Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ια΄ μέρος)

Το προπατορικό αμάρτημα και οι  επιπτώσεις επί της ψυχής.

1.     Το Προπατορικό αμάρτημα.
Στη διήγηση του Γ’ κεφαλαίου της Γενέσεως περιγράφεται η τραγωδία της πτώσεως του πρώτου ανθρώπου εξαιτίας της παρακοής του και οι ολέθριες συνέπειές της για το ανθρώπινο γένος.
Ο Θεός κατασκεύασε τα πάντα «καλά λίαν»[1] όπως μας λέγει η Αγία Γραφή. Ο Μέγας Βασίλειος στην ομιλία του στην εξαήμερο αναφέρει ότι όλα ήταν καθαρά από κάθε πάθος και αμόλυντα  χωρίς βιοτικές μέριμνες[2].
Όμως κατά τις θεμελιώδεις αρχές της Χριστιανικής πίστεως ο γενάρχης (Αδάμ) δεν έμεινε «εν τη αρχεγόνω δικαιοσύνη»[3], αλλά αθέτησε την εντολή του Θεού[4] και αμαύρωσε το κατ ̉ εικόνα, με αποτέλεσμα να εκπέσει της τρυφής του παραδείσου[5]. Απώλεσαν την ζωοποιόν χάριν του αγίου Πνεύματος και έγιναν κατά την ψυχή νεκροί[6].
Ο Αδάμ υπέπεσε στο «της παρακοής» νόσημα˙ γιατι η παρακοή στο Νόμο του Θεού επιφέρει ψυχική νόσο, αλλά και η ψυχική νόσος (ραθυμία) προκαλεί απείθεια απέναντι στο θέλημα του Θεού. Με την πτώση αυτή, ο άνθρωπος, από την τελειότητα εισήλθε στην αμαρτία στη φθορά των παθών και στο θάνατο.
Έτσι η αμαρτία και το πάθος εισήλθε στο ανθρώπινο γένος, όχι εκ φύσεως[7],  δηλαδή εκ της Δημιουργίας,  αλλά επίκτητη˙ ο άνθρωπος[8] δηλαδή, έκανε κακή χρήση του αυτεξουσίου[9] και τον υποβίβασε σε επίπεδο υπάρξεως διαφορετικό από αυτό για το οποίο πλάστηκε.
Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι η αμαρτία περιέχει αλλοτρίωση, με όλα τα νοσηρά στοιχεία που αυτή χαρακτηρίζεται.
Η βάση της ανθρώπινης κακοδαιμονίας είναι η αμαρτία[10], η παρακοή δηλαδή και κατ ̉ επέκταση η αποκοπή από τον τροφό της ζωής τον Θεό.
Αυτό που κάνει τον άνθρωπο δυστυχή είναι η γυμνότητα της ψυχής, που προκαλεί το αίσθημα της ενοχής, του φόβου και την αγωνία της «τιμωρίας», που όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος «φόβω συζώσι διηνεκεί»[11].
Η απογύμνωση[12] αυτή των πρωτοπλάστων επέφερε στέρηση «της απαθείας εκείνης και της αγγελικής διαγωγής»[13] και την είσοδο των παθών και του θανάτου.
Η επισκότιση του λογικού[14] του μεταπτωτικού Αδάμ σήμαινε τη φυγάδευση της αρχικής σοφίας και την εφεξής αρρωστημένη λειτουργία της ψυχής και της νόησης (ανοησία). Ο αμαρτωλός άνθρωπος, εκδηλώνει ποικίλες ψυχικές (ενεργειακά, νοητικά, βουλητικά, συναισθηματικά, ασυνείδητα) και σωματικές διαταραχές. Όλες οι αισθήσεις (π.χ. όραση, ακοή) και οι λειτουργίες (σκέψη, μνήμη, κρίση, φαντασία) του λογικού εξασθένησαν.
Οι ψυχικές οδύνες[15], όντας οι ίδιες «τιμωρίες», ανακουφίζουν και καταπραΰνουν, κατά ένα ομοιοπαθητικό τρόπο, τις πονεμένες ψυχές, «εν τη ψυχή φόβος φόβον έλυσε, και λύπη λύπην»[16]. Έτσι, η απώκιση των πρωτοπλάστων «απέναντι του παραδείσου»[17] έγινε από το Θεό αφενός μεν για να επιτείνει με τη στέρηση, την οδύνη και αφετέρου την λύπη και την ταλαιπωρία για σωφρονισμό «ώστε μη εις πλείονα κακίαν εξοκείλαι»[18].
Κατά τον Αναστάσιο το Σιναΐτη[19], «η βλάβη, η οποία προξενήθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, περιορίζεται στο λογιστικό μέρος της ψυχής».[20] Επίσης λέγει ότι το αμάρτημα του Αδάμ προξένησε κυρίως φθορά, τροπή και αλλοίωση μόνο στο σώμα, επειδή αυτό δημιουργήθηκε από «γη», από υλικά στοιχεία, τα οποία και ήσαν δεκτικά τροπής , φθοράς και θανάτου. Οι απόψεις του Αναστασίου τον διαφοροποιούν από την προ αυτού πατερική παράδοση σε σημαντικό βαθμό, αφού ο άνθρωπος - όπως είπαμε παραπάνω - είναι ψυχοσωματική ενότητα[21]

2.     Φόβος, ντροπή, ενοχή
Οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος είχαν και έχουν επιπτώσεις στην ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου.
Αν θα μπορούσαμε να τις ιεραρχήσουμε τις συνέπειες, θα επιλέγαμε τον φόβο,  την ντροπή και την ενοχή, αφού και τα τρία αυτά συναισθήματα έχουν να κάνουν πρώτα με την ψυχική κατάσταση και έπειτα με την όλη ψυχοσωματική κατάσταση του ανθρώπου, αφού όπως προαναφέραμε η ψυχή είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα[22].
Οι πρωτόπλαστοι ακούν τα βήματα του Θεού που «περπατάει» στον παράδεισο το δειλινό και τους κυριεύει ο φόβος[23].  Ο Αδάμ, στην ερώτηση του Θεού που είναι[24], επικαλείται σαν αιτία του φόβου την γυμνότητα, «και είπεν αυτώ˙ τὴν φωνήν σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην»[25].
Όπως είναι ευνόητο, η κλήση του Θεού˙ «Αδάμ, που ει;», δεν αποβλέπει στον εντοπισμό του χώρου του παραδείσου, στον οποίο είναι κρυμμένος ο Αδάμ, αλλά στην συνειδητοποίηση από τον ίδιο τον Αδάμ της ψυχικής καταστάσεως, στην οποία περιήλθε ύστερα από την αθέτηση της θείας εντολής.
Απέναντι στο Θεό ο Αδάμ νιώθει γυμνός, ακόμα και το βλέμμα του Θεού το αισθάνεται να τον γυμνώνει, το αισθάνεται σαν επιβουλή για την ατομικότητα του. Ο Θεός δεν είναι πια ο οικείος, ο αγαπημένος, η σχέση μαζί Του δεν είναι δεσμός αγάπης και πηγής ζωής, αλλά είναι πλέον ξένος, και αποκομμένος. Η ψυχική κατάσταση του Αδάμ δεν του επιτρέπει να νιώθει οικείο το πρόσωπο του Θεού, και αυτό οφείλεται στο ότι ο Αδάμ είχε υποπέσει στην αμαρτία της παρακοής και γυμνώθηκε.
Τα στίγματα αυτά της ψυχολογικής αντιδράσεως στο ερέθισμα της φωνής του Θεού, δηλώνουν το τρόπο με τον οποίο εκφράζεται εξωτερικά στο βάθος του ψυχισμού του, αφού βίωσε την τραυματική εμπειρία της γυμνότητας.
Γυμνώθηκε ψυχικά[26] και πνευματικά διότι απομακρύνθηκε από τον Θεό έχασε την φυσική αγαθότητα της ανθρώπινης φύσης, σκοτίσθηκε ο νους (ψυχή), με συνέπεια να αλλοιωθούν όλες οι εσωτερικές ενέργειες της ψυχής, αλλά και του   σώματος[27]. Αυτή η απομάκρυνση του Αδάμ από τον Θεό καθιστά την ψυχή του ανθρώπου ποταπή, γεώδη και με ροπή στην αμαρτία.
Το παραπάνω χωρίο μας φανερώνει το φόβο που προκάλεσε η γυμνότητα, «ο γυμνωθείς της χάριτος και την προς τον Θεόν παρρησίαν απεκδυσάμενος»[28] λέγει ο άγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει και την παρακοή της εντολής, που τους δημιουργεί το αίσθημα της ενοχής.
Ο Νεμέσιος Εμέσης διαχωρίζει το αίσθημα σε δύο, φόβου το ένα που προέρχεται από την αιδούς και το άλλο είναι αυτό της αισχύνης, «αιδώς δε φόβος επί προσδοκία ψόγου, αισχύνη δε φόβος επ ̉ αισχρώ πεπραγμένω»[29] .
Αν η αίσθηση της γυμνότητας και η ντροπή είναι φανέρωση της απώλειας του προσωπικού χαρακτήρα της ύπαρξης, η μετάθεση της ευθύνης ή η μετατόπιση της ενοχής[30],  είναι σύνηθες φαινόμενο απωθήσεως της προσωπικής ενοχής[31]. Η ενοχική αυτή επιθετικότητα, είναι φαινόμενο της αγωνίας του Αδάμ για την απώλεια της ζωής[32], δηλαδή, είναι η «εμπειρία του μόχθου για την ζωή»[33].
Όμως, φόβο και ενοχή παρατηρούμε και στον υιό του Αδάμ τον αδελφοκτόνο Κάϊν, αμέσως μετά τον φόνο που έκανε.
Ο Θεός ζητά από τον Κάϊν να Του πει που είναι ο αδελφός του.[34]  Ο Κάϊν βρίσκεται εκείνη την στιγμή ακριβώς στην ίδια ψυχική κατάσταση με αυτή που είχε ο πατέρας του (Αδάμ), μετά από την  αμαρτία εντός του παραδείσου. Ανταποκρινόμενος ο Κάϊν υπέπεσε σε δύο αμαρτήματα[35], του ψεύδους και της αυθάδειας[36].
Τα δύο αυτά αμαρτήματα δηλώνουν την κακή ψυχολογική κατάσταση του Κάϊν. Το πρώτο είναι επακόλουθο του φόνου όπως ο πατέρας του γυμνώθηκε και ντύθηκε με τα «φύλα συκής»[37], έτσι και υιός <Κάϊν> ʺντύθηκεʺ με τα ʺφύλλαʺ του ψεύδους αφού είπε: «ου γινώσκω»[38]. Το δεύτερο αμάρτημα είναι αυτό της αυθάδειας «μη φύλαξ του αδελφού μου ειμί εγώ;»[39]. Ο διάλογος αυτός (μεταξύ του Θεού και  Κάϊν) καθορίζει την ψυχική κατάσταση του, διότι ο ένοχος άνθρωπος αποσκοπεί στο να αποφύγει την συνειδητοποίηση της ενοχής του.
Η διεφθαρμένη και πονηρά γνώμη της φύσεως έχει αυτοδύναμη λειτουργική δραστικότητα που σε ωθεί σε ισχυρή αντίσταση και αντίδραση που σε παρακινεί στην υποκρισία και στην αυθάδεια.
Με τον τρόπο αυτό έχουμε την λεγόμενη «απώθηση της ενοχής»[40], μια ψυχική διαταραχή που την προκαλεί το άγχος της ενοχής.


[1] Γέν. 1, 31
[2] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΟμιλία Α’ εις την εξαήμερονʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 51, σ. 185, «Καθαρεύσαν των παθών της σαρκός, ανεπισκότητον μερίμναις βιωτικαίς…».
[3] Ανδρούτσος Χρήστος, ʺΔογματικήʺ, σ. 145.
[4] Γέν. 2 , 17 «από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ’ αυτού· η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε».
[5] Γέν. 3, 23, «και εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του Παραδείσου της τρυφής…».
[6] Ρωμανίδης Σ. Ιωάννης, ʺΤο προπατορικόν Αμάρτημαʺ, σσ. 156-157.
[7] Χαρώνης Δ. Βασίλειος, ʺΠαιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμουʺ, τ. Α’, σ. 439,  «Ου φύσεως το αμάρτημα ουδέ ανάγκης βίας».
[8] Αναστασίου Τιμόθεος, ʺΗ ζωήʺ, «Ο δημιουργηθείς ελεύθερος άνθρωπος εξέπεσεν εις την αμαρτίαν», σ. 87.
[9] Τσάμης Γ. Δημήτριος, ʺΕκκλησιαστική Γραμματολογίαʺ, σ. 233, «ο άνθρωπος κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου έχασε τη μέθεξη και κοινωνία της δόξας του Θεού, που ισοδυναμεί με θάνατο πνευματικό».
[10] Φάρος Φιλόθεος, ʺΠρίν και μετά το Πάσχαʺ, σ. 89.
[11] Χαρώνης Δ. Βασίλειος, ʺΠαιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμουʺ, τ. Α’, σ. 439.
[12] Γέν. 3, 10, «και είπεν αυτώ˙ της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι και εκρύβην».
[13] Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομοʺ, σ. 182.
[14] Κορναράκης Ιωάννης, ʺΜάθημα Εξομολογητικήςʺ, σ. 14, «Η αμαρτία ακολουθεί την διαδικασία της γεννήσεως. Η σύλληψις, η κυοφορία, και ο τοκετός…».
[15] Βλ. ʺΤριώδιον κατανυκτικόνʺ, Ωδή στ’, «Θρηνώ και κόπτομαι την ψυχήν, και τοις οφθαλμοίς επιζητώ, πλήθη δακρύων προστίθεσθαι, όταν αποβλέψω, και καταμάθω μου, την γύμνωσιν ην έσχον, εκ παραβάσεως», σ. 68.
[16] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Εις Κολασσαείςʺ, PG 62   σ. 359.
[17] Γέν. 3, 24, «και εξέβαλε τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του Παραδείσου της τρυφής…», βλ. ʺΤριώδιον κατανυκτικόνʺ, Κυριακή της Τυρινής, [Δοξαστικό του εσπερινού], «Εκάθισεν Αδάμ, απέναντι τού Παραδείσου, και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο…» σ.68.
[18] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Ομιλίαι  εις την Γένεσιν ʺ, PG 53   σ. 143.
[19] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, ʺΗ ψυχή κατά τον Αναστάσιο τον Σιναΐτηʺ, Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετερίδος της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. ΛΖ’, βλ. Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΠερί φυλακής καρδίαςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 42, σ. 183, «η αμαρτία σύνεστιν υποκλέπτουσα τον νουν».
[20] Γιαννόπουλος Ν. Βασίλειος, ʺΗ ψυχή κατά τον Αναστάσιο τον Σιναΐτηʺ, όπ.π. σ. 177, «…η βλάβη πρέπει μάλιστα να εκληφθεί ως μικρής έκτασης, αφού η θεραπεία και η απόκατάσταση αυτής είναι θέμα μόνο «λογιστικής τινος διορθώσεως και εξομολογήσεως». Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι για την άρση των συνεπειών του αμαρτήματος του Αδάμ επάνω στην ψυχή του θα αρκούσε η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, η μεταμέλειά του και η αίτηση συγγνώμης από το Δημιουργό του».
[21] Αυτόθι, «Ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική ενότητα», σ. 34.
[22] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις τον Ματθαίο ομιλία ΠΒ’ʺ, Ε.Π.Ε. τ. 12, σ. 212.
[23] Βλ. Ναζόπουλος, ʺΉλιοςʺ, τ. ΚΓ’, σ. 177, φόβος= φυγή, κατόπιν δε ο πανικός, ο τρόμος,  νοσηρά ψυχική κατάσταση, παρατηρουμένη επί νευρασθενικών ατόμων, ή ασθενικών, το προκαλούμενον δε εξ αυτού συναίσθημα έναντι απειλούντος κινδύνου πραγματικού ή φανταστικού.
[24] Γέν. 3,  9,  «και εκάλεσεν Κύριος ο Θεός τον Αδάμ και είπεν αυτώ Αδάμ, που ει;».
[25] Γέν. 3, 10
[26] Κορναράκης Κ. Ιωάννης, ʺΘέματα ποιμαντικής ψυχολογίας ΙΙΙʺ, σ. 116, «Η γυμνότητα, αυτή καθ ̉ εαυτήν, είναι ψυχολογικώς εμπειρία υποτιμήσεως του εαυτού και άρα μειονεξίας, κυρίως όμως, σε σχέση με την βιωθείσα από της πτώσεως θεία αίγλη του ʺκατ ̉ εικόνα Θεούʺ αποτελεί ανυπόφορη τραυματική εμπειρία».
[27] Ιερόθεος Βλάχος, ʺΨυχική ασθένεια και υγείαʺ, σ. 77.
[28] Ισίδωρος  Πηλουσιώτης, ʺΠερί ψυχήςʺ, PG. 78, σ. 1292.
[29] Πλεξίδας Γρ. Γιάννης, ʺΝεμέσιος Εμέσης, Πραγματεία για την ανθρώπινη φύσηʺ, σ. 268.
[30] Γέν. 3, 12, «η γυνή ήν έδωκας μετ ̉ εμού, αύτη μοι έδωκεν από του ξύλου, και έφαγον».
[31] Κορναράκης Κ. Ιωάννης, ʺΘέματα ποιμαντικής ψυχολογίας ΙΙΙʺ, σ. 116, «με αυτήν την ενοχική επιθετικότητα κατά του Θεού και της Εύας, επιχειρεί ο Αδάμ να δικαιώσει την ιδεατή του εικόνα».
[32] Γιανναράς Χρήστος, ʺΑλφαβητάρι της πίστηςʺ ψυχήʺ, σ. 126.
[33] Βλ. Θ.Η.Ε., ʺΠροπατορικό αμάρτημαʺ, τ. 10, σ. 636.
[34] Γέν. 4,  9, «και είπε Κύριος ο Θεός προς Κάϊν˙ που έστιν Άβελ ο αδελφός σου;».
[35] Επιφάνιος Κύπρου, ʺΕρμηνευτικά αποσπάσματα εις την Γένεσινʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ, τ. 77, σ. 200, «επτά γαρ αμαρτίας ο μιαρός εργασάμενος, φθόνος, δόλον, φόνον αδελφού, φόνων διδάσκαλος πρώτος, μύσος (του) ούτω βίω γενόμενος, γονείς λυπήσας, εψεύσατο Θεόν».
[36] Δίδυμος Αλεξανδρεύς, ʺΕις την Γένεσινʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ, τ. 50, σ. 66, «Θάνατος και ζωή εν χειρί γλώσσης».
[37] Γέν. 3,  7, «και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα».
[38] Γέν. 3,  9
[39] Γέν. 3,  9
[40] Βλ. Κορναράκης Ιωάννης, ʺΜάθημα Εξομολογητικήςʺ, σ. 96,


Αναγνώστες