Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ιβ΄ μέρος)

1.     Δερμάτινοι χιτώνες.
Συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, μετά από την ψυχική διαταραχή, έρχεται και η σωματική αλλοίωση, αφού και τα δύο αυτά συστατικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, «και εποίησε Κύριος ο Θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς»[1].
Πριν απ ̉ όλα πρέπει να τονίσουμε δύο παραμέτρους: πρώτον ότι οι δερμάτινοι χιτώνες, όπως δείχνει καθαρά η διήγηση της Γενέσεως, προστέθηκαν στον άνθρωπο μετά την πτώση και δεν αποτελούν φυσικό συστατικό στοιχείο, και δεύτερον ότι οι δερμάτινοι χιτώνες δεν αποτελούν το φυσικό σώμα του ανθρώπου[2], αλλά το μεταπτωτικό, «την πεπτωκυία φύση» το γεώδη και φθαρτό αυτό που θα καταλήξει στην γη και θα αποσυνδεθεί[3].
Οι πατέρες[4] από νωρίς βρέθηκαν στην ανάγκη να τονίσουν τις παραμέτρους αυτές, για να αναιρέσουν τις υποτιμητικές για το ανθρώπινο σώμα αιρέσεις των γνωστικών[5].
Δεν είναι παράδοξο ότι ο Ωριγένης[6], επηρεασμένος από τη λανθασμένη αντίληψή για την προΰπαρξη των ψυχών, αμφέβαλε για το αν κάτω από την έκφραση «δερμάτινοι χιτώνες» της Αγίας Γραφής πρέπει να νοηθούν τα σώματα ή όχι.
Αλλά και απέναντι σ ̉ αυτή την αμφιβολία οι πατέρες[7] ασκούν σκληρή κριτική: χαρακτηριστικό της προσπάθειας τους είναι όχι απλώς να υπογραμμίσουν τη θετική αξία του σώματος, αλλά να τονίσουν την κεντρική χριστιανική αλήθεια, ότι το σώμα μαζί με την ψυχή «συνθέτουν» τον «κατά φύσιν» άνθρωπο[8].
Τι είναι όμως οι δερμάτινοι χιτώνες; Οι πατέρες, διατύπωσαν  πολλές αλήθειες σχετικά με τους δερμάτινους χιτώνες και έκαναν ποικίλες εφαρμογές του όρου.
Ένας πρώτος κοινός τόπος όλων των εφαρμογών είναι ότι ο όρος δερμάτινοι χιτώνες εκφράζει τη νεκρότητα[9] την οποία περιβλήθηκε ως δεύτερη φύση του μετά την πτώση ο άνθρωπος. Ενώ πριν την πτώση ο άνθρωπος ήταν «γυμνός της των νεκρών δερμάτων επιβολής»[10] κατόπιν «δέρμασι νεκροίς περικαλύπτεται»[11].
Η νεκρότητα είναι η απουσία της ζωής, που βιώνεται από τις ευαίσθητες ψυχές κάθε εποχής ως απουσία νοήματος, ο «υγρός και διαλελυμένος»[12] ή «κατεψυγμένος»[13] βίος, είναι η πρώτη διάσταση των δερμάτινων χιτώνων.
Το σώμα έχει ασφαλώς ντυθεί τους δερμάτινους χιτώνες, έγινε «παχύ και στερέµνιον»[14], χαρακτηρίζεται από την «παχυμερή ταύτην και βαρείαν κατασκευήν»[15].
Αλλά και οι ψυχικές λειτουργίες έχουν γίνει κι αυτές μαζί µε τις σωματικές, «σωματώδεις»[16], αποτελούν κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσση, μαζί µε το σώμα «της καρδίας το κάλυµµα ... την σαρκώδη του πα­λαιού ανθρώπου περιβολήν»[17]. «Σάρκα δε ειπών, (προσδιορίζει µε μεγαλύτερη ακρίβεια), τον παλαιόν λέ­γω άνθρωπο, ον εκδύσασθαι και αποθέσθαι κελεύει ο θείος, Απόστολος»[18], δηλαδή τον άνθρωπο εκείνο που ο Απόστολος Παύλος ονομάζει «σαρκικό» ή «ψυχικό» σε αντιδιαστολή προς τον «πνευματικό»[19].
Σύμφωνα µε μια περιεκτική διατύπωση του αγίου  Γρηγορίου, οι δερμάτινοι χιτώνες είναι «το φρόνημα της σαρκός». Πριν ντυθεί τους δερμάτινους χιτώνες ο άνθρωπος, φορούσε στολή «θεοΰφαντη»[20], το ψυχοσωματικό ένδυμά του ήταν υφασμένο με τη χάρη, με το φως και τη δόξα του Θεού.
Οι πρωτόπλαστοι «τη άνωθεν ήσαν δόξη ημφιεσμένοι…η άνωθεν δόξα παντός ιματίου, μάλλον αυτούς περιέσκεπε»[21]. Πρόκειται για το ένδυμα του «κατ ̉ εικόνα», την με την πνοή του Θεού συγκροτημένη και θεοειδώς δομημένη προπτωτική ανθρώπινη φύση. Στο ένδυμα εκείνο έλαμπε «η προς το θείον ομοίωσις», που τη συνιστούσαν όχι ένα «σχήμα» ή ένα χρώμα», αλλά η «απάθεια», η «μακαριότητα» και η αφθαρσία», τα χαρακτηριστικά με τα όποια «το θείον θεωρείται κάλλος»[22].
Ο πρωτόπλαστος Αδάμ ήταν, σύμφωνα με μια περιεκτικότατη διατύπωση του αγίου Γρηγορίου του Θεολό­γου, «γυμνός τη απλότητι» [23].
Κατά τον άγιο Μάξι­μο τον Ομολογητή, το κεντρικό χαρακτηριστικό του κατά φύσιν ανθρώπου είναι µία σχε­τική ή ακριβέστερα δυναμική ενότητα, που ο άνθρωπος καλείται «δια της των φυσικών δυνάμεων ευχρηστίας»[24] να υψώσει σε πραγµατωµένη εν ενεργεία πλήρη ενότητα του εαυτού του και του κόσμου εν τω Θεώ[25]. Εξηγεί δηλαδή, ότι υπάρχει ήδη η δυναμική αυτή ενότητα ανάμεσα στον υλικό κόσμο και το σώμα του ανθρώ­που, στο σώμα και την ψυχή, την ψυχή και το Θεό. Γνωρίζουμε, γράφει, «μέσην κειμένην Θεού και ύλης την ψυχήν, και προς άμφω ενοποιούς δυνάμεις έχουσαν»[26].
Ο άγιος Μάξιμος περιγράφει λεπτομε­ρέστερα την αρχική κατά φύσιν δυναμική ενότητα και διευκρινίζει πιο συγκεκριμένα τον τρόπο της ολοκλήρωσής της. Διδάσκει ότι υπάρχει μια «κατά φύσιν» αν­τιστοιχία ανάμεσα στις δυνάμεις της ψυχής και τις αισθήσεις του σώματος, ανάμεσα π.χ. στη νοερή δύναμη της ψυχής, το νου, και την οπτική αίσθηση, στην επι­θυμητική δύναμη και τη γευστική αίσθηση, τη ζωτική δύναμη και την απτική αίσθηση κλπ.
Σ' αυτές τις σωματικές αισθήσεις, που εκδηλώνονται προς τα έξω με τα αντίστοιχα αισθητήρια όργανα, η ψυχή κατά τρόπο οργανικό «εποχείται δια των αυτής δυνάμεων» και μέσα από τις σωματικές αισθήσεις οι δυνάμεις της ψυχής «διαβιβάζονται» στον αισθητό υλικό κόσμο, «προς εαυτήν σο­φώς παν το ορώμενον, εν ω κέκρυπται ο Θεός σιωπή κηρυττόμενος»[27].

4.  Ο θάνατος. 
Κάνοντας λόγο για το προπατορι­κό αμάρτημα βλέπουμε ως συνέπεια αυτού, τον θάνατο. Στην Αγία Γραφή και στην ιερά Παράδοση βλέπουμε επανειληµµένως ότι ο Θεός δεν δημιούργησε  τον θάνατο[28]. Ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο ούτε θνητό, ούτε αθάνατο[29], αλλά µέ την δυνατότητα να γίνει αθάνατος˙ έτσι η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει φυσική[30] αλλά κτιστή αθανασία αφού τον έπλασε «κατ ̉ εικόνα και  καθ ̉ ομοίωσιν».
Πρόκειται επομένως, για διείσδυση του θανάτου μέσα στην ανθρώπινη φύση, που εισήλθε στον άνθρωπο διά της αμαρτίας του Αδάμ και δι ̉ αυτού σε όλη την κτίση[31]. Η αμαρτία από την οποία γεννήθηκε ο θάνατος[32] είναι η παρακοή του Αδάμ[33] στον Παράδεισο, ως ρήξη της σχέσεώς του με τον Θεό «ζώντας όχι με τη ζωή του Θεού, αλλά (τη ιδία φύσει)[34], οδηγείται φυσιολογικά στο θάνατο»[35].
Όταν ο Θεός έδωσε την εντολή στον άνθρωπο να µή φάει από τον απαγορευμένο καρπό[36], συγχρόνως του διεμήνυσε: «η δ ̉ αν ημέρα φάγητε απ ̉ αυτού, θανάτω αποθανείσθε»[37].
Ο άνθρωπος άκουσε την προειδοποίηση  του Θεού, αλλά δεν την τήρησε. Αυτό έγινε για δύο λόγους: ο πρώτος είναι, ότι ο άνθρωπος πλάστηκε να είναι ελεύθερος (αυτεξούσιος)[38] και ο δεύτερος, διότι ο διάβολος είχε σκοτίσει πλέον τον νου[39], όπως φαίνεται όταν «είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστι του κατανοήσαι, και λαβούσα του καρπού αυτού έφαγεν· και έδωκεν και τω ανδρὶ αυτής μετ ̉  αυτής, και έφαγον»[40]. Το χωρίο αυτό είναι ενδυκτιό,  διότι το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού, προφανώς η Εύα δεν το έβλεπε για πρώτη φορά, την στιγμή εκείνη δηλαδή που της το εδειξε ο διάβολος, αλλά το είχε ξαναδεί χωρίς όμως να της προκαλέσει το ενδιαφέρον. Αυτό έγεινε διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή  είχε την ίδια θέληση με τον δημιουργό Θεό, δηλαδή η Εύα στον παράδεισο είχε το κατά φύση θέλημα αλλά, μετά την χρήση της βούλησης υπέπεσε στην αμαρτία[41], και εναντιώθηκε προς τον Θεό. Έτσι ο νεκρωθείς διάβολος μετέδωσε την νέκρωση στον άνθρωπο, επειδή ο τελευταίος υπάκουσε την συμβουλή του διαβόλου, και απείθησε στην εντολή του Θεού και έχασε την Χάρη Του. 
Μετά την αμαρτία αυτή εισήλθε ο θάνατος στην ανθρώπινη φύση, πρώτα ο πνευματικός, που είναι ο αποχωρισμός της ψυχής από τον Θεό[42], και όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος «Θεού άγνοια, θάνατος εστι ψυχής»[43], και στην συνέχεια ο σωματικός[44], που είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα[45]. Το μυστήριο του θανάτου έγκειται στο ότι διασπάται η ενότητα ψυχής και σώματος καταστρέφοντας την αρμονική συμφυΐα[46].
Από τα προλεγόμενα γνωρίζουμε ότι η ψυχή και το σώμα[47], έχουν στενή σχέση και μεγάλη ενότητα μεταξύ τους, και ότι αυτή η άρρηκτη σχέση διασπάται όταν επέλθει ο θάνατος. Αυτός όμως ο χωρισμός της ψυχής και του σώματος, όπως μας λέγει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός[48] γίνεται βιαίως και κατ ̉ εντολή του Θεού[49].
   Εφ ̉ όσον με την αμαρτία του Αδάμ ασθένησε η ανθρώπινη φύση, είναι φυσικό για κάθε άνθρωπο που είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής, να μην μπορεί να ξεφύγει από την φθορά που βασιλεύει σε αυτήν (στην ανθρώπινη φύση).
   Άλλωστε, όλες οι αμαρτίες και τα πάθη συνδέονται  αναπόσπαστα με την φθορά και τον θάνατο[50], «ώσπερ γαρ το σώμα ουχί εν μέρος ή μέρος πάσχει, αλλ̉ όλον εξ όλου παθητόν εστιν, ούτως και η ψυχή όλη έπαθε τα της κακίας πάθη και αμαρτίας»[51].
Ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει ότι, όταν ομιλούμε για τον θάνατο, εννοούμε κυρίως τον χωρισμό από τον Θεό. Αυτός ο χωρισμός γίνεται δια της αμαρτίας, οπότε κέντρο του θανάτου είναι η αμαρτία[52]. Μέσα στα πλαίσια αυτά κινείται και ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όταν υπογραμμίζει, ότι η γένεση όλων των ανθρώπων προέρχεται από τον Θεό, η δε φθορά και η συνέπειά της, που είναι ο θάνατος, προήλθαν από την δική μας κακία[53]. Όμως, η Πατερική Παράδοση χαρακτηρίζει τελικά τον θάνατο ως ευεργεσία του Θεού για να μη μείνει το κακό αθάνατο[54].

5.  Φθόνος και φόνος.
Ο φθόνος[55] απορρέει από το προπατορικό αμάρτημα και είναι η ψυχική αλλοίωση του μεταπτωτικού ανθρώπου που έπεσε από την απάθεια[56] στην εμπάθεια. Έτσι ο φθόνος είναι το συναίσθημα της λύπης για την ευτυχία και ευημερία του άλλου, ζηλοφθονία, ζηλοτυπία, κακεντρέχεια, ζήλος, ζήλεια είναι τα συνώνυμα του φθόνου[57].
Στην Π.Δ. από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου της Γενέσεως μας λέγει για τον φθόνο που είχε ως  τραγικό αποτέλεσμα τον φόνο[58], με πρώτο παράδειγμα την αδελφοκτονία: «επί δε Κάϊν και επί ταις θυσίαις αυτού ου προσέσχε και ελυπήθη Κάϊν λίαν, και συνέπεσε τω προσώπω αυτού… και είπε Κάϊν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού· διέλθωμεν εις το πεδίον. και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω. ανέστη Κάϊν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν»[59].
Μιλώντας ο Μέγας Βασίλειος περί φθόνου ερμηνεύει το χωρίο αυτό λέγοντας «τα αυτά δε ποιών και ο Κάιν δείκνυται, ο πρώτος μαθητής του διαβόλου και φθόνον παρ̉ αυτού διδαχθείς, τας αδελφάς ανομίας…προς γαρ την θεομαχίαν αδυνατών, εις αδελφοκτονία μετέπεσε»[60], αλλά το ίδιο χωρίο ερμηνεύει και ο Κλήμης Ρώμης λέγων, «Οράτε, αδελφοί, ζήλος και φθόνος αδελφοκτονίαν κατειργάσατο»[61] .Δεν είναι το μόνο γεγονός που βλέπουμε στο βιβλίο της Γενέσεως. Φθόνο βλέπουμε ανάμεσα στους Φιλισταίους και στον Ισαάκ «εζήλωσαν δε αυτόν οι Φυλιστιείμ».[62] Βλέποντας ο Αβιμέλεχ ότι ο Ισαάκ γινόταν πλουσιότερος και ενδοξότερος τον έδιωξε από την χώρα του διότι «δυνατώτερος ημών εγένου σφόδρα».[63] Ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος το εδάφιο αυτό λέγει: «Είτα δείξαι βουλομένη η θεία Γραφή, εν τίνι τον ζήλον επεδείκνυτο, επήγαγε»[64] «και πάντα τα φρέατα…ενέφραξαν αυτά οι Φυλιστιείμ και έπλησαν αυτά γης»[65]
Ο φθόνος είναι πάθος «το επί ψυχήν κινούμενον»[66], ενώ πράξη εφάμαρτος είναι «η επί το σώμα θεωρουμένη»[67]. Έτσι, τα πάθη εμφωλεύουν στην ψυχή «η ψυχή γάρ υπό πειρασμών καταληφθείσα από πολλούς πειρασμούς εκτρέπεται»[68] και δημιουργούν τρομερά προβλήματα, σε όλη την ύπαρξη: «η γάρ δυσκρασία του σώματος και η μέθη και τη ψυχή παραπέμπει το πάθημα η δε, καθάπερ κυβερνήτης εν πολλώ κλύδωνι»[69], ο Μέγας Αθανάσιος μας παραθέτει «περί δε ψυχής λέγομεν, ότι εισί πέντε πάθη εν αυτή, άτινα ψυχικά πάθη καλούνται. Εισί δε ταύτα, οργή, λύπη, φόβος, φροντίς, και φθόνος»[70].
Ένα ακόμη γεγονός φθόνου στο βιβλίο της Γενέσεως, βλέπουμε και στον αδελφό του Ιακώβ τον Ησαύ όταν πληροφορείται το γεγονός του εμπαιγμού του πατέρα του «και ενεκότει Ησαύ τω Ιακώβ περί της ευλογίας…εγγισάτωσαν αι ημέραι του πένθους του πατρός˙ ίνα αποκτείνω Ιακώβ τον αδελφό μου»[71], ο φθόνος γεννήθηκε μέσα στην καρδία του Ησαύ και γι’ αυτό έκτοτε ετοιμαζόταν για φόνο[72].
 Ρίζα του φόνου είναι η νοσηρή ψυχή μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος και συμπληρώνει «είναι φοβερό αυτό το πάθος (του φθόνου) όταν καταλάβει την ψυχή[73]. Οι πατέρες συνεχώς τονίζουν την αλήθεια ότι τα πάθη, όπως τα γνωρίζουμε εμείς στην κατάσταση της πτώσεως, παρά φύσιν ζωή, είναι παρά φύσιν κίνηση «πάθος εστί ψεκτόν, κίνησις ψυχής παρά φύσιν»[74]. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό γεγονός φθόνου, είναι αυτό των αδελφών του Ιωσήφ «ιδόντες δε οι αδελφοί αυτού, ότι αυτόν ο πατήρ φιλεί εκ πάντων των υιών αυτού, εμίσησαν αυτόν και ουκ ηδύναντο λαλείν αυτώ ουδέν ειρηνικόν»[75]. Είναι συνηθισμένο εκείνοι που υπερέχουν σε προσόντα ή αγαθά, να φθονούνται από τους συγγενείς τους, που υστερούν από αυτά[76], λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ενώ ο Μέγας Βασίλειος λέγει στους ηθικούς λόγους «ούτως ο φθόνος την έχουσαν αυτόν ψυχήν εξαναλίσκει…ούτως ο φθόνος φιλίας εστίν αρρώστημα»[77] και διερωτάται «τι τον γενναίον Ιωσήφ δούλον εποίησεν; Ουχ ο φθόνος των αδελφών;» Και καταλήγει συμπερασματικά: «Ένθα και θαυμάσαι άξιον την αλογίαν της νόσου»[78], δηλαδή, ο μέγας πατήρ της Εκκλησίας μας λέγει ότι ο φθόνος είναι ασθένεια της ψυχής[79].
Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει «Καθ’όσον είναι φοβερόν αυτό το πάθος και εάν κυριεύση την ψυχή δεν εγκαταλείπει αυτήν προτού την οδηγήση εις την πιο παράλογη ενέργεια και αφού καταστρέψη την ψυχή η οποία εγέννησε αυτό, καθιστά τον φθονούμενον…πράγμα το οποίον πάλιν γίνεται εις το φθονερόν, άλλη πληγή μεγαλύτερη»[80].
Όλα αυτά τα σταχυολογήματα από τους πατέρες της Εκκλησίας, μας φανερώνουν την μεγάλη αλλοτρίωση της ψυχής του ανθρώπου. Μετά την πτώση του ανθρώπινου γένους εισχωρεί ο φθόνος σ’ όλους τους κοινωνικούς δεσμούς, ανάμεσα σε αδέλφια, σε συνανθρώπους (Γεν. 11, 1-9), αλλά και σε λαούς και σε έθνη.


[1] Γέν. 3,  21
[2] Νέλλας Παναγιώτης, ʺΖώον θεούμενονʺ, σσ. 47-50, βλ.  Χρυσόστομος Μοναχός, ʺΘεός λόγος και ανθρώπινος λόγοςʺ, σσ. 185-197.
[3] Γέν. 3, 19, «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου, έως του αποστρέψαι σε εις την γήν, εξ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση.
[4] Μεθόδιος Ολύμπου, ʺΠερί αναστάσεωςʺ, τ. 18, σ. 129, «Όθεν ίωμεν πάλιν επισκεψόμενοι τα εν χερσίν, ικανώς αποδείξαντες μη είναι τους δερματίνους χιτώνας τα σώματα…».
[5] Βλ. ΘΗΕ, ʺΜαρκίωνʺ, τ. 8, στ. 745-746, «Αιρεσιάρχης του Β’ αιώνα  οπαδός του γνωστικισμού δίδασκε ότι ο Θεός δημιούργησε  τα πάντα από προϋπάρχουσα ύλη όπως και τον άνθρωπο ως ομοίωμα Του. Το σώμα είναι εχθρικό στοιχείο για τον άνθρωπο επομένως  οτιδήποτε υποβοηθά την αύξηση του σώματος αλλά και  τα σχέδια του Δημιουργού απορρίπτεται, ενώ ότι ωφελεί το πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου την ψυχή, γίνεται δεκτό». Βλ. και Ιουστίνος ο φιλόσοφος, ʺΑπολογία πρώτη υπέρ Χριστιανώνʺ, PG. 6, «και Μαρκίωνα δε τον από Πόντου, ως προέφημεν, προβάλλοντο οι φαύλοι δαίμονες˙ ος αρνείσθαι μεν τον ποιητήν των ουρανίων και γηΐνων απάντων Θεόν», σ 416. Θ.Η.Ε, τ. 5, στ. 327,  Εγκρατίται: «αρχαία χριστιανική αίρεση προερχόμενη από τον γνωστικισμό αποβλέπουσα στην νέκρωση των ανθρώπινων υλικών στοιχείων και την υπερκέραση της ύλης», και τ. 8, στ. 576, Μανιχαϊσμός: «ένα από τα παρακλάδια του γνωστικισμού με εμπνευστή και θεμελιωτή τον Μάνη. Η διδασκαλία αυτής της αίρεσης δεν διαφέρει πολύ από τις προηγούμενες (Μαρκιωνίται, Εγκρατίται) κρατά και αυτή την διαρχική πλευρά δηλαδή το καλό και το κακό, ο άνθρωπος αποτελείται από ανάμικτα στοιχεία του αγαθού και του κακού. Ακόμη πίστευαν ότι αυτό που θα τους λυτρώσει είναι η τήρηση της άσκησης δηλαδή την περιφρόνηση των υλικών πραγμάτων και των εγκοσμίων σχέσεων, περιλαμβανομένης και της τεκνογονίας για να μην περικλείονται οι ψυχές σε νέα σώματα». Βλ. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, ʺΕκκλησιαστική Ιστορίαʺ, τ. Α’, σ. 156 «Η διδασκαλία του Καρποκράτη ήταν ένα μίγμα φιλοσοφίας και μαγείας. Δεχόταν την κατωτερότητα του υλικού κόσμου, αλλά και τις απεριόριστες δυνατότητες του νου. Το σώμα είναι φυλακή του αγγέλου (ψυχής), γι᾿ αυτό και η ψυχή πρέπει να υπερισχύσει του σώματος (δυαλισμός)», όπ. π. ʺΕκκλησιαστική Ιστορίαʺ, τ. Α’, σ.158,  Η διδασκαλία του Βασιλείδη έλεγε ότι: «στο σταυρό έπαθε μόνο ο Ιησούς, έπαθε δε μόνο κατά το «σωματικόν μέρος» και αναστήθηκε μόνο κατά το «ψυχικόν μέρος», επειδή ο Χριστός ήταν απαθής», όπ. π. ʺΕκκλησιαστική Ιστορίαʺ, τ. Α’, σ. 154, «Ο Κήρινθος πίστευε ότι: ο Ιησούς έπαθε μόνο ως άνθρωπος, ο δε Χριστός ως «πνευματικός» παρέμεινε απαθής».
[6] Ωριγένης, ʺΕις την Γένεσιν εκλογαίʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ. 15, σ.130, «Τι δει νοείν τους δερματίνους χιτώνας; Σφόδρα μεν ουν ηλίθιον και γραώδες, και ανάξιον του Θεού, το οίεσθαι ζώων τινών περιελόντα δέρματα τον Θεόν, αναιρεθέντων, ή άλλως πως αποθανόντων, πεποιηκέναι σχήμα χιτώνων, καταρράψαντα δέρματα δίκην σκυτοτόμου».
[7] Βλ. Ιερώνυμος, ʺContra Johannem Hierosolymitanumʺ, PL. 23, σ. 360, Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί κατασκευής του ανθρώπουʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ. 65Α, σσ. 14-15, Επιφάνιος Κυπρου, ʺΠανάριονʺ , PG. 41, σ. 1077, [οι πατέρες αυτοί αποδίδουν σαφώς στον Ωριγένη την κακοδοξία ότι ως δερμάτινους χιτώνες θεωρεί το σώμα: «το εποίησεν αυτοίς χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς το σώμα, φησίν, εστί»].
[8] Βλ. Νέλλας Παναγιώτης, ʺΖώον θεούμενονʺ, σσ. 48-49.
[9] Μεθόδιος Ολύμπου, ʺΠερί αναστάσεωςʺ, τ. 18, σ. 129, «αλλά την από του αλόγου των ζώων νεκρότητα κατεσκευασμένην˙ τούτο γαρ λείπεται».
[10] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί παρθενίαςʺ, PG 46, σ. 373.
[11] όπ. π, ʺΠερί παρθενίαςʺ, PG 46, σ. 376.
[12] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις Β’ Κορινθίουςʺ, PG 61, σ. 387, και του ίδιου ʺ Εις την Γένεσινʺ, PG 53, σ. 150, «επειδή διά την παράβασιν τω επιτιμίω του θανάτου γέγονεν υπεύθυνος ο πρωτόπλαστος…δερματίνους αυτοίς εποίησε χιτώνας, διδάσκων ημάς φεύγειν τον υγρόν και διαλελυμένον βίον».
[13] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί ψυχής και αναστάσεως ο λόγοςʺ, PG 46,  σ. 29.
[14] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΠερί παρθενίαςʺ, PG 46,  σ. 532..
[15] όπ. π, PG 46,  σ. 108.
[16] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΕις τον του Μωσέως βίον ʺ, PG 44,  σ. 388.
[17] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΕξηγήσις του Άσματος των Ασμάτωνʺ, PG 44,  σ. 1005.
[18] όπ. π, PG 44,  σσ.1004 -1005.
[19] Βλ. Ιωαννου Χρυσοστομου, ʺΈρµηνεια εις την προς Ρωμαίουςʺ, PG 60, σ. 517, «Ωσπερ γάρ οι εν πνεύµατι πτερούµενοι και το σώμα πνευµατικόν εργάζονται, ούτως οι τούτου µεν απο­πηδώντες, γαστρί δε και ηδονή δουλεύοντας, και την ψυχήν σάρκα ποιούσιν, ου την ουσίαν αυτής μεταβάλλοντες, άλλα την ευγένειαν αυτής απολλύντες», βλ. Α’ Κορ. 15, 44, «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. Έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν».
[20] ʺΤριώδιον κατανυκτικόνʺ, Κυριακή της Τυρινής, [προσόμοιο του εσπερινού], σ. 65, «Στολήν θεοΰφαντον, απεξεδύθην ο τάλας, σου το θείον πρόσταγμα, παρακούσας Κύριε, συμβουλία εχθρού, και συκής φύλλα δε, και τους δερματίνους, νυν χιτώνας περιβέβλημαι ιδρώτι κέκριμαι, άρτον μοχθηρόν κατεσθίειν γάρ, ακάνθας και τριβόλους δε, φέρειν μοι η γη κεκατήραται. Αλλ̉ ο εν υστέροις, τοις χρόνοις εκ Παρθένου σαρκωθείς, ανακαλέσας εισάγαγε, πάλιν εις Παράδεισον», και ʺΤριώδιον κατανυκτικόνʺ, Ωδή στ’, σ. 68, « Στολήν με ενέδυσας, θεοΰφαντον Σωτήρ, εν τη Εδέμ ως εύσπλαγχνος, εγώ δε σου παρείδον την εντολήν, πεισθείς τω αλάστορι, και γυμνός καθωράθην ο ταλαίπωρος».
[21] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Εις την Γένεσινʺ, PG 53, σ. 123, και PG 53, σ. 131.
[22] Γρηγόριος Νύσσης, ʺΛόγος εις τους κοιμηθένταςʺ, PG 46,  σ. 521.
[23] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος ΜΕ’, Εις το άγιον Πάσχαʺ, PG 36, σ. 632.
[24] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίουʺ, PG 91, σ. 1097.
[25] Βλ. Νέλλας Παναγιώτης, ʺΖώον θεούμενονʺ, σσ. 57-59.
[26]  Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠερί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίουʺ, PG 91, σ. 1097.
[27] Μάξιμος Ομολογητής, Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίουʺ, PG 91σ. 1248-1250.
[28] Βλ. Σοφ. Σολ. 1, 13-15,  «ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπε­ται επ ̉ απωλεία ζώντων. έκτισε γαρ εις το είναι τα πάντα, και σωτήριοι αι γενέσεις του κόσμου, και ουκ εστιν εν αυταίς φάρµακον ολέθρου ούτε άδoυ βασίλειον επί της γης ... δικαιοσύνη γάρ αθάνατός εστιν», και Φώτιος ο Μέγας, ʺΑμφιλόχιαʺ, PG 101, σ. 1036, «Ζωή μεν γάρ ώριστο παρά Θεώ, προέγνωστο δε και ο θάνατος˙ δια τούτο αναίτιος ο Θεός θανάτου˙ ου γάρ η πρόγνωσις ειργάσατο θάνατον, αλλ ̉ η της εντολής παράβασις». 
[29] Θεόφιλος ο Αντιοχείας, ʺΠρος Αυτόλυκονʺ PG 2, σ. 27.
[30] Μόνο ο Θεός είναι από την φύση του αθάνατος, βλ. Α’ Τιμ. 6, 16, «ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών απρόσιτον».
[31] Βλ. Βλέτσης Β. Αθανάσιος, ʺΤο προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία Μάξιμου του ομολογητούʺ, σσ. 319-335.
[32] Βλ. Βατσικούρας Νικ. (Γκαρυ) Κυριάκος, ʺΗ έννοια του θανάτου κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσηʺ, σ. 168.
[33] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΟμιλία εις τον πρώτον ψαλμόν (85)ʺ, PG 29, σ. 221, «ελθούσης δε της εντολής, η αμαρτία ανέζησεν, εγώ δε απέθανον».
[34] Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΟμιλίαι  πνευματικαί, 12ʺ, PG 34, σ. 557.
[35] Νέλλας Παναγιώτης, ʺΖώον θεούμενονʺ, σ. 199.
[36] Γέν. 2, 16, «και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων˙ από παντός ξύλου του εν τω παραδείσῳ βρώσει φάγη».
[37] Γέν. 2, 17
[38] Βλέτσης Β. Αθανάσιος, ʺΤο προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία Μάξιμου του ομολογητούʺ, σ. 198.
[39] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΟμιλία εις τον πρώτον ψαλμόν (85)ʺ, PG 29, σ. 221, «…ανέζησε μεν η αμαρτία, απέθανε δε ο νους, νεκρός γενόμενος τοις παραπτώμασι».
[40] Γέν. 3, 6
[41] Μάξιμος ο ομολογητής, ʺΖήτησις μετά Πύρρουʺ, PG 91, σ. 308, «δια τούτο εφ ̉ ημών και γνώμη προσφυώς λέγεται, τρόπος ούσα χρήσεως ου λόγος φύσεως», και σ. 293, «Το μεν γάρ θέλειν, ώσπερ και ο οράν φύσεως˙ και πάσιν τοις ομοφυέσιν και ομογενέσιν προσόν˙ το δε πως θέλειν…τρόπος εστί της του θέλειν και οράν χρήσεως».
[42] Μαντζαρίδης Γ., ʺΧριστιανική Ηθικήʺ, σ. 636.
[43] Βασιλειανόν Ταμείον, Ήτοι Ευρετήριον θεμάτων των απάντων Βασιλείου του Μεγάλου, ʺΠρόσεχε σεαυτώʺ, σ. 596.
[44] Γέν. 5, 5, «και εγένοντο πασαι αι ημέραι Αδάμ, ας έζησεν, εννιακόσια και τριάκοντα έτη, και απέθανεν».
[45] Ακάκιος Καισαρείας, ʺΕις την πεντάτευχονʺ Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 38, σ. 129, «Ώσπερ δε θανάτου εισί τρόποι δυό, ο μεν ψυχής, ο δε σώματος, ούτω και ζωής ομοίως˙ και τάχα το μεν νοητόν ξύλον της ζωής τη ψυχή την αθανασίαν παρέχει, το δε αισθητόν τω σώματι».
[46] Βλ. Θεοδώρου Ανδρέας, ʺΑμωμοι εν οδώ Αλληλούϊαʺ, σ. 21.
[47] Αυτόθι, σ. 34, ʺΟ άνθρωπος ως ψυχοσωματική ενότηταʺ.
[48] Ευχολόγιον το Μέγα,ʺΑκολουθία νεκρώσιμη εις μοναχόʺ, σ. 427, «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον, πώς ψυχή εκ του σώματος, βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, και της συμφυΐας ο φυσικώτατος δεσμός…».
[49] Ευχολόγιον το Μέγα,ʺΑκολουθία νεκρώσιμη εις μοναχόʺ, σ. 427, «Θείω βουλήματι αποτέμνεται».
[50] Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΟμιλίαι Β’ πνευματικαίʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 41, σ. 153, «Ενέδυσεν ουν την ψυχήν όλην, το αναγκαίον του ανθρώπου μέλος και μέρος ο πονηρός την κακίαν αυτού, τούτ’ εστι, την αμαρτίαν, και ούτω το σώμα παθητόν και φθαρτόν εγένετο».
[51] όπ. π. σ. 153, και Ρωμ. 5, 21, «τω βασιλεύσαι εν τω θανάτω την αμαρτίαν ούτως λέγει˙ μείζονα περί το αμαρτάνειν ροπήν θνητοί γεγονότες εσχήκαμεν».
[52] Μάξιμος ο Ομολογητής, ʺΦιλοκαλίαʺ, τ. 2, σ. 74.
[53] Ιωάννης Δαμασκηνός, ʺΈκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεωςʺ, σ. 194 .
[54] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος ΛΗ’ Ύμνος εις Χριστόν μετά την σιωπήν εν τω Πάσχαʺ, PG 36, σ. 324.
[55] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΠερί φθόνουʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 54, σ. 109, «φθόνου γαρ πάθος ουδέν ολεθριώτερον. Ψυχαίς ανθρώπων εμφύεται˙ ος, ελάχιστα λυπών τους έξωθεν, πρώτον κακόν και οικείον εστι τω κεκτημένω. Ώσπερ γαρ ιός σίδηρον, ούτως ο φθόνος την έχουσαν αυτόν ψυχήν εξαναλίσκει», επίσης βλ. Αντώνιος Μοναχός, ʺΠερί φθόνουʺ, PG 136, σ. 968, «φθόνου γαρ πάθος ουδέν ολεθριώτερον ψυχαίς ανθρώπων εμφύεται…», και Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ʺΛόγος Η’ Προς τους φθονούνταςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ  τ. 62, σ. 32, «τήδε μοχθείν τοις φθόνου παλαίσμασι».
[56] Βλ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, ʺΚλίμαξ, Λόγος 29ος, Περί απαθείαςʺ,  σσ. 402-407, Ιερόθεος Βλάχος, ʺΟρθόδοξη ψυχοθεραπείαʺ, σ. 277.
[57] Βλ. Ματθόπουλος Ευσέβιος, ʺΟ προορισμός του ανθρώπουʺ, σ. 271.
[58] Μάλαινος Ι. Φώτιος, ʺΟι εννέα λόγοι περί μετανοίας Ιωάννου Χρυσοστόμουʺ, σ. 40.
[59] Γέν. 4, 5-8                                                                                                      
[60] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΠερί φθόνουʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 54, σ. 110.
[61] Κλήμης Ρώμης, ʺΠρος Κορινθίους  Α’ ʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 1, σ. 14.
[62] Γέν. 26, 14
[63] Γέν. 26, 16
[64] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΝΔ’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 296.
[65] Γέν. 26, 15
[66] Μελέτιος Μοναχός, ʺΠόνημα εν σύναψει περί φύσεως Ανθρώπουʺ, PG 64,       σ. 1213, «Πάθη δε της ψυχής λέγομεν, εν οις αυτής μεν εστι πρώτον η κίνησις».
[67] Φιλόθεος ο Σιναΐτης, ʺΦιλοκαλία ʺ, τ. 3, σ.15.
[68] Ιωάννης Χρυσόστομος,  ʺΥπόθεση Α’ʺ,   PG 63,   σ. 13.
[69] Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ʺΕπιστολή ΡΚΕ’ Προεσ(σε)χιω σχολαστικώ Ιατρώ  (Περί ψυχής)ʺ, Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 214.
[70] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ʺΠερί σώματος και ψυχήςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 35, σ. 217.
[71] Γεν. 27, 41, βλ. Κλήμης Ρώμης, ʺΠρος Κορινθίους  Α’ʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 1, σ. 15, «Δια ζήλον και φθόνον οι μέγιστοι και δικαιότατοι στύλοι εδιώχθησαν και έως θανάτου ήθλησαν».
[72] Φιλόθεος ο Σιναΐτης, ʺΦιλοκαλίαʺ, τ. 3, σ.26, «πάθος δε κυρίως λέγουσι το χρόνω μακρώ εμπαθώς τη ψυχή εμφωλεύον».
[73] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΝΔ’ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 356,          «Ο φθόνος ετίκτετο παρά του Ησαύ και προς φόνον λοιπόν παρασκευάζετο˙ τοιούτον γαρ τουτί το ολέθριον πάθος˙ ου πρότερον ίσταται, μέχρις αν τον υπό του πάθους αλόντα κατά κρημνών ενεχθήναι παρασκευάση και προς την του φόνου παρανομίαν δραμείν. Ρίζα γαρ του φόνου ο φθόνος», και ʺΟμιλία ΞΒ’ εις την Γένεσινʺ, σ. 590, «Ικανώς ημάς πρώην η κατά τον Ιωσήφ ιστορία εδίδαξε του φθόνου την λύμην, και όπως το ολέθριον τούτο πάθος την τίκτουσαν αυτό ψυχήν πρότερον διαφθείρει».
[74] Μάξιμος ο Ομολογητής, ʺΦιλοκαλίαʺ,τ. 2, σ. 51.
[75] Γέν. 37, 4
[76] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις Ιωάννην ομιλία ΜΗ’ʺ, Ε.Π.Ε. τ. 13, σ. 622, «το γαρ συγγενές υπερέχον είωθε πως διαφθονείσθαι παρά των ου τοιούτων», και  Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΟμιλίαι Β’ πνευματικαίʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 41, σ. 154, «και φορεί ένδυμα βασιλείας σκότους, ένδυμα βλασφημίας, απιστίας, αφοβίας, κενοδοξίας, υπερηφανίας, φιλαργυρίας επιθυμίας και τα άλλα <αδέλφια> της βασιλείας του σκότους φορέματα ρακώδη και ακάρθαρτα και μιαρά…»,             βλ. Διόδωρος Ταρσού, ʺΕρμηνευτικά αποσπάσματα εις την Γένεσινʺ, ΒΕΠΕΣ τ.81,  σ. 364, «Εκείνο άξιον ιδείν, αεί πως ο φθόνος ανοσίαν έχει την έφοδον και δια των ίσων έρχεται κακών. Ευρήσομεν δε τυφλόν και θεόμαχον ότι μάλιστα το θηρίον».
[77] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΛόγος ΙΗ’, Περί φθόνου και βασκανίαςʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 57, σ. 305.
[78] Βασίλειος Καισαρείας, ʺ Περί φθόνου ʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 54, σ. 111.
[79] όπ.π,  σ. 36.
[80] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺομιλίαι ΞΑ εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ.4, σ. 566.

Αναγνώστες