεπτόμενο ον ο άνθρωπος, είναι υποκείμενο της βούλησης των πράξεών του, δηλαδή είναι πνευματικός[56], κατά τον απ. Παύλο, διαθέτει θεοφιλή νου[57].
Μόνο ο αμαρτωλός διασπά αυτά τα δυό κέντρα, και λειτουργεί μόνο με τη διάνοια, που έχει ως κέντρο της τον εγκέφαλο, συγκεντρώνοντας εκεί καλούς και κακούς λογισμούς. Κατά συνέπεια, με τον όρο νόηση οι πατέρες θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν είτε την κίνηση της νοερής ενέργειας της ψυχής[58], δηλαδή του νου ή πνεύματος, προς το κέντρο του, την καρδιά, είτε αυτήν την υγιή (προπτωτικά και «εν Χριστώ») λειτουργία της καρδιάς.
Ο νους είναι ο κυβερνήτης[59] των όντων, θεωρείται δε ως η οδηγητική αρχή του ανθρώπου. Λόγω του κατ’ εικόνα[60], ο προπτωτικός άνθρωπος διέθετε ισχυρή νοητική ικανότητα και πλούτο γνώσεως.
Επίσης, σύνεση βλέπουμε ότι διέθεταν οι πατριάρχες όπως ο Αβραάμ, ο Ιακώβ κ.α. ενώ διέθεταν και προφητική ικανότητα. Αλλά, εφόσον η νοημοσύνη κάνει τον άνθρωπο ικανό να κυριαρχεί πάνω στη γη ή καλύτερα στην υπόλοιπη φύση, θα αποτελεί και το ύψιστο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου.
Ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μαζί με τον Μ. Βασίλειο, συχνά χαρακτηρίζουν το νου ως «οφθαλμόν της ψυχής»[61], γιατί με το νου, γίνεται η αυτογνωσία και η αυτοκριτική. Ό,τι δηλαδή είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή[62].

8.     Η αίσθηση της ψυχής
Η αίσθηση αποτελεί μια λειτουργία, στην ποικιλία των πέντε γνωστών μορφών της δύναμης της ψυχής την οποία μάλιστα ο άγ. Μάξιμος διακρίνει σε νοητή και αισθητική, όπου η νοερή αίσθηση, κατά την έκφραση του Στανιλοάε, είναι αυτή που συλλαμβάνει το σύνολο των εντυπώσεων και των αισθήσεων[63].
     Οι πέντε αισθήσεις του σώματος παρουσιάζονται «στοιχειωτικές» των δυνάµεωv της ψυχής, µε τις οποίες η ψυχή «κατά τον νόµον του τα πάντα σοφώς δηµιουργήσαντος Θεού κατά φύσιν εποχουµέvη δια των αυτής δυνάµεωv και προς τα αισθητά ποικίλως διαβιβαζοµέvη ει μεν καλώς χρήσαιτο ταις αισθήσεσιv δια των οικείων δυ­νάµεων τους παντοδαπούς των όντων λόγους αvαλεγοµένη, δυνηθεί μεταβιβάσαι προς εαυτήv σοφώς παν το ορώµενον εν ω κέκρυπται Θεός σιωπή κηρυττόµεvος»[64].
Το ορώµενο, στο οποίο είναι ʺκρυµµέvοςʺ ο Θεός, είναι η δημιουργία, που συλλαµβανοµένη αρχικά µε τις αισθή­σεις, χαρακτηρίζεται ως αισθητός κόσμος ή  αλλιώς τα αισθητά.
Η γνώση, τώρα, των αισθητών είναι µία σύν­θετη ενέργεια, όπου συμπλέκονται οι νοερές δυνάμεις της ψυχής µε τις αισθήσεις, οι οποίες και προσκομίζουν τα νοήματα λόγους των αισθητών[65]. Η περιγραφή αυτή συνιστά την αφετηρία της φυσικής θεωρίας, η οποία κα­τέχει σημαντική θέση στη θεολογική σκέψη του αγ. Μάξιμου[66].
Ο παράγοντας εκείνος που εγγυάται την κατά φύση λειτουργία της αίσθησης και την άνοδό της στη φυσική θεωρία είναι ο λόγος, που δεν αποτελεί µόνο δύναμη του νου (της ψυχής), αλλά σύμφωνα µε τη θε­ωρία των λόγων των όντων, συνιστά το νόημα και περιεχόμενο του ορατού κόσμου[67].
Ωστόσο η φυσική θεωρία προϋποθέτει την άνοδο του ανθρώπου στην απάθεια, την ελευθερία του δηλαδή από τα πάθη. Ειδάλλως ελλοχεύει ο κίνδυνος «λόγους επιζητούντας πνευματικούς εκ των ορωµένων κτισμάτων λάθωμεν πάθη συλλέγοντες»[68].
Πράγματι οι αισθήσεις ως όργανα του σώματος είναι ευόλισθες στην αμαρτία, όταν δεν παιδαγωγούνται από το λόγο, όπως οι ίδιες είναι έτοιμες προς σωτηρία «τάσσοντος αυτά (τα όργανα) του λόγου και ρυθµίζοντος και εφ̉ α δει και βούλεται άγοντος»[69]. Εφόσον στην επιφάνεια των αισθητών επικρατεί «διηνεκής προς άλληλα πόλεμος πάσι την δι̉ αλλήλων φθοράν ενεργών, πάντων φθειρόντωv άλληλα και εν αλλήλοις φθειροµένωv»[70], τότε δεν μπορούμε να ονομάσουμε φυσική θεωρία το φανέρωμα των αισθητών, αυτή την παραπλάνηση στα σχήματα και τις μορφές που προ­καλεί η προσατένιση µόνο µε τις αισθήσεις.
Σ ̉ αυτή την περιπλάνηση η ψυχή αναζητεί «ως άσυλο ειρήνης» τη φυσική θεωρία, που την αποκτά «εν πvεύµατι», και μέσα από την οποία διδάσκεται «μετά λόγου και υπό του Λόγου» τους λόγους των γεγονότων[71]. Η προσπάθεια της ψυχής, που αντιπροσωπεύεται εδώ από το νου, ως την κορυφαία λειτουργία της, είναι να θεωρήσει το αισθητό «άνευ της προς αυτό της αισθήσεως σχέσεως και την αίσθησιν δίχα της του αισθητού προς αυτήν οι­κειότητος ... αφανίσας παντελώς και αυτήν των παθών την ψιλήν φαντασίαν δια της προς εαυτά των αποτελούντων αυτά κατά φύσιν πραγμάτων αποκαταστάσεως»[72].
Η αίσθηση, όταν ξεκόβεται από την οργανική σύνδεση της µε το λόγο νου κυριαρχεί στο σώμα και γί­νεται ο νόμος του σώµατος. Θαυμάσια συνδυάζει ο  αγ. Μάξιμος, την εικόνα των δύο δέντρων του παραδείσου µε τη λειτουργία αυτή των δια­φόρων  μερών της ανθρώπινης φύσης˙ ο της ψυχής νους αντιστοιχείται µε το ξύλο της ζωής, απ̉ όπου ξεπηδά κάθε σοφία. Αντίθετα ως ξύλο της γνώσης καλού και κακού συμβολίζεται η αίσθηση του σώματος, της οποίας η κίνηση μόνη της χαρακτηρίζεται από την αλογία[73].
Η βρώση του καρπού είναι µία πράξη σωματική και εκεί φαίνεται να διαδραματίζεται το αποτέλεσμα της πρώτης σύγκρουσης µε το Θεό. Το ξύλο είναι «καλό εις βρώσιν και αρεστόν τοις οφθαλµοίς»[74] και ήδη δύο βα­σικότατες αισθήσεις του σώματος είναι παρούσες: η οπτική αίσθηση αντιστοιχεί στη νοερά δύναμη, ενώ η γευστική στην επιθυμία. Η γνώση που σχηματίζεται είναι όμως συνθέτη, μικτή, και γι ̉ αυτό παραπλανητική, αφού απουσιάζει ο λόγος, ο όποιος και µόνο μπορεί να συνδέσει την επιθυμία µε το νου.
Στην παρούσα παράγραφο θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε στην περιπλάνηση αυτή του ανθρώπου στο σκοτάδι της αγνωσίας, όπου σαν τυφλός αδόκιμος και ανώριμος να ελέγξει ακόμη τις δυνάμεις που τον περικλείουν «άμφω τω χείρε τον της ύλης φορυτόν εκουσίως αφάσσων μόνη αισθήσει εαυτόν όλον επικλίνας εκδέδωκε»[75]. Έτσι όμως απολαμβάνει των αισθήσεων «δίχα Θεού και προ Θεού και ου κατά Θεόν, ως ουκ έδει». Δεν είναι λοιπόν η αίσθηση αυτή καθ̉ εαυτή κακή, αλλά η προσκόλληση του ανθρώπου σ' αυτήν, χωρίς τον σύνδεσμο με τον Θεό, αλλά με τρόπο λανθασμένο και παράλογο.
Πράγματι, η ακουστική δύναμη που αντιστοιχεί στο λόγο «διασπά» την ενέργειά της, αφού δεν υπακούει στο Λόγο άλλα στο διάβολο, που συνοψίζει εδώ όλη την αίσθηση.


[1] Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης, ʺΠερί ψυχήςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 38, σ.232, «Έτι δε και το ήπαρ και ο εγκέφαλος και η καρδία και ο στόμαχος και οι νεφροί και τα έντερα και άλλα…».
[2] Γέν. 16,  11 «ιδού συ εν γαστρί έχεις και τέξη».
[3] Γέν. 41, 21 «τας κοιλίας αυτών … ότι εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών».
[4] Γέν. 43, 29, «εταράχθη δε Ιωσήφ συνεστρέφετο γαρ τα έγκατα αυτού επί τω αδελφώ αυτού  και εζήτει κλαύσαι· εισελθών δε εις το ταμιείον έκλαυσεν εκεί».
[5] Βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις την Γένεσινʺ, PG 54, σ. 554, επίσης ʺΕις την Εφεσίουςʺ, PG 62, σ. 115, και ʺΕις την Γένεσινʺ, PG 64, σ. 5.
[6] Κλήμης Αλεξανδρεύς, ʺΠαιδαγωγός Α’, κεφ. VIʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ  τ. 7, σ. 102.
[7] Παλλάδιος, ʺΔιάλογοςʺ, PG 47, σ.13, «ως λέγει ο Ελιούς τω Ιώβ˙ Συνέχει με το πνεύμα της γαστρός˙ γαστέρα την διάνοιαν αινιττόμενος πεπληρωμένην λόγων»..
[8] Βλ. Μπρατσιώτης Π. Νικόλαος, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ,        σ. 213.
[9] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος ΙΖ’: Προς τους πολιτευόμενους Ναζιανζού αγωνιστάς και τον άρχοντα οργιζόμενονʺ Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 59 σ. 104.
[10] Γέν. 30, 22 «Εμνήσθη δε ο Θεός της Ραχηλ, και επήκουσεν αυτής ο Θεός και ανέωξεν αυτής την μήτραν», βλ. Γέν. 49, 25 «παρά Θεού του πατρός σου, και εβοήθησέν σοι ο Θεός ο εμός και ευλόγησέν σε ευλογίαν ουρανού άνωθεν και ευλογίαν γης εχούσης πάντα· ένεκεν ευλογίας μαστών και μήτρας».
[11] Ωριγένης, ʺΕις την Γένεσιν εκλογαίʺ,  Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 15, σ. 141,: «Ανοίγει μήτραν επί αγίων γεννήσει˙ κατά δε τον πνευματικόν νόμον ψυχής ανοίγει μήτρα…αυτού μήτηρ».
[12] Γέν. 29,  31
[13] Γέν. 46, 18, «ούτοι υιοί Ζελφάς, ην έδωκε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού, η έτεκε τούτους τω Ιακώβ, δεκαέξ ψυχάς».
Γέν. 46, 22,  «ούτοι υιοί Ραχήλ, ους έτεκε τω Ιακωβ· πάσαι αι ψυχαί δέκα οκτώ.
Γέν. 46, 25 «ούτοι υιοί Βαλλάς, ην έδωκε Λάβαν Ραχήλ τη θυγατρί αυτού, η έτεκε τούτους τω Ιακώβ· πάσαι αι ψυχαί επτά».
[14] Γέν. 20, 18
[15] Γέν. 25, 24 « και επληρώθησαν αι ημέραι του τεκείν αυτήν, και τήδε ην δίδυμα εν τη κοιλία αυτής».
[16] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί μετανοίαςʺ, PG 49, σσ. 277 - 278.
[17] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί μετανοίαςʺ, PG 49, σσ. 277 - 278.
[18] Γαλ. 4, 19
[19] Νικόλαος Π. Μπρατσιώτης, ʺΑνθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκηςʺ, σ. 215.
[20] Το αδελφικό αίμα είναι το ενωτικό στοιχείο ανάμεσα στα αδέλφια της Π.Δ. π.χ. ο Αββραάμ και ο Λώτ γλιτώνουν από τις διχόνοιες (Γεν. 13, 8), ο Ιακώβ συμφιλιώνεται με τον Ησαύ (Γεν. 33, 4), ο Ιωσήφ συγχωρεί τα αδέλφια του (Γεν. 45,  1 -  8)
[21] Νεμέσιος επίσκοπος Εμέσης, ʺΠερί ψυχήςʺ, PG 40, σ. 585.
[22] Αντώνιος Μοναχός, ʺΠερί ψυχήςʺ, PG 136, σ. 949.
[23] Βλ. Αλιβιζάτος Σ. Αμίλκας, ʺΟι ιεροί κανόνεςʺ, Κανόνες της ΣΤ’ Συνόδου (εν τω Τρούλλω) κανών ΞΖ’: «Αίματος ζώων απέχεσθαι.: Η θεία ημίν Γραφή ενετείλατο, απέχεσθαι αίματος, και πνικτού, και πορνείας. Τοις ουν δια την λίχνον γαστέρα αίμα οιουδήποτε ζώου τέχνη τινί κατασκευάζουσιν εδώδιμον, και ούτω τούτο εσθίουσι, προσφόρως επιτιμώμεν. Ει τις ουν από του νυν αίμα ζώου εσθίειν επιχειρήσοι οιωδήτινι τρόπω, ει μεν κληρικός είη, καθαιρείσθω˙ ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω» σ. 128, Αποστολικοί κανόνες, κανών  ΞΓ’: «Περί των φαγόντων κρέα εν αίματι ψυχής αυτού: Ει τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή όλως του καταλόγου του ιερατικού, φάγη κρέα εν αίματι ψυχής αυτού, ή θηριάλωτον ή θνησιμαίον, καθαιρείσθω˙ τούτο γαρ ο νόμος απείπεν˙ ει δε λαϊκός είη, αφοριζέσθω» σ. 191. 
[24] Γέν. 9, 6
[25] Γέν. 9, 5
[26] Εξ. 20, 13
[27] Γέν. 4, 10
[28] Γέν. 42, 22
[29] Γέν. 9, 6
[30] Γέν. 4, 15 «και είπεν αυτώ Κύριος ο Θεός· ουχ ούτως, πας ο αποκτείνας Κάϊν επτά εκδικούμενα παραλύσει. και έθετο Κύριος ο Θεός σημείον τω Κάϊν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν», βλ. Γέν. 4, 24 «ότι επτάκις εκδεδίκηται εκ Κάϊν, εκ δε Λάμεχ εβδομηκοντάκις επτά».
[31] Γέν. 4, 11
[32] Γέν. 9, 4
[33] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί ψυχής και νοόςʺ, PG τ. 28, σ. 545.
[34] Προκόπιος ο Γαζαίος, ʺΕις την Γένεσιν ερμηνείαʺ , PG. τ. 87Α , σ. 105,                  βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΚΖ’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 3, σ.160, «του γαρ αλόγου η ψυχή το αίμα τυγχάνει».
[35] Λευϊτ. 3, 17 «νόμιμον εις τον αιώνα εις τας γενεάς υμών εν πάση κατοικία υμών· παν στέαρ και παν αίμα ουκ έδεσθε».
[36] Βέλλας Μ. Βασίλειος, ʺΕβραϊκή αρχαιολογίαʺ, σ. 176.
[37] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία εις την Γένεσινʺ, PG 54, σ. 436, «τη μεν Ελλάδι γλώττη ούτω γέγραπται, υπό τον μηρόν μου˙ εν δε Εβραΐδι φασίν, υπό την οσφύν. Και τίνος ένεκεν ούτω φήσιν˙ ιδίωμα τούτο των παλαιών ανδρών ην. Άλλως δε και επειδή εντεύθεν η αρχή της Ισαάκ γεννήσεως γέγονε»
[38] Λεξικό βιβλικής θεολογίας, Οσφύς =(η) οσφύς- ος- ες. Ανατ.: η οπίσθια χώρα των κοιλιακών τοιχωμάτων δεξιά και αριστερά της σπονδυλικής στήλης, κάτω από την βάση του θώρακα και πάνω από τις λαγόνες [συνών: μέση].
[39] Ολυμπιόδωρος Διάκονος ο Αλεξανδρεύς, ʺΕρμηνεία εις τον Ιερεμίαʺ, PG 93, σ. 629.
[40] Γέν. 46, 26
Γέν. 50, 23, «ετέχθησαν επὶ μηρών Ιωσὴφ».
[41]Γέν. 35, 11
[42] Γέν. 37, 34
[43] Βλ. Ιερεμίας Φούντας, ʺΓένεσιςʺ, τ. 1, σσ. 226-227.
[44] Έξ. 12, 11, «αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι, και τα υποδήματα εν τοις ποσίν υμών, και αι βακτηρίαι εν ταις χερσίν υμών· και έδεσθε αυτό μετά σπουδής· πασχα εστίν Κυρίω», βλ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος, ʺΗ Παλαιά Διαθήκη, κατά τους Ο’ʺ, τ. 1, σ. 70,  «Η στάσις των συνδαιτυμόνων. Ούτοι είναι όρθιοι, έχοντας ανά χείρας τας ράβδους. Η εν τω στίχω τούτω εντελλομένη στάσις των συνδαιτυμόνων ομοιάζει προς την των ταξιδιωτών, οι οποίοι ευρίσκονται εν σπουδή. Εσυμβόλιζε την έξοδον των εκ της Αιγύπτου. Διατάσσεται ζώσιμον οσφύος, ίνα η κινησις γίνεται ευχερεστέρα».
[45] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Εις την Εφεσίους ʺ, PG 62, σ. 139, βλ. Κλήμης Αλεξανδρεύς, ʺΠαιδαγωγός Α’, κεφ. VIʺ, PG 8, σ. 388.
[46] Βλ. Kyriaki Fitzegerald, ʺΟρθόδοξος αξιολόγησις της Φεμινιστικής θεολογίας˙ μτφρ. Γ. Λυμούρη, ʺΗ θέση της γυναίκας στην Ορθόδοξη Εκκλησίαʺ, σ. 434.
[47] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Εις την Εφεσίους ʺ, PG 63, σ. 99.
[48] Βλ. Χρήστος Ανδρούτσος, ʺΓενική ψυχολογίαʺ, σ. 210.
[49] Βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις Ματθαίονʺ, PG 58, σ. 659.
[50] Αριστοτέλης, ʺΠερί Ψυχήςʺ, αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς, σ. 44, «ο Αριστοτέλης αντιδιαστέλλει το νου, ο οποίος κάνει κυκλική κίνηση, από την επιθυμία και το θυμό, που κινούνται σε ευθύγραμμη κίνηση».
[51] Ματσούκας Α. Νίκος, ʺΙστορία της φιλοσοφίαςʺ, σ. 150. 
[52] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί Ακαταλήπτουʺ, PG. 48, σ. 740.
[53] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις Α’ Θεσσαλονικήςʺ, PG. 62, σ. 431.
[54] Ιωάννης Δαμασκηνός, ʺΠερί δημιουργίαςʺ, Ε.Π.Ε. τ. 1, σ. 212.
[55] Didyme l’Aveugle (ο τυφλός), ʺSur la Genéseʺ, SC № 233, τ.1, σ. 146.
[56] Βλ. Ρωμανίδης Σ. Ιωάννης, ʺΤο προπατορικόν Αμάρτημαʺ, σ. 130.
[57] Βλ. Α’ Κορ. 15, 44-49, Βλ. Αεράκης Δανιήλ, ʺΗ Α’ προς Κορινθίους επιστολήʺ, τ. 3,  σσ. 84 – 85.
[58]  Μελέτιος Μοναχός, ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64, σ. 1105, «Επί μεν γαρ της ημετέρας ψυχής διτταί αι ενέργειαι˙ αι δε ζωτικαί και ορεκτικαί, οίον, βούλησις, θυμός, και επιθυμία…».
[59] Βλ. Χαρώνης Δ. Βασίλειος, ʺΠαιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμουʺ , τ. Γ’, σ. 544.
[60] Didyme lAveugle (ο τυφλός), ʺSur la Genéseʺ SC № 233, τ.1, σ. 146, «ο άνθρωπος λογικός γεγενημένος κατ ̉ άρχειν των υποκειμένων αυτώ, κατά τούτο δύναται είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού».
[61] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις Ματθαίονʺ, PG 57, σ. 290, «εν σώματι τούτο σκοπούμεν, ώστε τον οφθαλμόν έχειν υγιή, ούτω και εν τη ψυχή τον νουν»,      βλ.  Θεόφιλος ο Αντιοχείας ʺΠρος Αυτόλυκονʺ, Α’ Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 5, σ.13, «βλέπεται γάρ Θεός τοις δυναμένοις αυτόν οράν επάν έχωσι τους οφθαλμοίς ανεωγμένους της ψυχής.
[62] Ιωάννης Δαμασκηνός, ʺΠερί δημιουργίαςʺ, Ε.Π.Ε. τ. 1, σ. 216, «ώσπερ γάρ οφθαλμός εν σώματι, ούτως εν ψυχή νους».
[63] Δημήτριος Στανιλοάε, ʺΠερί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου,ʺ έργο του Αγίου Μάξιμου ομολογητού, σ. 260.
[64] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριώνʺ, PG 91, σ. 1248.
[65] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 456 και 449, «Η γάρ γνώσις των αισθητών ούτε πάντη, της νοεράς απεξένωται δυvάµεως, ούτε δι̉ όλου µόνη προσνενέµηται τη κατ̉ αίσθησιv ενεργεία˙ αλλ̉ οίον, της τε του νου προς τηv αίσθησιν και προς τον νουν της αισθήσεως συνόδου μέση τυγχάνουσα, δι̉ εαυτής ποιείται τηv προς άλληλα τούτων συvάφειαν˙ κατά μεν την αίσθησιv, κατ̉ είδος τυπουµέvη τοις σχήµασι των αισθητών· κατά δε τον δε νουν εις λόγους των σχημάτων τους τύπους μεταβιβάζουσα».
[66] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΕις τον ΝΘ’ ψαλμόνʺ, PG 90, σ. 869, «Οι πάντων των υπό αίσθησιν κτισμάτων σύστασις περί ην η εν πνεύματι φυσική θεωρία συνίσταται πέφυκε˙ καθ ̉ ην αναλόγως εκ των κτισμάτων ο γενεσιουργός τω ευσεβώς αναλεγομένω την των όντων γνώσιν θεωρείται».
[67] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριώνʺ, PG 91, σ. 1116, «την αίσθησιν κατά λόγον ευγενισθείσαν τας εν τω παντί διαφόρους δυνάμεις τε και ενεργείας φαντασιουμένης τους εν τοις ούσιν ως εφικτόν τη ψυχή διαγγέλειν λόγους διδάξαντες οι άγιοι…την υγράν ταύτην και άστατον και άλλοτε αβρόχοις διώδευσαν ίχνεσιν».
[68] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 460.
[69] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΜυσταγωγίαʺ, PG 91, σ. 716.
[70] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριώνʺ, PG 91, σ. 1120, Στανιλοάε Δημήτριος, ʺΠερί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίουʺ, έργο του Αγίου Μάξιμου ομολογητού, σ. 276 – 277.
[71] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΜυσταγωγίαʺ, PG 91, σσ. 697 - 700.
[72] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 301.
[73] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 412, «έστω κατά μίαν επιβολήν ξύλον ζωής ο της ψυχής νους, εν ω της σοφίας υπάρχει το χρήμα˙ ξύλον δε γνωστού καλού και πονηρού η του σώματος αίσθησις, εν η της αλογίας υπάρχει σαφώς η κίνησις».
[74] Γέν. 3, 6
[75] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριώνʺ, PG 91, σ. 1156.

Αναγνώστες