Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Η ιστορία του Ορθόδοξου Μοναχισμού (τελευταίο μέρος)

Μοναχισμός και Φραγκοκρατία:
Η λατινική κατάκτηση θα μεταβάλει ριζικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούσαν τα ορθόδοξα μοναστήρια και θα σταθεί ανασταλτικός παράγοντας για την ίδρυση νέων.
Με λίγες εξαιρέσεις, οι δυτικοί κυρίαρχοι αντιμετώπισαν εχθρικά την ορθόδοξη εκκλησία και έλαβαν καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των εκπροσώπων της, αποσκοπώντας στην υποταγή του λαού στον καθολικισμό.
Το χάσμα ανάμεσα στους ορθοδόξους και τους καθολικούς ήταν αγεφύρωτο, ήδη από το Σχίσμα του 1054, και η συμπεριφορά των Λατίνων κατακτητών όξυνε την αντίθεση, η οποία έλαβε και τη χροιά του ανταγωνισμού μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ορθόδοξα μοναστήρια αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης και δεν είναι λίγα εκείνα που περιέπεσαν σε παρακμή και διαλύθηκαν.
Η αποκοπή από το βυζαντινό κράτος και η απουσία τοπικής ορθόδοξης άρχουσας τάξης στέρησαν τις μοναστικές κοινότητες από την αναγκαία οικονομική στήριξη και την πολιτική προστασία.
Επιπλέον, η σκληρή δοκιμασία του νησιωτικού κόσμου από την πειρατεία και τις τουρκικές επιδρομές, ιδίως από τον 14ο αιώνα και εξής, θα πλήξει ανεπανόρθωτα πολλά από τα μοναστήρια που εξακολουθούσαν να λειτουργούν.
Αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτό το αρνητικό κλίμα αποτελεί πάντως η μονή της Πάτμου, που χάρη στον πλούτο και την επιρροή της μπόρεσε να πετύχει κάποια συνδιαλλαγή με τους εκάστοτε κυρίαρχους του νησιού, ενώ αντιστάθηκε μέσα από τα ισχυρά της τείχη σε πολλές πειρατικές επιδρομές, πετυχαίνοντας τελικά να συνεχίσει το βίο της χωρίς μεγάλα προβλήματα.
Μοναχισμός στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου: 
Η οθωμανική κατάκτηση του Αιγαίου, που ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι το 17ο αιώνα, απάλλαξε καταρχήν τα ορθόδοξα μοναστήρια από την καταπίεση των καθολικών.
Τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι θεσμοί αυτονομίας και αυτοδιοίκησης που απέκτησαν ορισμένα νησιά και οι οικονομικές συνθήκες δημιούργησαν, μαζί με άλλους παράγοντες, τις συνθήκες που επέτρεψαν τη νέα άνθηση του μοναχισμού στο Αιγαίο.
Οι φονικές επιδρομές των πειρατών και οι σποραδικές πιέσεις εκ μέρους των Οθωμανών δεν ανέκοψαν την άνθηση των μοναστηριών. Το εκβιαστικό μέτρο που έλαβε ο σουλτάνος Σελίμ ο Β΄ το 1567, οπότε κατάσχεσε την περιουσία των μοναστηριών και τα υποχρέωσε να την αγοράσουν, ξεπεράστηκε με τη συνδρομή των πιστών.
Ιδιαίτερα ο 16ος αιώνας θα αποτελέσει μια περίοδο πραγματικής ακμής, με την αναβίωση αρκετών παλαιών μοναστηριών και την ίδρυση πλήθους νέων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενίσχυσε συστηματικά αυτή την εξέλιξη, ανανεώνοντας τα σταυροπηγιακά προνόμια με τα οποία είχαν τιμηθεί παλαιότερα κάποιες μονές και παραχωρώντας αντίστοιχα σε ορισμένες από τις νεοϊδρυθείσες.
Δραστηριότητες των Μοναστηριών:
Τα μοναστήρια καθίστανται και πάλι κέντρα παιδείας, πολλά διοικούνται από λόγιους ηγουμένους, ενώ ιδρύονται και σχολές, όπως η Πατμιάς στο νησί του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.
Οι πολύτιμες βιβλιοθήκες γίνονται σταδιακά πόλος έλξης για τους Ευρωπαίους περιηγητές που αναζητούν χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Παράλληλα, οι μονές λειτουργούν και ως χώροι καλλιέργειας της εκκλησιαστικής τέχνης.
Πολλά καθολικά διακοσμούνται με τοιχογραφίες, ενώ με τις παραγγελίες τους για εικόνες οι μοναχοί αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην ακμή των εργαστηρίων και των ζωγράφων της κρητικής σχολής.
Οι ανάγκες σε λειτουργικά σκεύη, χρυσοκέντητα άμφια και άλλα είδη εξοπλισμού των ναών ενισχύουν την καλλιέργεια της μεταλλοτεχνίας και της κεντητικής. Η οικοδομική δραστηριότητα είναι επίσης μεγάλη, καθώς χτίζονται νέα μοναστηριακά συγκροτήματα και ανακαινίζονται ή συμπληρώνονται τα παλαιότερα.
Στα νησιά του Αιγαίου, η ναοδομία επηρεάζεται από τις αρχιτεκτονικές μορφές που επικρατούν στους νέους ναούς που χτίζονται στην Πόλη και τα παράλια.
Τις λιτές κατά κανόνα εξωτερικές όψεις των ναών και των άλλων κτηρίων κοσμούν σε ορισμένες περιοχές λαϊκά λιθανάγλυφα, που γνωρίζουν μεγάλη διάδοση από το 17ο αιώνα και εξής.
Στο εσωτερικό των εκκλησιών δεσπόζουν τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα τέμπλα, που πληθαίνουν επίσης από το 17ο αιώνα και έπειτα. Αρκετές από τις προϋπάρχουσες μεγάλες βυζαντινές μονές εξακολούθησαν να ακμάζουν στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου, παρόλο που αντιμετώπισαν ισχυρούς κλυδωνισμούς, ιδιαίτερα σε εποχές πολεμικών συγκρούσεων στο Αιγαίο.
Η μονή της Πάτμου συγκέντρωσε το διάστημα αυτό μεγάλο μέρος των πολύτιμων έργων μεταβυζαντινής τέχνης που φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιό της. Το καθολικό διακοσμήθηκε με υψηλής ποιότητας τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ το μοναστηριακό συγκρότημα έλαβε τη μορφή με την οποία σώζεται σχεδόν μέχρι σήμερα. Ακμή γνώρισαν επίσης η Νέα Μονή στη Χίο και η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό.
Σημειώνεται επίσης ότι σε αρκετά νησιά υπήρχαν μετόχια μεγάλων μονών του Αγίου Όρους, της μονής του Σινά και του Παναγίου Τάφου. Πολλές μονές αποτέλεσαν μεγάλα προσκυνήματα, με ακτινοβολία που ξεπέρασε τα στενά τοπικά πλαίσια.
Γνωστές σε όλο το Αιγαίο ήταν όσες δημιουργήθηκαν με αφορμή θαύματα ή ευρέσεις θαυματουργών εικόνων, όπως η Παναγία του Κάστρου στη Λέρο. Σε μεγάλο προσκύνημα των Δωδεκανησίων αναδείχτηκε η μονή του Ταξιάρχη του Πανορμίτη στη Σύμη, η οποία κατείχε μεγάλη περιουσία στα νησιά.
Στη Μυτιλήνη απέκτησε μεγάλη φήμη ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου, με επίκεντρο την ιδιόμορφη εικόνα του αγίου και το θρύλο που τη συνοδεύει. Σε αυτά τα μεγάλα προσκυνήματα δε συνέρρεαν μόνο νησιώτες, αλλά και εκατοντάδες χριστιανοί από τα μικρασιατικά παράλια, τα οποία ήταν διαχρονικά η φυσική ενδοχώρα των νησιών.
Οι ορθόδοξοι μοναχοί υπήρξαν σθεναροί υπερασπιστές της ορθοδοξίας έναντι των –κυρίως έμμεσων– πιέσεων για εξισλαμισμό. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους αυτών προέτρεψαν και ενίσχυσαν στο μαρτύριο αρκετούς εξισλαμισμένους χριστιανούς που επανήλθαν στην παλαιά τους θρησκεία πληρώνοντας το τίμημα της κεφαλικής ποινής στους Οθωμανούς.
Οι ορθόδοξες μονές του Αιγαίου πρωτοστάτησαν επίσης στην αντιμετώπιση της προσπάθειας προσηλυτισμού εκ μέρους της Καθολικής Εκκλησίας που εκπορευόταν συνήθως από το τάγμα των Ιησουιτών, ιδιαίτερα στα νησιά των Κυκλάδων κατά το 17ο αιώνα.

Αναγνώστες