Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (τελευταίο μέρος)

Επίλογος

Κατά την θεολογία του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, την Γένεση, ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από σώμα και ψυχή. Ενώ η αλληλεπίδραση των δύο αυτών «συστατικών» του  ανθρώπου είναι δεδομένη, η σωματική ενέδραση[1] της ψυχής φαίνεται αβέβαιη και απροσδιόριστη.
Η ανθρώπινη ψυχή κτίζεται από τον Θεό ταυτόχρονα με την ʺποίησηʺ του σώματος. Η Αγία Γραφή τονίζει την εσωτερική σχέση και πνευματική συγγένεια του ανθρώπου µε το Δημιουργό ως «κατ ̉ εικόνα» Αυτού πλασμένος, και ως εκ τούτου αυστηρά διακρινόμενος από τα λοιπά δημιουργήματα.
Το «κατ ̉ εικόνα» Θεού της ψυχής συνίσταται στο λογικό, με το οποίο ο άνθρωπος «άρχει» της «έσω» και «έξω» φύσης, διαφοροποιώντας  την ανθρώπινη ψυχή από εκείνη των ζώων, πάντοτε σε δυναμική πορεία ενός ανοικτού δρόμου που πρέπει να διανυθεί με σταθερή σχέση και κοινωνία με τον Δημιουργό.
Επειδή, κατά την Αγία Γραφή και κατά τους αγίους πατέρες, ο άνθρωπος διαθέτει ελευθερία βούλησης,είναι όμως τρεπτόν ον διότι είναι κτίσμα, δεν δύναται πάντοτε να διατηρεί αυτήν του τη φυσική ικανότητα. Διά τούτο πρέπει να ασκείται συνεχώς ώστε να ευρίσκετε σε σχέση ζωής και κοινωνίας με τον Θεό προκειμένου να πραγματώσει το «καθ ̉ ομοίωσιν».
Κατά τον Χριστιανικό τρόπο του «σκέπτεσθαι» δεν έχει τόση σημασία το να ξεχωρίζουμε μέσα από την ψυχή «καλά» ή «κακά» στοιχεία, όσο, το να βλέπουμε ολόκληρη την ψυχή του ανθρώπου σε σχέση με το Θεό˙ έτσι, όταν αυτή κινείται φυσιολογικά (Θεοκεντρικά), μεταβάλλει τον όλο άνθρωπο σε πνευματικό όν, ενώ, αν κινείται νοσηρά (ατομοκεντρικά), τον μεταβάλλει σε σαρκικό ον, κατά τον απόστολο Παύλο.
Το προπατορικό αμάρτημα είναι η αιτία που προκάλεσε φθορά στις ψυχές των πρωτοπλάστων, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί ελεύθερα και από μόνος του ο μεταπτωτικός άνθρωπος να αναζητά από τον Θεό τη θεραπεία του.
Εφόσον η ελευθερία βούλησης εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το προπατορικό αμάρτημα, παρά την απώλεια του «καθ ̉ ομοίωσιν» και αμαύρωση του κατ᾿ εικόνα, ο άνθρωπος ευθύνεται απέναντι στο Θεό, αν επιλέξει ο ίδιος συνειδητά τη διάπραξη της αμαρτίας.
Οι απόγονοι του Αδάμ δεν κληρονομούν την προσωπική του αμαρτία, αλλά τις συνέπειες αυτής, που είναι η φθορά και ο θάνατος.
Με το θάνατο διαλύεται η ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου, κατά την οποία το µεν σώμα επιστρέφει στη γη, απ ̉ όπου ελήφθη, η δε ψυχή παραμένει ζώσα και αθάνατη εξαρτημένη από την αιωνιότητα του Δημιουργού της.
Η καρδιά, όπως έχει λεχθεί είναι ο οίκος όπου κατοικεί ο Θεός, αλλά και το σπουδαιότερο όργανο του ανθρωπίνου σώματος θεωρούμενο, ως έδρα των ψυχικών και πνευματικών λειτουργιών. Ο όρος «καρδιά» απαντά ως τεχνικός όρος της ανθρωπολογίας της Αγίας Γραφής συνώνυμος της ψυχής, χρησιμοποιούμενος συνηθέστατα προς έκφραση των επί μέρους ιδιοτήτων, λειτουργιών ή καταστάσεων αυτής.
Όλη η Ιερά παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας συνίσταται στο να θεραπεύσει και να ζωοποιήσει την νεκρά από την αμαρτία ψυχή.
Η προσπάθεια να κρατήσει κανείς την ψυχή του καθαρή και η προσπάθεια να ελευθερωθεί από τους πολλούς περισπασμούς έχει σαν αποτέλεσμα την καθαρότητα του νοός, ο οποίος μέχρι πρότινος  ήταν νεκρός και αφανής.
Στη θεραπεία της ψυχής συμβάλλουν δύο παράγοντες: η ανθρώπινη επιμέλεια απ ̉ τη μία και η θεία έλξη από την άλλη.
Η συνάντηση και συνεργασία  των δύο αυτών παραγόντων της χάριτος του Θεού και του πνευματικού αγώνα του ανθρώπου, έχει ως αποτέλεσμα την ψυχοσωματική θεραπεία, την μακαριότητα και την μετοχή του χοϊκού μεν ανθρώπου αλλά πλασμένου διά την αιωνιότητα στην Βασιλεία του Θεού.


[1] Ενέδραση= ο τόπος, η έδρα των ψυχικών ενεργειών.

Αναγνώστες