Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ιδ΄ μέρος)

Η θεοσέβεια ως γνώρισμα της ψυχοπνευματικής υγείας

1.   Η διαλεκτική του θεοσεβούς βίου.
Όπως αποδεικνύεται αγιογραφικά, η ζωή των θεοσε­βών ανθρώπων, όπως λ.χ. του Νώε, του Αβραάμ, της Σάρας, του Ισαάκ, και του Ιακώβ, κ.ά. είναι διαλε­κτική[1], «συ δε µοι σκόπει πως αυτοίς ο βίος υφαίνεται πας διά των εναντίων»[2].
Όπως στην φύση ισχύει η δια­λεκτική εναλλαγή ημέρας και νύχτας, θέρους και χειμώνα, έτσι και ο Θεός «οικονοµεί» την ανθρώπινη ζωή και ιστο­ρία, ώστε τη λύπη να διαδέχεται η χαρά, και η νόσος την υγεία, και το αντίθετο, «κατά φύσιν» και «κατά ακολουθίαν». Γι ̉ αυτό, η αγιότητα θεμελιώνεται πάνω στη σταυροαναστάσιμη ζωή: «και γάρ ο φιλάνθρωπος Θεός τοις επιπόνοις τούτοις και ηδέα ανέµιξεν όπερ και επί πάντων των αγίων ποιεί, ούτε τούς κινδύνους ούτε τας ανέσεις συνεχείς τιθείς, αλλά και διά τούτων και δι̉ εκεί­νων υφαίνων τον των δικαίων βίον»[3].
Η υγεία της ψυχής σχετίζεται με την ορθή πίστη, εφόσον μόνο ο πιστός πιστεύει ότι η Θ. Πρόνοια πάντοτε φροντίζει να του αποκαλύπτει και να του παρέχει το αγαθό. Αν­τίθετα, η άγνοια του Θεού συνιστά «εσχάτην νόσον και αρρωστίαν»[4]. Έτσι, τελικά, η «ευγνώμων ψυχή» εκλαμβά­νεται ως κριτήριο της πνευματικής υγείας.
Ο Θεός εμπιστεύε­ται το λαό Του αλλά και το θείο σχέδιο μόνο στους γνήσιους και έμπιστους φίλους Του[5]. Η καρδιά του ανθρώπου τότε μόνο είναι υγιής (ψυχή αγαθή), όταν μέσα της κατοικεί και περιπατεί ο Θεός, όταν δηλαδή γίνεται κάθισμα της θείας παρουσίας και Χάρης. Έτσι, η ηθική υγεία εξαρτάται και καθορίζεται από τη σχέση που έχουμε με το Θεό. Συνεπώς, μέλημα του κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι πάντοτε το πώς θα αρέσει στο Θεό. Γι ̉ αυτό η ψυχή οφεί­λει να ευπρεπίζεται πνευματικά, χρησιμοποιώντας για κα­θρέφτη της τη διδασκαλία του Θεού. Έτσι, η «φιλόθεος γνώμη» μαρτυρεί την ψυχοπνευματική ευτονία και την «υγίειαν καθαράν»[6].
Επειδή «παρά φύσιν είναι η κα­κία», όπως µη φυσιολογική είναι η νόσος, η ευγνώμων ψυ­χή που είναι απαλλαγμένη των παθών, γνωρίζει φυσιολο­γικά το καλό και το κακό, αφού ο Θεός από κηδεμονία εναπέθεσε μέσα της μεγάλη «περί την αρετήν οικειότητα» και μεγάλη «περί την κακίαν αλλοτρίωσιν», ώστε την πρώ­τη να την επιδοκιμάζουν όλοι, ακόμα και αυτοί που δεν την ακολουθούν, ενώ τη δεύτερη να την καταδικάζουν και όσοι την αποστρέφονται και όσοι την επιδιώκουν.[7] Γι̉ αυτό όλοι οι δίκαιοι (Αβραάμ, Νώε, Ισαάκ) δεν είχαν ούτε ιερείς, ούτε δασκάλους, να τους διδάξουν το καλό, αλλά είχαν την πίστη και την εμπειρία ώστε να συνδιαλέγονται με τον Θεό, και ο Θεός να τους αποκαλύπτει το σχέδιό του. Από εδώ αντιλαμβανόμαστε γιατί έλεγε ο Χριστός ότι «πας γαρ ο φαύλα πράσσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως, ίνα μη ελεγχθή τα έργα αυτού·  ο δε ποιών την αλήθειαν έρχεται προς το φως, ίνα φανερωθή αυτού τα έργα ότι εν Θεώ εστιν ειργασμένα»[8].

2.   Η θεολογική συνείδηση
Οι ώριμοι πνευματικά άνθρωποι διαθέτουν θεολογική συνείδη­ση π.χ. μετά τον κατακλυσμό ο Νώε έκτισε θυσιαστήριο προς τιμή του Θεού[9].
Η θεολογική αυτή συνείδηση, ως προϊόν θυμικής παρόρμησης προς το Θείο, φυσιολογικά (δια)ποτίζει ολόκληρο τον ανθρώπινο βίο, είτε άμεσα (θρησκευτικά βιώματα) είτε έμμεσα (ασυνείδητες θρησκευτικές εμπειρίες)[10] σε όλες τις εκδηλώσεις και ενέργειές του αφού ο ψυχικός, ηθικός και θρησκευτικός κόσμος του ανθρώπου είναι αδιαίρετος και ενιαίος. Αυτό σημαίνει ότι η θρησκευτική - θεολογική συνείδηση  διακρίνεται από τις υπόλοιπες ψυχικές ενέργειες, όμως, διακρίνεται χωρίς να «κρίνε­ται» από καμιά, αλλά «κρίνοντας» η ίδια όλες τις άλλες.
Εάν αποκτήσουμε θείο νου και φόβο Θεού (ευσέβεια), θα έχουμε  «διά την έξιν» και «τα αισθητήρια γεγυμνασμένα», ώστε να μπορούμε να επικρίνουμε κάθε «πονηράν προαί­ρεσιν» σχηματίζοντας ορθές για τα πράγματα και τα «έρ­γα του Θεού» κρίσεις, δηλαδή θα διαθέτουμε το υπέρτατο χάρισμα της διάκρισης των πνευμάτων, κατά το οποίο γνωρίζουμε να διακρίνουμε μεταξύ καλού και κακού[11]. Αποτέλεσμα της αγιότητας και ταυτόχρονα δεύτερο κριτήριο της ψυχοπνευματικής υγείας είναι η ικανοποίηση της ηθικής συνείδησης[12] (ανάπαυση) του ανθρώπου. Η ικανοποίηση αυτή, βέβαια, πετυχαίνεται στον πληρέστερο βα­θμό με την «εκ της εσωτερικής πληροφορίας περί του υπέρ της αληθείας αγώνος» βεβαίωση της ευαρέσκειας και ευφημίας (επαίνου και σωτηρίας) εκ μέρους του Θεού.
Κύριος άξονας της σκέψης του ι. Χρυσοστόμου είναι το γνωστό απόφθεγμά του «τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύναται»[13], με την έν­νοια, φυσικά, της ήρεμης - υγιούς ψυχής και της ως εκ τούτου αδιάβλητης (ακατηγόρητης) συνείδησης (καύχηση) από το Νόμο.

3.  Η έμφυτη θεογνωσία.
Η θρησκευτική ορμή (anlage - veranlagtheit) είναι έμφυτη στον άνθρωπο και φυτεύτηκε μέσα του από τον ίδιο το Θεό. Η φυσική θρησκευτικότητα τονίζεται περισσότερο στο «αισιόδοξο» πνεύμα της παλαιοδιαθηκικής θεολογίας.
Δημιουργώντας ο Θεός τον άνθρωπο, ενέβαλε στη ψυχοσύνθεσή  του όλες τις αναγκαίες δυνατότητες για επικοινωνία μαζί Του. Οι πρωτόπλαστοι είχαν έμφυτα την ικανότητα της θεογνωσίας (capax Dei), εφόσον λειτουργούσε εύρυθμα το λογικό «δυνάμει» του «κατ ̉ εικόνα».
Ερμηνεύοντας ο ιερός Χρυσόστομος την πρώτη θυσία του Κάϊν[14] προς το Θεό, σημειώνει ότι, χωρίς να διδαχθεί από κανέναν προηγούμενο, είχε μέσα στη συνείδησή του, δοσμένη από το Δημιουργό - Θεό, τη γνώση της θείας λατρείας. Ο ιερός πατήρ πιστεύει στη φυ­σική (ασυνείδητη) θρησκευτικότητα όχι µόνο των δικαίων (ενδοχριστιανικά), αλλά και των Εθνικών - ειδωλολατρών (εξωχριστιανικά)[15]. «Ο Θεός από την αρχή έβαλε μέσα στους ανθρώπους τη γνώση του εαυτού Του, αν και αυτοί την απέδωσαν σε ξύλα και λίθους, ζημιώνοντας έτσι την αλήθεια»[16]. Συνεπώς, υπάρχουν στη διάνοια του ανθρώπου a priori γνωστικές αρχές (ιδέες), περί του Θεού.

4.  Παρρησία και αγωνία
Η παρρησία, µας επιτρέπει να «λειτουργούμε» χωρίς ψυχολογικά συμπλέγματα σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής µας. Παρρησία, βλέπουμε βέβαια σε όλους τους δικαίους της Π. Δ.[17]
Εκείνος που διαθέτει παρρησία, δεν είναι απλά πεπεισμένος για τη σωτηρία του, αλλά και, κατά το προφητικό παράδειγμα, βέβαιος. Η βεβαιότητα αυτή απορρέει αφενός µεν από τη µε όρκο συμφωνία - εγγύηση εκ μέρους του Θεού (πιστός ο Θεός στη διαθήκη Του[18]) για την άφεση και συγχώρεση των αμαρτιών µας, κι αφετέρου από τη θεία φιλανθρωπία.
Τέτοια αυτοσυνειδησία διέθεταν όλοι οι δίκαιοι: Νώε, Άβραάµ, Ισαάκ, Ιακώβ, κ.α. Αντίθετα, ο αμαρτωλός από παντού νιώθει διάτρητος πνευματικά και ανασφαλής ψυχολογικά (Κάιν)[19].
Ωστόσο, παράλληλα µε την παρρησία ή µάλλον ως προϋπόθεση αυτής, ο ιερός πατήρ ανακαλύπτει μέσα στην Αγ. Γραφή ένα συναίσθημα αβεβαιότητας, που κατείχε όλους τους αγίους (π.χ. τον Αβραάμ, τη Σάρρα κ.α.), προκαλούμενο από φόβο μήπως, µε την (απρόσεκτη) ζωή τους, παύσουν να συνεργάζονται µε τη Θ. Χάρη, µε επα­κόλουθο να χάσουν τη σωτηρία. Συνεπώς, ο θείος φόβος απαιτείται πολύ περισσότερο στους «δικαίους» για να μην οδηγηθούν είτε στην έπαρση είτε στη ραθυμία[20] και απόγνω­ση ή καταφρόνηση του θείου θελήματος.
Έτσι, ο ι. πατήρ συνιστά να κρατάμε συνεχώς τη συνείδησή µας σε αγωνία είτε για κάποια νέα τυχόν ηθική µας πτώση είτε για πιθανή ʺτιμωρίαʺ µας εκ μέ­ρους του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι η ανασφάλεια απέναντι στο Θεό είναι εκείνη που τελικά επιφέρει την ψυχική µας ασφάλεια! Λέγοντας ασφάλεια, δεν εννοούμε απλά την ψυ­χική κατάσταση εκείνη που είναι απαλλαγμένη από τα ποικί­λα (ψυχικά ή κοινωνικά) δεινοπαθήματα της ζωής, αλλά την οντολογική εξάρτηση του ανθρώπου από το Θεό, αφού ακόμα και η (βιολογική) νηστεία ασφαλίζει θεϊκά (τρέφει πνευματικά) τα κύτταρά µας. Την ασφάλεια αυτή ο Ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει βιβλικά ως σκιά του Θεού.
Τελικά, «εκείνος έχει παρρησίαν ο µη νοµίζων έχειν παρρησίαν ως ο νοµίζων παρρησίαν έχειν, απώλεσε την παρρησίαν, καθάπερ ο Φαρισαίος ο δε νοµίζων εαυτόν απερριµµένον καί απαρ­ρησίαστον, ούτος µάλιστα εισακουσθήσεται, καθάπερ ο τε­λώνης»[21].




5.  Η «άνωθεν εύνοια».
Ο ενάρετος βίος αποτελεί πάγια θέση όλων των Δικαίων και Πατριαρχών της Π.Δ. και χορηγείται µόνο από το Θεό[22]. Ακόμα και στο πρώτο στάδιο της προετοιμασίας του ανθρώπου να δεχθεί τη θεία κρούση, δηλαδή την προπαρασκευαστική εκείνη Χάρη του Θεού για την αποζήτησή Του, χρειάζεται η έλξη του Θεού.
Εκτός, λοιπόν της ανθρώπινης προσπάθειας, η σωτηρία του ανθρώπου απαιτεί και την «άνωθεν ροπή». Λέγοντας «άνωθεν ροπή» ή εύνοια εννοούμε γενικά τη θεία βοήθεια προς τον άνθρωπο, προκειμένου ο τελευταίος να πιστεύσει και ζήσει «κατά Θεόν». Η θεία αυτή βοήθεια περιλαμβάνει τη Θ. Πρόνοια, τη φιλάνθρωπη δηλαδή μέριμνα και την ερωτική αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.
Ειδικότερα, η «άνωθεν εύνοια» είναι η κατάπεµψη της φωτιστικής (θεογνωστικής), αγιαστικής, καυστικής (κατανυκτικής) και θερμαντικής Θείας Χάρης για την αποδοχή, ενίσχυση και βιοτή της ένθεης Πίστης. Ο ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τη Θ. Χάρη µε ορμητικό άνεμο που, αν η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει ισχυρό και τεντωμένο πανί, σαν ένα καλό ιστιοφόρο, κινδυνεύει να την σχίσει σαν ιστό αράχνης, χωρίς το πλοίο να μπορεί να πλεύσει, μέσα από τις πολλές τρικυμιές, µε ασφάλεια στο τελικό λιμάνι (Βασιλεία των ουρανών).
Η «άνωθεν εύνοια» αρχίζει µε τη θεία έλξη, η οποία πρωταρχικά συμβάλλει στην ενδυνάμωση της θέλησης του ανθρώπου. Ενώ η πρώτη απόφαση για προσοχή και απο­δοχή των «λαλουμένων» έγκειται αποκλειστικά σε µας, η ενδυνάμωση της θέλησής µας «νεύρωση της προθυμίας» οφείλεται στη Θ. Χάρη.
Εδώ η θεία κλήση εννοείται ως η κατάλληλη εκείνη ψυχική διάθεση, που προπαρασκευάζει ο Θεός μέσα µας, ώστε να θελήσουμε καλύτερα να αποδεχτούμε το θείο λόγο. Η «του Θεού ροπή» ενδυναμώνει την προθυμία για απόκτηση του θείου έρωτα, όπως συνέβη στις περιπτώσεις των Νώε, Αβραάμ, κ.ά. να μην είμαστε περίεργοι, όπως η γυναίκα του Λώτ[23], αλλά να εμπιστευόμαστε  στη Θ. Πρόνοια την εξεύρεση του καταλληλότερου χρόνου, όμως όχι μοιρολατρικά.
Τι είναι, όμως, και τι σημαίνει ειδικότερα αυτός ο φωτισμός; Μία ειδική από το Θεό προσωπική Χάρη, που σαν φωτιά ανυψώνει και (δια)θερμαίνει την καρδιά, προετοι­µάζοντάς την για την αιφνίδια μεγάλη αφύπνιση του Εγώ (πνευματική αποκάλυψη). Η Θ. Χάρη δε μεταβάλλει την ουσία της ψυχής, αλλά μετασκευάζει την προαίρεση και το κριτήριο της διάνοιας, ώστε στο εξής ο άνθρωπος να σχηματίζει ορθή γνώμη για τα πράγματα.
 Κλασικό παράδειγμα τέτοιου φωτισμού αναφέρει ο ιερός πατήρ τη μεταστροφή του αποστόλου Παύλου: «αλλά θείας όντως δυνάμεως έργον ην η µετάστασις αυτή και η μεταβολή» μάλιστα δε, «η πολλή µανία την αθρόον γεγενηµένην εγγυάται μεταβολήν, ως ουκ έστιν ανθρωπίνη τις, αλλ̉ άνωθεν, και εκ των ουρανών έλαβε την αρχήν»[24].
Αναλυτικότερα, ο φωτισμός έγκειται στον αγιασμό της όλης ψυχής. Με το άνοιγμα της καρδιάς από το Θεό εισέρχεται στον άνθρωπο η Θ. Χάρη, κι έτσι αυτός φωτίζεται, αλλά, ανοίγοντας ο Θεός «καρδίας τας βουλοµένας»[25], αγιάζεται επίσης και η βούληση[26].
Η Θ. Χάρη «και το άπρακτον της φύσεως ημών προς αρετήν» καθοδηγεί στη «διάνοιξη της καρδιάς» (νεύση) «του προσέχειν τοις λαλουµένοις»[27].
Χωρίς τη μόνιμη «ενοίκηση» του Θεού μέσα µας δεν είναι δυνατή η χαλιναγώγηση των παθών. Μόνο «όταν πυρωθή ψυχή τω πυρί τω θείω, προς ουδέν των εν τη λοιπόν ορά ου προς δόξαν, ου προς αισχύνην, αλλ' ενός εστι µόνου, της κατεχούσης αυτήν φλογός»[28].

6.    Η Θεανθρώπινη συνεργία στη θεραπεία της ψυχής.
Ως γνωστό, κάθε θρησκευτική εμπειρία συνίσταται στη συνάντηση του ανθρώπου µε το Θεό. Αυτό το διδάσκει από τα πρώτα κεφάλαια το βιβλίο της Γενέσεως[29]. Ο πυρήνας αυτού του βιώματος, και κατά συνέπεια το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Θεού, είναι το συναίσθημα της Θεανθρώπινης συνεργίας.
Ο ιερός Χρυσόστομος τη συνεργία την ονομάζει «μέγα δόγμα»˙ αρνούμενος το μονισμό της ανθρώπινης αυτοπροσπάθειας για «σωτηρία» κάτω από τον αυτοκράτορα και κυρίαρχο των παθών του άνθρωπου, όπως δίδασκαν οι Στωικοί, και εξαίρει την ανάγκη της θείας αρωγής: «αμφοτέρων δεόµεθα, και των παρ ̉ ημών, και των παρά του Θεού, ει μέλλοιµεν μετά ακριβείας σώζεσθαι»[30]. Αν έπραττε το παν ο Θεός για τη σωτηρία του ανθρώπου[31], ο άνθρωπος θα παρέμενε αργός[32]. Αλλά, ο Θεός θέλει και ο ίδιος ο άνθρωπος να αυτενεργεί και να παίρνει πρωτοβουλίες[33], γιατί στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή τα περίμενε όλα από τη Θ. Χάρη, εμείς θα παραµέναµε άβουλα όντα, όπως τα νεκρά ξύλα. Αντίθετα, αν κατόρθωνε το παν ο άνθρωπος[34], θα γινόταν αλαζόνας, όπως για παράδειγμα με τον πύργο της Βαβέλ[35].
Τη συνεργία, κατ ̉ αρχήν, ο ιερός Χρυσόστομος την κατοχυρώνει λογικά λέγοντας ότι για τη μάθηση του θείου θελήματος απαιτείται η συνεργία, εφόσον ο Θεός (ως πομπός), που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο (δέκτη), δεν μπορεί να λειτουργήσει, αν ο δεύτερος δε διαθέτει ευγνώμονα ψυχή για να την αποδεχθεί. Έπειτα, η συνεργία δικαιολογείται από το γεγονός της αμοιβαίας αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, και του ανθρώπου προς το Θεό, όπως αγιογραφικά φαίνεται λ.χ. στην περίπτωση του Νώε: «Νώε δε εύρε χάριν εναντίον Κυρίου του Θεού. Αυτά δε αι γενέσεις Νώε˙ Νώε άνθρωπος δίκαιος, τέλειος, ων εν τη γενεά αυτού˙ τω Θεώ ευηρέστησε Νώε»[36].
Την ανθρώπινη συμβολή στη σωτηρία των ψυχών[37], που προέρχεται από το αυτεξούσιο, ο ιερός πατήρ χαρακτηρίζει ως «της αφάτου φιλανθρωπίας (του Θεού) τεκµήριον μέγιστον»[38].
Επίτηδες ο ιερός πατήρ συνήθιζε να χρησιμοποιεί το ρήμα «παραθέω», και όχι τα «υπερθέω» ή «συνθέω», για να τονίσει την, παράλληλα µέ τη θεία, ανθρώπινη συμβολή. Δεν είναι δυνατό να τύχουμε της βοήθειας του Θεού, «αν µή και τα παρ ̉ ημών εισφέρηται»[39]. Γιατί, αν «αεί µέλλοµεν χάριτι σώζεσθαι, ουδέποτε εσόµεθα αγαθοί»[40], «ώστε και θείον και ανθρώπινον ην»[41].


[1] Γέν. 6 ,13, «και είπεν Κύριος ο Θεός τω Νώε…», Γέν. 15, 7, 8, «Είπε δε  προς αυτόν˙ [στον Αβραάμ], εγώ ο εξαγαγών σε εκ χώρας Χαλδαίων…Είπε δε, [ο Αβραάμ στο Θεό] Δέσποτα Κύριε, κατά τι γνώσομαι ότι κληρονομήσω αυτήν;» Αλλά πιο αποκαλυπτική διαλεκτική βλέπουμε στο 18ο κεφάλαιο στο Βιβλίο της Γενέσεως ανάμεσα στον Αβραάμ και στους Τρεις Κυρίους. Με το διάλογο αυτό αποκαλύπτει ο Θεός το σχέδιο Του για τις δύο πόλεις τα Σόδομα και τα Γόμμορα.
[2] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί του μη ομνύναιʺ, PG 60, σ. 99.
[3] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕρμηνεία στον προφήτη Ησαΐαʺ, PG 56, σ. 85.
[4] όπ. π. ʺΕρμηνεία στον προφήτη Ησαΐαʺ, PG 56, σ.157.
[5] Γέν. 6, 13, «και ιδού εγώ καταφθείρω αυτούς και την γήν», βλ. Γέν. 18, 17, «Ο δε Κύριος είπεν˙ ου μη κρύψω από Αβραάμ του παιδός μου, α εγώ ποιώ».
[6] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις τον άγιον ιερομάρτυρα Φωκάνʺ PG 50, σ. 703.
[7] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠρος τε Ιουδαίους και Έλληναςʺ PG 48, σ. 841.
[8] Ιωάν. 3, 21
[9] Γέν. 8, 20, «και ωκοδόμησε Νώε θυσιαστήριον τω Κυρίω…».
[10] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί Ακαταλήπτουʺ, PG 48, σ. 716 .
[11] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις τον άγιον ιερομάρτυρα Φωκάνʺ PG 50, σ. 703,   βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Υπόμνημα εις την προς Θεσσαλονικείς Α’ επιστολήνʺ, PG 62, σ. 461 .
[12] Βλ. Γέν. 39, 6-10, [την αποστροφή του Ιωσήφ στην γυναίκα του Πετεφρή].
[13] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΛόγος παραινετικός προς Σταγείριον ασκητήν δαιμονώνταʺ, PG  47, σ. 423.
[14] Γέν. 4, 3, «και εγένετο μεθ̉  ημέρας ήνεγκε Καϊν από των καρπών της γης θυσίαν τω Κυρίω».
[15] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις τον μακάριον Αβραάμ 2ʺ, PG 50, σ. 739. Οι πατέρες ερμήνευσαν αυτή την ασυνείδητη θρησκευτικότητα με την εν-τυπωθείσα στο «κατ ̉ εικόνα δυναμική ορμή ολόκληρου του «είναι» μας προς το θείο Αρχέτυπο (Ωριγένης) ή τον ακατανίκητο πόθο του πνεύματος μας προς το Θεό (Μ. Βασίλειος, Μάξιμος Ομολογητής) ή τον ανθρώπινο έρωτα, που τείνεο προς το θείο έρωτα (ι. Αυγουστίνος, Γρηγόριος Παλαμάς), βλ. Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος ʺΗ ψυχή του ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομοʺ, υποσ. 9, σ. 170.
[16] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕρμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήνʺ, PG 60, σ. 412.
[17] Γέν. 18, 22, «Αβραάμ δε έτι ην εστηκώς εναντίον Κυρίου».
[18] Εβρ. 10, 23, «πιστός γαρ ο επαγγειλάμενος».
[19] Γέν. 4, 13, «και είπε Κάϊν προς Κύριον τον Θεόν˙ μείζων η αιτία μου αφεθήναι με» και συνεχίζει Γέν. 4, 14, «ει εκβάλλεις με σήμερον από προσώπου της γης και από του προσώπου σου κρυβήσομαι, και έσομαι στένων και τρέμων επί της γης, και έσται πας ο ευρίσκων με, αποκτενεί με».
[20] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ι. Χρυσόστομος αναφέρεται συχνά στο ζεύγμα απόγνωσης και ραθυμίας, κρατώντας, δίκην σχοινοβάτου την πνευματική ζωή του πιστού σε μια λεπτή ιδανική ψυχική ισορροπία, βλ.  Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΕις την πρώτην των Παραλειπομένων την λέγουσαν, Υψώθη η καρδία Οζίου…ʺ, PG 56, σ. 113,  βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία εις τον Ψαλμόν ΡΙΑ’, 1ʺ,    ΕΠΕ τ. 6, σ. 428  « την γάρ δυσκολίαν ουκ η των επιταγµάτων φύσις, αλλ̉  η των πολλών ραθυμία ποιείν είωθεν. Ως ει τις μετά προθυμίας αυτά δέχοιτο, κούφα και ράστα αυτά όψεται όν­τα».
[21] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺπερί του μη απογινώσκειν τινάς εαυτώνʺPG 51, σ. 370.
[22] Γέν. 6, 9, «Νώε άνθρωπος δίκαιος, τέλειος ων εν τη γενεά αυτού˙ τω Θεώ ευηρέστησε Νώε».
[23] Γέν. 19, 26, «και επέβλεψεν η γυνή αυτού εις τα οπίσω και εγένετο στήλη αλός».
[24] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι εις τας Πράξεις των Αποστόλωνʺ, PG 60,     σ. 254.
[25] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΛόγοι κατά Ιουδαίωνʺ PG 48, σ. 883.
[26] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺ Ομιλίαι εις τας Πράξεις των Αποστόλωνʺ, PG 60,    σ. 253, και Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΠερί κατανύξεωςʺ, PG 47, σ. 413.
[27] Πράξ. 16, 14
[28] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόμνημα εις τον άγιον Ιωάννην τον απόστολον και ευαγγελιστήνʺ, PG 59, σ. 193.
[29] Γέν. 2, 20, «και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον  Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά. και παν ο εάν εκάλεσεν αυτό  Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτώ.…»
[30] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόμνημα εις τον άγιον Ματθαίον τον ευαγγελιστήν ʺ, PG 58, σ. 742, επίσης όπ. π. σ. 471, και Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία εις τον άγιον Απόστολον Παύλον 7, 3ʺ, PG 50, σ. 507, Πρβλ. Βασίλειος Καισαρείας, ʺΕις την εξαήμερονʺ, PG 29, σ. 29, και Γρηγόριος Παλαμάς ʺΠερί αρετών και των αντιθέσεων ταύταις παθώνʺ PG 151, σ. 416-417  .  
[31] Η διδασκαλία του Molinismus γιά Scientia Media πήρε την ονομασία της από τον Ισπανό Ιησουίτη Μοναχό Ludwig Molina (1535-1600), ο οποίος στην προσπάθειά του να συμβιβάσει Θ. Χάρη και ανθρώπινη ελευθερία, πρέσβευε έναν ακραίο Πελαγιανισμό, δεχόμενος ότι ο άνθρωπος σώζεται αφ' εαυτού και µε μόνες τις δικές του δυνάμεις, ο δε Θεός, προγιγνώσκοντας τα μέλλοντα να πράξει ελεύθερα ο άνθρωπος, αποφασίζει προαιώνια για την τελική του τύχη. Βλ. Τσιτσίγκος Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομοʺ, σ. 236.
[32]  Βλ. Ζάκας Δ. Γρηγόριος, ʺΙστορία των θρησκευμάτων Β’ το Ισλάμʺ, σσ. 286 – 293, «Απόλυτος προορισμός σχετίζεται άμεσα προς το πρόβλημα της σωτηρίας. Στη θρησκεία του Ισλάμ η παντοδυναμία του Θεού και η ανθρώπινη ελευθερία ευρίσκουν την λύσιν αυτών μόνον εις την ευδοκίαν του Θεού», Βλ. Σπυράκης Η. Αλέξανδρος, ʺΧριστιανική Επιχειρηματολογίαʺ, σ. 109.
[33] Αυτό μας το παρουσιάζει ο ιερός συγγραφέας της Γενέσεως με την διαπραγμάτευση του Αβραάμ με τον έναν εκ των τριών ανδρών στη σκηνή του Μαμβρή όταν προσπαθούσε να σώσει τις δύο πόλεις από την επικείμενη καταστροφή, Βλ. Γέν. 18, 23-31
[34] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΚατηχητικός Λόγος 8, 22ʺ, ΕΠΕ  τ. 30, σ. 514.
[35] Γέν. 11, 4, «και είπαν· δεύτε οικοδομήσωμεν εαυτοίς πόλιν και πύργον, ου έσται η κεφαλή έως του ουρανού, και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα προ του διασπαρήναι ημάς επί προσώπου πάσης της γης».
[36] Γέν. 6, 8-9
[37] Γέν. 12, 13, «ειπόν ουν, ότι αδελφή αυτού ειμι, όπως αν ευ μοι γένηται δια σε, και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου».
[38] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόμνημα εις την προς Γαλάτες επιστολήνʺ, PG 61, σ. 667, επίσης Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόμνημα εις την προς Εφεσίους επιστολήνʺ, PG 62, σ. 155-156.
[39] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόμνημα εις την προς Εβραίους ʺ, PG 63, σ. 79.
[40] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι εις την Γένεσινʺ, PG 54, σ. 466.
[41] Η περί συνεργίας θεωρία του Μελάγχθωνα={(εξελληνισμένο ονομα) του Φίλιπ Σβάρτσερντ (1497-1569) Γερμανός θεολόγος μεταρρυθμιστης}, διδάσκει ότι ο άνθρωπος ως προς τα πνευματικά δεν είναι προς το αγαθό τελείως θνητός, αλλά µόνο βαριά τραυματισμένος και ημιθανής, βλ. Τσιτσίγκος  Κ. Σπύρος, ʺΗ ψυχή του ανθρώπου…ʺ, σ. 237 υποσ. 51,

Αναγνώστες