Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Θαύματα της Αγίας Άννας στο Βόρι Προικονήσου

Θαῦμα 1ον
Ἦταν στὰ 1900 ποὺ συνέβη τὸ γεγονός. Ἡ σύζυγος τοῦ Αὐγερινοῦ Βουτσᾶ Ἀγλαΐα, τὸ γένος Ἀλεξίου Σκαμνᾶ ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη, βρέθηκε βαριὰ ἄρρωστη. Οἱ Γιατροὶ δὲν εὕρισκαν καμιὰ ἀρρώστεια. Τότε ἡ μητέρα της, ποὺ εἶχε πίστη στὴ θαυματουργὸ χάρη τῆς Ἁγίας Ἄννας, τὴν ἔφερε στὸ προσκύνημά της στὸ Βόρι. Ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ 40 ἡμέρες, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ ἱερεὺς ἔκανε ἐξορκισμούς. Τὴν ὥρα τοῦ ἁγιασμοῦ συνειθιζόταν νὰ κρατᾷ ὁ ἄρρωστος τὴν εἰκόνα στὴν ἀγκαλιά του. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ἡ ἄρρωστη Ἀγλαΐα. Τὴν τελευταία ἡμέρα, κατὰ τὴ ὥρα τοῦ ἁγιασμοῦ, ἡ εἰκόνα ποὺ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά της τὴν πῆρε μὲ μιὰ ἀόρατη δύναμη καὶ τὴν πῆγε στὴ θάλασσα. Ἐκεῖ τὴ βούτηξε τρεῖς φορὲς μέσα στὸ νερό. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ ἔκανε ἐμετὸ καὶ ὕστερα ἔνιωσε θεραπευμένη. Ἀπὸ τότε ἔζησε μὲ ὑγεία καὶ πέθανε στὸ Αἴγιο σὲ ἡλικία 95 χρονῶν.
Θαῦμα 2ον
Ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἦρθε στὴν Ἁγία Ἄννα στὸ Βόρι κάποια κυρία, τὸ ἐπώνυμο Γρηγορέλια. Εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ ψυχοπάθεια. Ἔμεινε στὸ Προσκύνημα ἐπὶ 40 ἡμέρες μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ ἱερεὺς διάβαζε ἁγιασμὸ κάθε ἡμέρα καὶ ἐξορκισμούς, ὅπως συνειθιζόταν. Πολλὲς φορὲς ἡ ἁγία εἰκόνα πήγαινε τὴν ἄρρωστη μέσα στὴ θάλασσα. Ἔκανε ἕνα κύκλο στὸ νερὸ χωρὶς νὰ βουλιάζει καὶ πάλι τὴν ἔφερνε στὴ στεριά. Μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἔγινε τελείως καλὰ καὶ γύρισε στὸ σπίτι της.
Θαῦμα 3ον
Ὁ Φώτης Μάντικας πρόσφυγας στὸ Αἴγιο διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Τὸ Μάη τοῦ 1910 εὑρέθηκα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ἀρρώστησα. Οἱ δικοί μου μὲ πῆγαν στὸ Νοσοκομεῖο τοῦ Μπαλουκλῆ. Οἱ γιατροὶ μετὰ τὶς ἐξετάσεις κάλεσαν τὴ μητέρα μου καὶ τῆς εἶπαν ὅτι ἡ ἀρρώστεια μου ἦταν μηνιγγίτιδα καὶ ὅτι δυστυχῶς δὲν γίνομαι καλά. Ἀπελπισμένοι οἱ δικοί μου μὲ ἔφεραν στὸ Πασαλιμάνι, στὸ χωριό μας γιὰ νὰ πεθάνω στὸ σπίτι μας. Ἡ μητέρα μου, ποὺ πίστευε καὶ σεβόταν τὴν Ἁγία Ἄννα, ἐζήτησε τὴ χάρη της γιὰ τὸ παιδί της. Ἦταν βαριὰ ἡ κατάστασή μου καὶ ἦταν ἀδύνατο νὰ μετακινηθῶ, γι᾿αὐτὸ ἔστειλε δυὸ καλοὺς ἀνθρώπους δικούς μας, τὸ Βαγγέλη Καβούνη καὶ τὸ Δημήτρη Λούη νὰ φέρουν ἀπὸ τὸ Βόρι τὴν εἰκόνα. Ἐγὼ ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες εἶχα χάσει τὴ φωνή μου, ἤμουν μουγγός, τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ οἱ ἄνθρωποί μας πάτησαν μὲ τὴν εἰκόνα στὸ κατῶφλι τοῦ σπιτιοῦ μας ἔβαλα μιὰ φωνή· «Μάνα μιὰ γυναῖκα ἦρθε καὶ μοῦ χαϊδεύει τὸ κεφάλι». «Ἡ Ἁγία Ἄννα εἶναι, παιδί μου, θὰ σὲ κάμῃ καλά». Ἄνοιξα τὰ μάτια μου ποὺ ἦταν ἡμέρες κλειστὰ κι ἄκουσα τὴν εἰκόνα ποὺ χτύπησε σὰν καμπανάκι τρεῖς φορές. Ἦρθε στὴ συνέχεια καὶ ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ καὶ ἔψαλε ἁγιασμό. Ὅλοι εἶχαν συγκινηθῆ καὶ ἰδιαίτερα ἡ μητέρα μου, ἡ ὁποία μὲ θέρμη παρακαλοῦσε τὴν Ἅγια Ἄννα νὰ μοῦ χαρίση τὴ ζωή. Τὸ θαῦμα ἔγινε, σιγὰ-σιγὰ βελτιώθηκε ἡ ὑγεία μου. Ἔγινα τελείως καλὰ καὶ ζῶ μέχρι σήμερα ποὺ εἶμαι 77 ἐτῶν (1968) μὲ παιδιὰ κι ἐγγόνια».
Θαῦμα 4ον
Ἡ Κατερίνα Χατζηλία ἀπὸ τὸ Πασαλιμάνι κυριεύθηκε ἀπὸ δαιμόνιο. Τίποτε δὲν τὴ συγκρατοῦσε τὴν ὥρα ποὺ πάθαινε κρίση. Στὴν Ἁγία Ἄννα ποὺ τὴν ἔφεραν τὴν εἶχαν δέσει γερὰ μὲ ἁλυσίδες. Οἱ δικοί της ἔμειναν κοντά της μὲ προσευχή καὶ νηστεία. Μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἔφυγε θεραπευμένη.
Θαῦμα 5ον
Μιὰ νέα κόρη, ἀνύπαντρη ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη ὀνομαζόμενη Βασιλικὴ κυριεύθηκε ἔξαφνα ἀπὸ δαιμόνιο. Οἱ Ἀρτακηνοὶ εἶχαν παράδοση νὰ καταφεύγουν στὴ χάρη τῆς Ἁγίας Ἄννας στὶς ἀθεράπευτες ἀρρώστειες. Ἔφεραν καὶ τὴ Βασιλικὴ δεμένη μὲ σκοινιά. Πολλὲς φορὲς ὅμως ἐκείνη ἔκοβε τὰ σκοινιὰ μὲ δύναμη ἀσυνήθιστη καὶ ἔτρεχε νὰ ἐξαφανισθῆ· γι᾿ αὐτὸ τὴν κρατοῦσαν πάντα δεμένη μὲ ἐπιτήρηση. Οἱ δικοί της ἔμειναν ἐκεῖ προσευχόμενοι ἐπὶ 40 ἡμέρες. Ἐπειδὴ ἡ χάρη της δὲν ἀπάντησε μὲ τὶς 40 ἡμέρες ἔμειναν καὶ δεύτερο σαρανταήμερο. Μετὰ ἀπὸ τὶς 80 ἡμέρες ἐλευθερώθηκε ἡ κόρη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ἀκαθάρτου Πνεύματος καὶ γύρισε μὲ φρόνηση καὶ ὑγεία στὸ σπίτι της.
Θαῦμα 6ον
Ἡ γυναῖκα τοῦ Παναγῆ Κουταλιανοῦ τοῦ γνωστοῦ πρωτοπαλαιστῆ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη. Αἰφνίδια κυριέθηκε ἀπὸ δαιμόνιο. Οἱ δικοί της κατέφυγαν στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ἔμειναν ἐκεῖ μὲ τὴν ἄρρωστη 40 ἡμέρες προσευχόμενοι μὲ νηστεία. Ἡ ἄρρωστη ἐλευθερώθηκε, ἔγινε ἐντελῶς καλὰ καὶ ζεῖ μέχρι σήμερα.
Θαῦμα 7ον
Ἀπὸ τὸ Μαρμαρᾶ εἶχαν φέρει στὴν Ἁγία Ἄννα ἕναν τρελὸ γιὰ νὰ γίνῃ καλά. Εἶχε τρέλα, μεγάλης μορφῆς. Οἱ δικοί του κινδύνευαν κοντὰ του. Πολλὲς φορὲς εἶχε βουτήξει τὴ μητέρα του στὴ θάλασσα μὲ κίνδυνο νὰ τὴν πνίξη. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερεὺς ἔψαλλε ἁγιασμό, ὁ ἄρρωστος κρατοῦσε κατὰ τὴ συνήθεια τὴν εἰκόνα στὴν ἀγκαλιά του. Σὲ μιὰ περίπτωση ἡ εἰκόνα ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά του καὶ στάθηκε ὁριζόντια στὸ κεφάλι του. Μὲ ἀόρατη δύναμη ὁ ἄρρωστος προχώρησε πρὸς τὴ θάλασσα μὲ τὴν εἰκόνα στὸ κεφάλι του. Καθὼς προχωροῦσε ἔτυχε νὰ βρεθῆ στὸ δρόμο του ἕνας Τοῦρκος. Στὸν Τοῦρκο φάνηκε ἀστεῖο ὅ,τι γινόταν καὶ εἶπε περιφρονητικά:
-Ἔχουν οἱ Γκιαούρηδες ἕνα ξύλο καὶ τοὺς χτυπᾷ. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔφυγε ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὸν ἄρρωστο κι ἔπεσε ἐπάνω στὸν Τοῦρκο, ὁ ὁποῖος διαλύθηκε ἀπὸ τὸ φόβο του καὶ ἐκραύγασε μὲ δυνατὴ φωνή:
-Σὲ πιστεύω καὶ σὲ προσκυνῶ, Ἁγία Ἄννα, ἥμαρτον, συγχώρησέ με.
Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ γεμάτος συντριβὴ ὁ Τοῦρκος συμβουλευόταν τὸν ἱερέα τί ἀφιέρωμα ἦταν καλὸ νὰ φέρῃ στὴ χάρη της. Τὸ περιστατικὸ μίλησε στὴν καρδιά του, ἔφερε βαθειὰ μεταβολὴ κι ἀπεφάσισε νὰ δεχθῆ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ νὰ γίνῃ χριστιανός. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄρρωστος ἀπὸ τὸ Μαρμαρᾶ ἔφυγε θεραπευμένος ἀπὸ τὴ χάρη τῆς μεγαλόχαρης μητέρας τῆς Θεοτόκου.
Θαῦμα 8ον
Ἀπὸ τὸ χωριὸ Γωνιὰ ἦλθε στὸ προσκύνημα τὴ Ἁγίας Ἄννας κάποιος παράλυτος, ὁ ὁποῖος περπατοῦσε μὲ δυσκολία πολλή, χρησιμοποιώντας πατερίτσες. Τὸ ὄνομά του Γιῶργος. Ἔμεινε 40 ἡμέρες μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ καὶ στὸ τέλος ἔφυγε ὑγιέστατος. Γιὰ νὰ εὐχαρίστηση τὴν εὐεργέτιδά του Ἁγία Ἄννα ἐχάρισε ἕνα βαρέλι γεμάτο λάδι μαζὺ μὲ τὴν εὐλάβεια καὶ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς εὐγνωμοσύνης του.
Θαῦμα 9ον
Στὰ Ρόδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μιὰ κόρη εἶχε μείνει παράλυτη. Ἀπελπισμένη ὅπως ἦταν ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέσα κατέφυγε διὰ τῆς προσευχῆς της στὸ Θεό. Στὴ θλίψη θυμᾶται περισσότερο ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεόν του «Κύριε ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου», σημειώνει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἀπό διάφορες διηγήσεις, εἶχε ἀκούσει καὶ θαύματα τῆς Ἁγίας Ἄννας, ποὺ ἔκανε μὲ τὴν θαυματουργὸ εἰκόνα της στὸ Βόρι. Ἔτσι παρακινήθηκε στὸ νὰ παρακαλῆ προσευχομένη μὲ περισσότερη θέρμη τὴν θεοπρομήτορα καὶ νὰ ἐλπίζη στὴ χάρη της.
Ἕνα ἀπόγευμα μετὰ τὴν προσευχή της ὅπου καὶ πάλιν παρακάλεσε μὲ θέρμη καὶ δάκρυα τὴ Γιαγιὰ τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἦταν καθηλωμένη στὸ κρεββάτι τῆς ἀρρώστειας σὲ κατάσταση «ἐγρηγόρσεως», ἀπὸ τὸ παράθυρό της ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὴ θάλασσα εἶδε νὰ ἔρχεται μιὰ γυναῖκα μαυροφορεμένη μὲ μιὰ βάρκα. Ἄραξε ἡ βάρκα καὶ ἡ ἀριστοκρατικὴ καὶ σεμνὴ ἐκείνη γυναῖκα κατέβηκε καὶ προχώρησε πρὸς τὸ σπίτι της. Πλησίασε, ἦλθε κοντά της.
-Εἶμαι ἡ Ἄννα, τῆς εἶπε, ποὺ ὅλο με φωνάζεις, ἀλλὰ στὸ σπίτι μου δὲν ἔρχεσαι. Τί μὲ θέλεις;
-Παράλυτη εἶμαι, ἀκίνητη, καθηλωμένη, τὴν ὑγειά μου θέλω, ἀπάντησε ἡ κόρη.
-Γιὰ νὰ σοῦ χαρίσω τὴν ὑγεία πρέπει νὰ μὲ ἐπισκεφθῆς στὸ σπίτι μου, εἶπε. Ἔκαμε μεταβολή, ξαναμπῆκε στὴ βάρκα κι ἔφυγε κατὰ τὸ Βόρι.
Ἡ ἄρρωστη μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἰδικῶν της μεταφέρθηκε στὸ Προσκύνημα. Ἔμεινε ἐκεῖ μερικὲς ἡμέρες προσευχομένη κι ἔφυγε ὑγιέστατη.
Θαῦμα 10ον
Μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη ἀρρώστησε μαζὺ μὲ τὸ παιδί της. Εἶχαν γυρίσει παντοῦ ὅπου μποροῦσαν σὲ γιατροὺς καὶ σὲ προσκυνήματα. Ἦλθαν καὶ στὴν Ἁγία Ἄννα. Τὸ παιδὶ εἶχε ντυθῆ καλογεράκι. Ἔμειναν στὸ Προσκύνημα μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία 40 ἡμέρες. Καθημερινὰ γινόταν στὸ ὄνομά τους θεία λειτουργία καὶ ἁγιασμός. Τὴν 40η ἡμέρα τὴ στιγμὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, καθὼς οἱ ἄρρωστοι ἦσαν καθιστοὶ δίπλα-δίπλα καὶ κρατοῦσαν, κατὰ τὴ συνήθεια, στὴν ἀγκαλιά τους τὴν εἰκόνα, ἡ Ἅγια Ἄννα ἔκαμε τὸ θαῦμα της. Ἡ εἰκόνα ἄρχισε νὰ κινεῖται, σὲ ὅλο τὸ σῶμα τους, ὕστερα στάθηκε ὁριζόντια στὸ κεφάλι τῆς ἄρρωστης καὶ στριφογύριζε σὰν προπέλα. Ἀόρατη δύναμη στὴ συνέχεια πῆρε τὴν ἄρρωστη καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ κατεύθυνση πρὸς τὴ θάλασσα. Τὸ παιδὶ ἀκολουθοῦσε. Μόλις πάτησε τὸ πόδι της ἡ ἄρρωστη στὴ θάλασσα, τράβηξε τὸ παιδί της μπροστά. Τὸ βούτηξε τρεῖς φορὲς μέσα στὴ θάλασσα καὶ μετὰ τὸ ἄφησε. Ὅταν γίνονταν αὐτὲς οἱ σκηνές, ἦσαν πολλοὶ ἐκεῖ μαζεμένοι καὶ ἀκολουθοῦσαν. Μερικοὶ ἔτρεξαν καὶ ἔβγαλαν τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ νερό. Ἡ εἰκόνα στὴ συνέχεια εἶχε ἁπλωθῆ ὁριζόντια στὴ θάλασσα, ἡ δὲ ἄρρωστη κρατιόταν ἀπ᾿ αὐτήν. Τῆς ἔκαμε τρεῖς γύρους μέσα στὴ θάλασσα καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω ὄρθια. Ἡ γυναῖκα μὲ τὴν εἰκόνα στὸ κεφάλι πατώντας στὴ στεριὰ ἔκαμε ἐμετό, κι᾿ ἔβγαλε ἕνα πρᾶγμα ἄσχημο ἀπὸ μέσα της. Ξαναγύρισαν στὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν εἰκόνα στὸ κεφάλι.
Ἐτελείωσε καὶ ὁ ἁγιασμὸς ποὺ εἶχε διακοπῆ. Πῆραν τὴν εἰκόνα ἀπὸ τὴν ἄρρωστη καὶ τὴν ἔβαλαν στὴ θέση της. Ἀπὸ τότε ἔμεινε ὑγιὴς καὶ αὐτὴ καὶ τὸ παιδί της καὶ δόξαζαν μὲ εὐγνωμοσύνη τὴν Ἁγία γιὰ τὴν εὐεργεσία της.
Θαῦμα 11ον
Δυὸ Τοῦρκοι ψάρευαν στὴν παραλία κοντὰ στὸ Προσκύνημα τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ὁ ἕνας λεγόταν Ναζιφάκης. Εἶδαν τότε τὴν εἰκόνα νὰ πηγαίνει, ὅπως ἔκανε τὶς περισσότερες φορές, ἕναν ἄρρωστο στὴ θάλασσα καὶ νὰ περνάη δίπλα τους. Τοὺς φάνηκε ὄχι ἁπλῶς παράξενο, ἀλλὰ ἀστεῖο, ὅ,τι ἔβλεπαν νὰ γίνεται καὶ εἰρωνεύθηκαν.
-Ἔχουν, εἶπε ὁ Ναζιφάκης, οἱ Γκιαούρηδες δυὸ τάβλες καρφωμένες σ᾿ ἕναν τσίγκο καὶ χτυπᾶνε καὶ κοροϊδεύουν τὸν κόσμο.
Ἀστραπηδὸν ὅμως ἔφυγε ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀρρώστου κι ἄρχισε νὰ χτυπάῃ τὸν Τοῦρκο. Τὸ κορμί του γέμισε πληγές. Οἱ Τοῦρκοι ἔμειναν κατάπληκτοι ἀπὸ τὸ γεγονός. Ὁ Ναζιφάκης ταπεινωμένος καὶ μετανοιωμένος προσκύνησε τὴν Ἁγία Ἄννα μέσα ἀπὸ τὴ βάρκα του. Ζήτησε συγχώρηση καὶ ἔκαμε καὶ τὸ τάμα του.
Ἔταξε νὰ φέρνῃ κάθε χρόνο ἕνα δοχεῖο λάδι στὴ γιορτή της. Τὸ κορμί του ὅμως ἂν καὶ περνοῦσαν οἱ ἡμέρες ἔμενε μὲ τὶς πληγὲς ἀγιάτρευτες. Μὴ μπορώντας νὰ φέρῃ μόνος του τὸ τάμα στὴν Ἁγία Ἄννα, τὄδωσε σὲ μιὰ χριστιανὴ νὰ τὸ πάῃ καὶ συγχρόνως τὴν παρακάλεσε νὰ τοῦ φέρη καὶ ἁγιασμὸ νὰ βάλη στὶς πληγές του. Ἡ χριστιανὴ πῆγε τὸ λάδι, ἀλλὰ ἁγιασμὸ δίσταζε νὰ τοῦ φέρη. Φοβόταν μήπως τὸν βεβηλώση ὁ ἀλλόπιστος. Ἀντὶ ἁγιασμοῦ τοῦ πῆγε λίγο νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι ποὺ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τοῦρκος τὸ πῆρε πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἁγιασμός. Τὸ ἔβαλε στὶς πληγές του καὶ θεραπεύθηκαν. Δὲν ξεχνοῦσε ὅμως ποτὲ κάθε χρόνο στὴ γιορτὴ τῆς Ἁγίας Ἄννας νὰ φέρνη τὸ τάμα του.
Θαῦμα 12ον
Ὁ Εὐστράτιος Μαμαλοῦγκος κάτοικος Αἰγίου (Χρυσοστ. Σμύρνης 14) διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Στὸ χωριό μας, Σκουπιὰ Προικονήσου, ἤμουν τότε σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, συνέβη τὸ ἑξῆς θαῦμα τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ἡ πρώτη ἐξαδέλφη μου Κυριακὴ Καπάνταη, ἡλικίας τότε 20 ἐτῶν, εἶχε ἀρρωστήσει βαριά. Ἐπὶ δυὸ χρόνια ἦταν καθηλωμένη στὸ κρεββάτι. Στὴν καρέκλα δὲν μποροῦσε νὰ καθήση, τὴν τάιζαν μὲ τὸ κουταλάκι. Μιὰ γερόντισσα ποὺ ἔμενε στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ ἄκουσε μερικὲς γυναῖκες ποὺ συζητοῦσαν.
Ἐκείνη, ἔλεγαν, ἡ κόρη τῆς Ἀργυρῶς δὲν λέει νὰ γίνῃ καλά. Ἀπὸ τὸ λόγο αὐτὸν παρακινούμενη ἡ γερόντισσα ἐπισκέφθηκε τὴν ἄρρωστη στὸ σπίτι της. Τὴν εἶδε, πόνεσε ἡ καρδιά της καὶ εἶπε στοὺς δικούς της:
-Νὰ τὴν πάτε στὴ χάρη τῆς Ἁγίας Ἄννας. Τώρα πλησιάζει καὶ ἡ γιορτή της, νὰ τὴν πάτε θὰ γίνῃ καλά.
-Πῶς νὰ τὴν πᾶμε; Δὲν σηκώνεται.
-Θὰ εὑρεθῆ τρόπος. Νὰ τὴν βάλλετε, συνέστησε, σ᾿ ἕνα γαϊδουράκι μὲ δυὸ μαξιλάρια καὶ νὰ τὴν κρατοῦν δυὸ ἄνθρωποι δεξιὰ ἀριστερά.
Ἀποφασίσαμε, τὴν πήγαμε μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο στὴν Ἁγία Ἄννα, τὴν ἡμέρα ποὺ πανηγύριζε (25 Ἰουλίου).
Ἦρθε ἡ σειρά της νὰ γίνῃ ἁγιασμὸς γι᾿ αὐτήν. Τῆς βάλανε τὴν εἰκόνα στὴν ἀγκαλιά, ἐνῷ αὐτὴ ἦταν καθιστὴ κάτω καὶ τῆς κρατοῦσαν καὶ τὸ κεφάλι, γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ στερεωθῆ.
Τότε γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ ἄρρωστη ποὺ δὲν περπατοῦσε σηκώθηκε ὀρθὴ καὶ περπατοῦσε πρός τὴ θάλασσα μαζὺ μὲ τὴν εἰκόνα. Περπάτησε ἀρκετὸ διάστημα στὴν παραλία μέχρι πίσω ἀπὸ μιὰ μεγάλη πέτρα καὶ ἐπέστρεψε πάλι στὴν Ἐκκλησία. Ἔφυγε μετὰ τὴν πανήγυρη ἐντελῶς καλὰ καὶ γύρισε περπατώντας μὲ τὰ πόδια στὸ σπίτι της. Ζεῖ μέχρι σήμερα (1983) σὰν πιστὴ χριστιανὴ μὲ παιδιὰ κι᾿ ἐγγόνια στὸ Αἴγιο».
Θαῦμα 13ον
Ἡ Αἰκατερινα Κριβέρη, ἀπὸ τὸ χωριὸ Βόρι, πρόσφυγας στὸ Αἴγιο, διηγεῖται τὰ ἑξῆς (ἔτος 1979):
«Ὅταν ἤμουν 12 ἐτῶν ἡ μητέρα μου Θεοφιλία ἀρρώστησε βαριὰ ἀπὸ τῦφο. Ὁ πατέρας μου ἐπειδὴ ἦταν τεχνίτης βαρελιῶν συνέβη, ὅπως πολλὲς φορὲς γινόταν, νὰ λείπῃ γιὰ δουλειὰ στὰ Ρόδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Στὴ δύσκολη αὐτὴ κατάσταση ποὺ βρέθηκα, πῆγα καὶ ζήτησα ἀπὸ τὸ θεῖο μου τὸ μπαρμπαΓιάννη τὸ θαλασσινὸ νὰ μιλήσῃ στὸν ἱερέα γιὰ τὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση τῆς μητέρας μου. Παρακάλεσα νὰ μᾶς φέρουν τὴν ἁγία εἰκόνα. Τὸν πατέρα μου τότε ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ τὸν εἰδοποιήσω. Ἡ χάρη της ἦλθε στὸ σπίτι μας. Ἐβάλαμε τὴν εἰκόνα πίσω ἀπὸ τὸ κρεββάτι τῆς ἄρρωστης μητέρας μου, ἡ ὁποία εἶχε πέσει σὲ κῶμα.
Ἐπὶ τρία ἡ μερόνυχτα ἔμεινα μόνη μου, τὶς περισσότερες ὧρες γονατιστή, μπροστὰ στὴν εἰκόνα. Δὲν θυμοῦμαι νὰ σταμάτησε τὸ δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια μου. Τὰ μεσάνυχτα τῆς τρίτης ἡμέρας εἶχα ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀϋπνία ἐλαφρὰ ἀποκοιμηθῆ. Ἄκουσα τότε μιὰ μεγάλη βροντὴ καὶ δυνατὸ σεισμό. Ξύπνησα, πετάχθηκα ὀρθή. Εἶδα τότε, ὅπως βρέθηκα ὀρθή, τὴν ἁγία εἰκόνα νὰ λάμπῃ σὰν ἥλιος καὶ νὰ σημαίνῃ σὰν γλυκεία καμπάνα τρεῖς φορές. Γέμισε ἡ ψυχή μου ἀπὸ συγκίνηση, γονάτισα νὰ δοξολογήσω. Ἡ καρδιά μου πλημμύρισε ἀπὸ ἐλπίδα. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα ξανακοιμήθηκα. Στὸν ὕπνο μου ἄκουσα καθαρὰ τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Ἄννας:
-Φεύγω μὴ στενοχωρεῖσαι, ἡ μητέρα σου θὰ γίνῃ καλά.
Ἔτσι κι ἔγινε. Τὸ πρωῒ τῆς ἄλλης ἡμέρας ἡ μητέρα ξύπνησε ἀπὸ τὸ κῶμα πῆρε τὸ καλύτερο καὶ σὲ μιὰ ἑβδομάδα εἶχε γίνει ἐντελῶς καλά.
Τὴν ἴδια ἐκείνη νύχτα τοῦ θαύματος ὁ πατέρας μου στὸ μακρυνὸ χωριό, στὰ Ρόδα ποὺ ἦταν, εἶδε τὴν Ἁγία Ἄννα στὸν ὕπνο του, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε:
Ἡ γυναῖκα σου εἶναι ἄρρωστη σοβαρά, ἀλλὰ μὴν ἀνησυχῆς, θὰ τὴν κάνω καλά, γιατὶ ἔχεις καλὴ κόρη.
Αἰσθάνομαι ὅμως χρέος μου νὰ διηγηθῶ καὶ τὸ ἄλλο θαῦμα ποὺ ἔκαμε σ᾿ ἐμένα τὴν ἴδια ἡ μεγαλόχαρη Ἁγία Ἄννα».
Θαῦμα 14ον
«Ἤμουν στὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ὅταν μοῦ συνέβη τὸ περιστατικὸ ποὺ θὰ διηγηθῶ, ἀφηγεῖται ἡ Αἰκατερίνη Κριβέρη.
Ἦταν ἕνα Σαββατοκύριακο τοῦ δωδεκαήμερου μεταξὺ Χριστουγέννων καὶ Φώτων. Εἶχα λουσθῆ, ὥστε νὰ εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἄλλη μέρα. Κόντευε νὰ σουρουπώση. Ἔβλεπες ἀκόμη θαμπὰ καὶ θέλησα νὰ πεταχθῶ στὸ σπίτι μιᾶς φίλης μου γειτονοπούλας. Καθὼς προχωροῦσα σ᾿ ἕνα στενωπὸ σούδα εἶδα ξαφνικὰ ἐμπρός μου ἕνα πανύψηλο ἀράπη πεντέξη μέτρα ψηλόν, νὰ μὲ ἀγριοκυτάζῃ μὲ κάτι φοβερὰ μάτια καὶ νὰ ἀπειλῇ νὰ μὲ χτυπήσῃ μ᾿ ἕνα μεγάλο ραβδὶ ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια. Γέμισα τρόμο καὶ φρίκη ἀπὸ τὸ ἀνύποπτο καὶ φοβερὸ αὐτὸ ἀντίκρυσμα. Τὸ αἷμα πάγωσε στὶς φλέβες μου. Ἔκαμα αὐτόματα τὸ σταυρό μου καὶ φώναξα δυνατά: Παναγία μου.
Τὸ τέρας ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε, ἀλλὰ ἐγὼ ἔπεσα κάτω ἀναίσθητη. Κανένας δὲν μὲ ἄκουσε, οὔτε μὲ εἶδε ποὺ ἔπεσα. Ἐπειδὴ ἄργησα νὰ ἐπιστρέψω, οἱ δικοί μου βγῆκαν νὰ μὲ ἀναζητήσουν. Τελικὰ μὲ βρῆκε ἡ μητέρα μου στὴ σούδα πεσμένη κάτω, ἀναίσθητη. Τὸ πρόσωπό μου εἶχε παραμορφωθῆ τόσο, ὥστε εἶχα γίνει ἀγνώριστη καὶ προκαλοῦσα τὴν ἀποστροφή.
Καταφυγή μας καὶ πάλι ἡ Ἁγία Ἄννα. Ἐκεῖ στρέψαμε τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσευχή μας. Παρακαλούσαμε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ δεχθῆ τὴν παράκληση τῆς Γιαγιᾶς Ἁγίας Ἄννας καὶ νὰ μοῦ δώση τὴν ὑγεία.
Παρ᾿ ὅτι τὸ σπίτι μας ἦταν μέσα στὸ Βορι, ἡ μητέρα μὲ πῆρε καὶ κλειστήκαμε στὴν Ἐκκλησία της.
Μείναμε ἐκεῖ μὲ νηστεία καὶ προσευχή, ἐπὶ 40 ἡμέρες. Ὁ ἱερεὺς κάθε ἡμέρα ἔψαλε ἁγιασμὸ καὶ παράκληση. Μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἔλαβα ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὑγεία μου καὶ τὸ πρόσωπό μου ἐπανῆλθε στὴν κατάσταση ποὺ ἤμουν πρίν μου συμβῇ τὸ φοβερὸ περιστατικό.
Στὸ διάστημα ποὺ ἐμείναμε μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἐζήσαμε τὴ ζωντανὴ παρουσία τῆς Ἁγίας. Πολλὲς φορὲς ἐβλέπαμε τὴ σκιὰ μιᾶς ἡλικωμένης μαυροφορεμένης γυναίκας. Ἄλλοτε σήμαινε σὰν καμπάνα δυνατὰ καὶ γλυκὰ ἡ Ἁγία Εἰκόνα καὶ τινάζονταν τὰ χρυσὰ τάματα ποὺ ἦσαν μέσα στὸ κουβούκλιό της. Αὐτὰ τὰ εὐεργετικὰ ἀλλὰ καὶ ὑπερφυσικὰ περιστατικὰ ἔχουν σφραγίσει τὴν ψυχή μου μὲ μιὰ ξεχωριστὴ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μορφὴ τῆς Ἁγίας μας Ἄννας. Ἐλπίζω νὰ τὴν εὕρω μεσίτην καὶ βοηθὸν καὶ εἰς τὸ φοβερὸν βῆμα τῆς κρίσεως ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας».
Θαῦμα 15ον
Ὁ Παναγιώτης Κριβέρης, ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιότερους Βορινοὺς ποὺ ζεῖ ἀκόμη (1984) στὸ Αἴγιο καὶ σὲ καλὴ ὑγεία, σύζυγος τῆς Αἰκατερίνης Κριβέρη ποὺ ἀναφέραμε ὡς τώρα, στρέφει μὲ ξεχωριστὴ νοσταλγία τὴ σκέψη καὶ τὴ θύμηση στὴν πατρίδα καὶ ἀφήνει καὶ χωρὶς νὰ θέλη νὰ φαίνεται ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ ἀγάπη του στὴν Ἁγία Ἄννα.
-Νὰ ντὴ διῶ (ἐννοεῖ τὴν εἰκόνα) ντὴ Ἀΐα Ἄννα κι ἂς πεθάνω τότε.
Ὁ εὐλαβὴς καὶ σεβαστὸς Βορινὸς γέρων διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Ἀπὸ νέος εἶχα μάθει τὴν Τέχνη τοῦ βαρελᾶ. Δούλευα τὴ δουλειά μου σὲ διάφορα χωριά. Κάποτε δούλευα στὴν Ἁλώνη, ἀπέχει ἀπὸ τὸ δικό μας χωριὸ κοντά μισὴ ὥρα. Στὴν περιοχὴ αὐτοῦ τοῦ χωριοῦ εἶχε βάλτο καὶ οἱ κάτοικοι ὑπέφεραν συχνὰ ἀπὸ ἐλονοσία. Μὲ χτύπησε κι᾿ ἐμένα. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσα πολλὴ σημασία. Συνέχισα νὰ δουλεύω. Μοῦ δίνανε κινίνο γιὰ νὰ μοῦ περάσει. Σήμερα νὰ γίνω καλά, αὔριο νὰ γίνω καλά. Ἀντὶ γιὰ καλὰ χειροτέρεψα. Ἔπεσα στὸ κρεββάτι βαριὰ ἄρρωστος. Στὴ συνέχεια διαπιστώθηκε μαζὺ μὲ τὴν ἐλονοσία καὶ ἡπατίτιδα μὲ ἵκτερο. Ἡ κατάστασή μου ἔγινε κρίσιμη. Χάθηκαν οἱ ἐλπίδες νὰ ζήσω. Ὁ γιατρὸς μὲ ξέγραψε. Σταμάτησα νὰ παίρνω τροφή, οὔτε γάλα δὲν δεχόμουν.
Στὴν κατάσταση αὐτὴ βλέπω στὸν ὕπνο μου μιὰ σεμνὴ γυναῖκα, ἡλικιωμένη μὲ λευκὸ μαντῆλι στὸ κεφάλι. Στάθηκε μπροστά μου καὶ μὲ ρώτηξε:
-Τί ἔχεις;
-Δὲν μπορῶ, ἀπάντησα. Πλησίασε κοντά μου κι ἀκούμπησε τὸ χέρι της ἐπάνω στὴν κοιλιά μου, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἡπατίτιδα ἦταν πρησμένη καὶ φουσκωμένη.
-Δὲν ἔχεις τίποτα, εἶπε, θὰ γίνης καλά. Νά᾿ ρθῆς αὔριο στὸ σπίτι μου.
Τὸ πρωὶ διηγήθηκα στὴ μητέρα μου τὸ ὄνειρο.
-Ἡ Ἁγία Ἄννα ἤτανε, εἶπε. Θὰ σὲ πᾶμε νὰ προσκύνησης καὶ νὰ κάμουμε ἁγιασμό.
Πήγαμε. Στὴ διάρκεια τοῦ ἁγιασμοῦ ἤμουν καθιστός. Μοῦ δώσανε τὴν εἰκόνα στὰ γόνατά μου. Στὴν ἀρχὴ μοῦ φάνηκε ἐλαφρή. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως γινότανε ὅλο καὶ πιὸ βαριά. Μοῦ χτυποῦσε τὸ μέτωπο κι᾿ ἔκανε κινήσεις πέρα-δῶθε πάνω στὸ σῶμα μου. Μὲ ξάπλωνε ὕπτιο κάτω. Ὅλ᾿ αὐτὰ μέχρι ποὺ τελείωσε ὁ ἁγιασμός. Ἀπὸ τότε πῆρα τὸ καλύτερο. Συνέχισα ὅμως, ἐνῷ οἱ δικοί μου νήστευαν, νὰ πηγαίνω τακτικὰ ἐπὶ δέκα ἡμέρες νὰ προσεύχωμαι κάνοντας ἁγιασμὸ καὶ παράκληση. Ἔγινα ἐντελῶς καλὰ «ἀπὸ τὸ θαῦμα της» καὶ ζῶ μέχρι σήμερα, (1984)».
Θαῦμα 16ον
Ὁ ἴδιος, ὁ σεβαστός μας γερο-Κριβέρης διηγεῖται καὶ τὸ ἑξῆς φοβερὸ περιστατικό.
«Τότε ποὺ πηγαίναμε ἐπὶ δέκα ἡμέρες συνέχεια γιὰ ἁγιασμὸ στὴν Ἁγία Ἄννα γνωρίσθηκε ἐκεῖ ἡ μητέρα μου μὲ μία ἄρρωστη. Εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀφισιά. Εἶναι νησὶ κοντὰ στὴν Κούταλη, κι᾿ ἀπέχει μισὴ ὥρα μὲ τὸ καΐκι ἀπὸ τὸ Νησί μας.
Ὁ ἄνδρας της εἶχε ἀπελπισθῆ γιὰ τὴ ζωή της. Σὰν Βορινὸς ὅμως ἐγνώριζε γιὰ τὰ μεγαλεῖα τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ κρέμασε στὴ χάρη της τὶς ἐλπίδες του. Ἔφερε τὴ γυναῖκα του καὶ τὴν ἄφησε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀνάθεσε τὴ φροντίδα της σὲ μιὰ γερόντισσα συγγενῆ του. Θυμᾶμαι ὅτι ἡ ἄρρωστη κοιμόταν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶχαν βάλει σανίδια στὸ δάπεδο κι ἐπάνω στὰ σανίδια εἶχαν ψάθα. Αὐτὸ ἦταν τὸ κρεββάτι τῆς ἄρρωστης. Κατερίνα τὴν ἔλεγαν. Συνειθιζόταν νὰ γίνεται συντροφιὰ στοὺς ἄρρωστους καὶ νὰ μὴ μένουν μόνοι τους. Ἂν συνώδευαν πρόσωπα τῆς οἰκογενείας εἶχε καλῶς, ἐὰν ὄχι, τότε, χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ Βόρι ἐναλλὰξ ἔπρεπε νὰ συντροφεύουν τὸν ἄρρωστο καὶ νὰ διανυκτερεύουν μαζύ του, συγχρόνως δὲ ἐνήστευαν ἐκείνη τὴν ἡμέρα.
Ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τῆς μητέρας μου νὰ ξενυχτίση μὲ τὴν ἄρρωστη Κατερίνα μὲ τὴν ὁποία, ἄλλωστε γνωριζόταν. Πῆρε κι ἐμένα μαζύ της. Ἐπῆγα μὲ χαρά. Ἦταν εὐκαιρία νὰ εὐχαριστήσω τὴν Ἁγ. Ἄννα γιὰ τὴν εὐεργεσία τὴ μεγάλη ποὺ μοῦ εἶχε κάμει.
Ὁ Ἐπίτροπος ὅταν νύχτωνε κλείδωσε τὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔκανε συνήθως, κι ἔφυγε. Ἐμεῖς οἱ τρεῖς μείναμε μέσα. Ὁ Ναὸς φωτιζόταν μόνο μὲ τὸ φῶς τῶν καντηλιῶν καὶ ἀπὸ μία λαμπάδα ἀναμμένη. Ἡ μητέρα εἶχε πιάσει κουβέντα σιγανὴ μὲ τὴν Κατερίνα. Ἐγὼ εἶχα σταθῆ παραπέρα ὄρθιος σ ἕνα στασίδι κι ἔκανα προσευχή. Ἡ ὥρα θὰ ἦταν περίπου ἐννιά. Ἕνας δυνατὸς θόρυβος μὲ ἔκαμε νὰ γυρίσω πρὸς τὴν πόρτα. Ἄκουσα σὰ νὰ μπαίνῃ κλειδὶ καὶ νὰ γυρίζῃ τὴν κλειδαριὰ τρεῖς φορὲς κράκ, κράκ, κράκ. Περίμενα ν᾿ ἀνοίξη ἡ πόρτα, ἀλλὰ δὲν ἄνοιξε. Μπῆκε ὅμως μέσα χωρὶς ν᾿ ἀνοίξη ἡ πόρτα μιὰ γυναῖκα μεγαλόπρεπη. Μέτριο ἀνάστημα, λίγο γεμάτη. Φοροῦσε ἀπὸ μέσα πράσινο φόρεμα μακρὺ κάτω-κάτω κι ἀπέξω ράσσο μαῦρο. Φοροῦσε πράσινα πασουμάκια καὶ στὸ κεφάλι εἶχε μαντήλι μὲ τὸ χρῶμα τοῦ βερύκοκου. Προχώρησε μὲ γρήγορα βήματα πρὸς τὸ ἱερό. Ἀκουγόταν ὁ θόρυβος φράστ φρούστ ἀπὸ τὸ φόρεμά της στὸ περπάτημα. Πέρασε ἀκριβῶς δίπλα μου. Μπῆκε στὸ ἱερὸ καὶ μετὰ ἀκούσθηκε ἕνα δυνατὸ τράνταγμα στὸ κουβούκλιό της ποὺ ἔκαμε τὰ χρυσὰ τάματα νὰ κουδουνίσουν. Χτυποῦσε τὸ ἕνα με τὸ ἄλλο. Ἔβαλα τὶς φωνές. Μάνα... Μάνα, Μάνα ἡ Ἁγία Ἄννα πέρασε, ἡ Ἁγία Ἄννα. Οἱ γυναῖκες γύρισαν νὰ ἰδοῦν, ἀλλὰ δὲν πρόλαβαν. Ἄκουσαν ὅμως τὸ τράνταγμα στὸ κουβούκλιό της καὶ τὸ θόρυβο ποὺ ἔκαναν τὰ τάματα.
Ἡ ἄρρωστη Κατερίνα κάποια ἡμέρα ἔφυγε γιὰ τὸ νησί της ἐντελῶς ὑγιὴς δοξολογώντας κι ἐκείνη τὴν εὐεργέτιδά μας Ἁγία Ἄννα».
Θαῦμα 17ον
«Ἡ Ἁγία Ἄννα, διηγεῖται ὁ Γέρο-Κριβέρης κι᾿ ἐπιβεβαιώνουν κι ἄλλοι ποὺ θυμοῦνται αὐτὴν τὴν ἐποχὴ, ὅπως ὁ Στρατὴς Μαμαλοῦγκος καὶ ὁ Στέλιος Μιχαηλίδης, ἡ Ἁγία Ἄννα μᾶς ἔσωσε πολλὲς φορὲς ἀπὸ χολέρα.
Θυμᾶμαι τὰ ἑξῆς περιστατικά:
α) Ἡ δουλειά μου ἦταν βαρελάς. Ἔτσι γύριζα στὰ διάφορα χωριὰ καὶ δούλευα τὴν τέχνη μου. Χρειάσθηκε τότε στὰ 1916 νὰ ταξειδέψω στὸ χωριὸ Ῥόδα. Ἐκεῖ εἶχα ἀφήσει μερικὰ ἐργαλεῖα καὶ ἤθελα νὰ τὰ πάρω. Σὰν φθάσαμε μὲ τὸ καΐκι στὸ λιμάνι τῶν Ῥόδων βγῆκε ἔξω μιὰ βάρκα μὲ ἄσπρη σημαία. Πλησίασε. Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Λιμενικοῦ.
-Ἀπαγορεύεται νὰ μπεῖτε στὸ λιμάνι. Ἐπιδημία χολέρας. Μόνο γυρίστε πίσω στὸ Βόρι καὶ στεῖλτε μας τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννας γιατὶ κάθε μέρα ἔχομε νεκρούς.
Ἔστειλαν τὴν εἰκόνα. Ὅσοι πέθαναν ὡς τότε πέθαναν. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πῆγε ἡ εἰκόνα δὲν πέθανε ἄλλος ἀπὸ λοιμική. Ἡ χολέρα ἔφυγε. Πῆγα κι ἐγὼ μετὰ καὶ πῆρα τὰ ἐργαλεῖα μου.
β) Στὸ Βόρι ἦλθε καὶ ἀπὸ τὴ Γωνιὰ καΐκι μὲ ἄσπρη σημαία. Ἡ Γωνιὰ εἶναι χωριὸ μιὰ ὥρα δρόμο μακρυὰ ἀπὸ τὰ Ῥόδα. Ἦλθαν καὶ πῆραν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννας γιατὶ εἶχε πέσει χολέρα. Τὴν εἰκόνα τὴν κράτησαν κάπου ἕνα μῆνα στὴ Γωνιά. Ἡ χολέρα ἔφυγε. Οἱ Γωνιῶτες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τοὺς ἔφερναν στὸ προσκύνημα ἀφιερώματα καὶ λάδι.
γ) Στὰ 1911 ἔπεσε χολέρα στὸ χωριὸ Σκουπιά. Ἀπαγορεύθηκε ἡ ἐπικοινωνία μὲ ἄλλα χωριά. Τοὺς ἔβαλαν σὲ καραντίνα. Τρόφιμα ἔστελναν μὲ τὰ καΐκια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπιαναν σκάλα στὴ στεριά. Τὰ τρόφιμα τὰ πετοῦσαν ἔξω καὶ τὰ παίρναμε. Ἀπὸ τὴ χολέρα πέθανε ὁ Σταμοῦλος.
Οἱ κάτοικοι γιὰ νὰ γλυτώσουν ἐγκατέλειψαν τὸ χωριὸ σκόρπισαν στὰ χωράφια κι᾿ ἔκαμαν καλύβες. Ζήτησαν νὰ τοὺς πᾶμε τὴν Ἁγία Ἄννα. Τὴν πήγαμε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ τὴν παράλαβαν οἱ Σκουπιῶτες. Ὑποφέρανε τότε καὶ ἀπὸ ψωμί. Ἔτσι ὁ Δόξης ποὺ ἦταν Πρόεδρος στὸ Βόρι φρόντισε, ἐπειδὴ εἶχε καὶ μύλο καὶ ἔστειλε τρόφιμα. Αὐτὸν τὸ Δόξη τὸν λέγαμε καὶ Τοῦρκο ἐξ αἰτίας ποὺ δὲν νήστευε Τετάρτη καὶ Παρασκευή. Ἡ Ἁγία Ἄννα σταμάτησε τὸ θανατικὸ στὰ Σκουπιά.
δ) Ἡ χολέρα ἔπεσε καὶ στὸ Πασαλιμάνι τότε. Πήγαμε τὴν Ἁγία Ἄννα μέχρι τὸν Ἁι-Στράτηγο κι ἀπ᾿ ἐκεῖ τὴν πῆραν οἱ Πασαλιμανιῶτες μὲ λαχτάρα γιατὶ ἐκεῖ εἶχε κάμει θραύση τὸ θανατικό. Ἡ Ἁγία Ἄννα σταμάτησε τὸ κακό.
ε) Στὸ Βόρι δὲν ἔπεσε χολέρα γιατὶ τὸ προστάτευε ἡ Ἁγία Ἄννα. Ἔμεις ἐκεῖ στὸ Βόρι γιατρὸ δὲν εἴχαμε, γιατρὸ δὲ θέλαμε εἴχαμε «Ντὴν Ἁΐα Ἄννα».
Θαῦμα 18ον
Ἡ Μαρία Μυλωνᾶ, θυγατέρα τοῦ Γιωργάκη Χατζηαθανασίου ἀπὸ τὴν Ἀρτάκη, ἡ λεγομένη Προεδρίνα ἐτῶν σήμερα (1983) 89 διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Ἤμουν 18 ἐτῶν ὅταν συνέβη τὸ περιστατικό. Εἴχαμε πάει μὲ τὴ μητέρα μου τὴν Ἀγγλαΐα καὶ τὸν ἀδελφό μου Σταμάτη νὰ προσκυνήσουμε τὴν Ἁγία Ἄννα στὸ Βόρι. Εἴχαμε ἐκεῖ κι ἕνα φιλικὸ σπίτι, τὴν οἰκογένεια Τρανοῦ καὶ μέναμε κάθε φορά. Τότε μὲ ἄλλες κοπέλλες τῆς ἡλικίας μου πήγαμε, ἕνα περίπατο μέχρι τὸν ἀνεμόμυλο. Ἦταν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ στὸ δρόμο πρὸς τὸ Πασαλιμάνι. Καθὼς παρατηρούσαμε τόνα καὶ τ᾿ ἄλλο στὸν Ἀνεμόμυλο ἔξαφνα μοῦ ἦλθε μία ζαλάδα κι ἔπεσα κάτω λιπόθυμη. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ἔμεινα τρεῖς ἡμέρες. Ἤμουν ἀναίσθητη. Ὅταν καλλιτέρεψα πήγαμε μὲ τὴ μητέρα μου στὴν Ἁγία Ἄννα. Μὲ ἔβαλαν νὰ καθήσω στὸ δάπεδο τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετὰ μοῦ ἔφεραν τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἔστησαν ὄρθια στὰ γόνατά μου. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε εὐλογητὸς γιὰ τὸν ἁγιασμό. Τότε ἡ εἰκόνα μὲ μιὰ ἀόρατη δύναμη μ᾿ ἔσπρωξε κι ἔπεσα, ἤθελα δὲν ἤθελα, κάτω ξαπλωτή. Στὴ συνέχεια κινήθηκε ἐπάνω μου ἡ εἰκόνα πέρα δῶθε ἀπὸ τὸ λαιμὸ μέχρι τὰ πόδια καὶ ξαναγύριζε ἀπὸ τὰ πόδια στὸ λαιμό. Αὐτὸ ἔγινε τρεῖς φορές. Ὅταν τέλειωσε ὁ ἁγιασμός, ὁ ἱερεὺς πῆρε τὴν εἰκόνα καὶ μοῦ ἔδωσε χέρι καὶ σηκώθηκα. Αἰσθάνθηκα ἀπὸ τότε ἐντελῶς καλὰ στὴν ὑγεία μου. Μοῦ ἔδωσαν νὰ πιῶ καὶ ἀπὸ τὸ ἁγίασμα, τὸ ὁποῖο βρισκόταν δίπλα στὴ θέση τῆς εἰκόνας, στὸ δάπεδο σκεπασμένο. Μὲ τὸ ἁγιασμένο αὐτὸ νερὸ μετὰ ράντισαν τὸ κεφάλι μου καὶ τὸ πρόσωπό μου. Τὸ περιστατικὸ αὐτῆς μου τῆς ἀρρώστειας ἔγινε ἀφορμὴ νὰ γνωρίσω περισσότερο τὴ χάρη τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ νὰ καλλιεργηθῆ στὴν ψυχή μου μιὰ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καὶ ἀγάπη γιὰ τὸ ἱερό της πρόσωπο, ἐκείνη, βέβαια ποὺ ὀφείλεται στοὺς Ἁγίους».
Θαῦμα 19ον
Ἡ Βασιλική, σύζυγος Νικ. Σκαμνᾶ ἀδελφὴ τῆς Μαρίας Μυλωνᾶ, κάτοικος Αἰγίου (Γρηγορίου Ε´ 36), διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Εἶχα τρία παιδιὰ τότε στὴν πατρίδα (Ἀρτάκη). Μιὰ ἡμέρα μοῦ ἀρρώστησε τὸ μεσαῖο στὴν ἡλικία, ὁ Ἄνθος. Καλῶ τὸ γιατρό, τὸ ἐξετάζει.
-Μὴν ξοδεύεσαι, μοῦ εἶπε. Τὸ παιδὶ ἔχει μηνιγγίτιδα, σὲ λίγες ὧρες θὰ πεθάνη. Καὶ πράγματι πέθανε. Γυρίζοντας ἀπὸ τὴν κηδεία βρίσκω καὶ τὸ ἄλλο παιδί, τὴν Ἀναστασία μου, πεθαμένο ἀπὸ τὴν ἴδια ἀρρώστεια. Δὲν τὸ ἄντεξα, ἔπαθα ψυχικὸ κλονισμό. Λίγο ἤθελε νὰ χάσω ὁλότελα τὰ λογικά μου. Μὲ πῆρε τότε ἡ μητέρα μου καὶ μὲ πῆγε στὸ Βόρι στὴν Ἁγία Ἄννα «γιατὶ ὅλοι τσοὶ παθημένοι στὴν Ἁΐα Ἄννα τσοὶ πηγαίνασι». Ἐμείναμε μέσα στὴν Ἐκκλησία 40 ἡμέρες μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Λάδι μόνο τὸ Σαββατοκύριακο. Ὁ ἱερεὺς ἐρχόταν κάθε ἡμέρα καὶ μᾶς διάβαζε ἁγιασμὸ καὶ παράκληση. Στὸν ἁγιασμὸ ἤμουν καθιστὴ στὸ δάπεδο τῆς Ἐκκλησίας καὶ μοῦ ἔδιναν τὴν εἰκόνα στὰ γόνατά μου νὰ τὴν κρατῶ. Στὴν ἀρχὴ μοῦ φαινόταν ἐλαφρὴ σὰν πούπουλο. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες αἰσθανόμουνα καλύτερα καὶ μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἔγινα τελείως καλά. Ἀπὸ τότε κάθε χρόνο, ὅσο ἤμουν ἐκεῖ στὴν πατρίδα, πήγαινα στὸ Βόρι στὴ χάρη της νὰ τῆς λέω τὸ εὐχαριστῶ μου».
Θαῦμα 20ον
Ὁ Κωνσταντῖνος Καρακόπουλος ἀπὸ τὸ Πασαλιμάνι διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Ἡ ἀδελφή μου Ἑλένη ὅταν ἦταν ἀκόμη στὴν προσχολικὴ ἡλικία ἔξαφνα βουβάθηκε, ἔχασε τὴ μιλιά της. Οἱ γιατροὶ στοὺς ὁποίους κατέφυγαν οἱ γονεῖς μου δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξηγήσουν τὸ φαινόμενο καὶ πολὺ περισσότερο νὰ δώσουν θεραπεία.
Τὸ παιδάκ, σήκωνε τὸ χέρι του καὶ ἔδειχνε πρὸς τὸ Βόρι. Κατάλαβαν τὶ ἔδειχνε. Ἡ μητέρα μου ἔταξε στὴν Ἁγ. Ἄννα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡμέρα κάθε πρωῒ μαζὺ μὲ τὸ ἄλαλο παιδὶ πήγαινε στὸ Βόρι. Γινόταν ἡ προσευχὴ καὶ ὁ καθιερωμένος ἁγιασμὸς μὲ τὴν εἰκόνα καὶ ξαναγύριζαν στὸ σπίτι τὸ μεσημέρι. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, ἕνα βράδυ ἡ μητέρα μου εἶδε στὸ ὄνειρό της νὰ μπαίνῃ στὸ σπίτι μας μιὰ μαυροφορεμένη θαυμαστὴ γυναῖκα. Πλησίασε στὸ κρεββατάκι τῆς Ἑλένης. Στάθηκε ἀπὸ πάνω της καὶ μετὰ ἔβγαλε μιὰ χρυσῆ λόγχη μὲ τὴν ὁποία τὴ σταύρωσε στὸ στόμα. Ἔκαμε μεταβολὴ κι ἔφυγε. Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ παιδὶ ξύπνησε καὶ φώναξε:
-Μητέρα, ἦρθε ἡ Ἁγία Ἄννα, μοῦ ἔδωσε τὴ φωνή μου. Τὸ θαῦμα εἶχε γίνει. Τὴν ἄλλη ἡμέρα πῆγαν στὸ Βόρι κι᾿ ἀπέδωσαν τὴν εὐχαριστία τους. Τὸ τάμα ὅμως δὲν πρόλαβαν νὰ τὸ πᾶνε στὸ Βόρι γιατὶ ἔγινε ὁ ξεσηκωμὸς τοῦ 22. Τὸ ἔδωσαν στὸ Αἴγιο. Ἀνάμεσα στὰ ἀφιερώματα ποὺ εἶναι στὴν εἰκόνα τῆς Ἁγ. Ἄννας στὸ Ναό της στὸ Συνοικισμὸ Αἰγίου διακρίνεται καὶ τὸ τάμα τῆς ἀδελφῆς μου Ἑλένης. Εἶναι μιὰ χρυσῆ γλῶσσα».
Θαῦμα 21ον
Ἕνας Τοῦρκος ποὺ τὸν ἔλεγαν Ἔτεμ βρῆκε εὐκαιρία καὶ ἔκλεψε ἕνα τραπεζομάντηλο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ τὸ ἔκανε νυχτικὸ τοῦ παιδιοῦ του. Ὅταν τὸ φόρεσε τὸ ἀγοράκι καὶ ξάπλωσε νὰ κοιμηθῆ, πῆρε φωτιὰ τὸ νυχτικὸ καὶ κάηκε πάνω στὸ σῶμα του χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ πάθη τίποτε ἀπολύτως. Φοβήθηκε ὅμως τόσο πολὺ ποὺ ἀρρώστησε βαριά. Ἡ μάνα τοῦ παιδιοῦ πῆγε τότε σὲ μιὰ γνωστή της χριστιανὴ τὴν Ξαφένια καὶ τὴν παρακάλεσε νὰ τῆς πάη λίγο ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς Ἁγίας Ἄννας, μήπως καὶ γίνη τὸ παιδί της καλά. Ἡ χριστιανὴ δυσκολεύθηκε, τὸ θεώρησε βεβήλωση, νὰ δώση ἁγίασμα στὴν Τουρκάλα. Σκέφθηκε ὅμως νὰ τῆς δώση ἀντὶ γιὰ ἅγιασμα λίγο νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι ποὺ ἦταν στὸ προαύλιο τῆς Ἁγίας Ἄννας. Μὲ τὸ νερὸ ἡ Τουρκάλα ράντισε καὶ πότισε τὸ παιδί της, τὸ ὁποῖο μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἔγινε καλά. Ἀπὸ τότε τὸ παιδὶ αὐτὸ τὸ ἔστελναν στὸ ἑλληνικὸ Σχολεῖο κι ἔκανε παρέα μόνο μὲ χριστιανόπουλα. Σχεδίαζαν νὰ τὸ βαπτίσουν καὶ νὰ γίνη χριστιανός, ἀλλὰ δὲν πρόλαβαν, γιατὶ ἦρθε ὁ διωγμός.
Οἱ Τοῦρκοι στὸ Βόρι, ποὺ ἔβλεπαν τὰ θαύματα τῆς Ἁγίας Ἄννας, τῆς εἶχαν μεγάλο σεβασμό. Ἔτσι, ὅταν ἔγινε ὁ πρῶτος διωγμὸς τῶν Ἑλλήνων τὸ 1912 καὶ φεύγοντας οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ Βόρι ἔμειναν μόνο Τοῦρκοι, τὸ καντῆλι τῆς Ἁγίας Ἄννας ποτὲ δὲν ἔσβυνε. Τὸ ἄναβαν οἱ Τοῦρκοι.
Θαῦμα 22ον
Ἡ Μαρία χήρα Ἀρίστου Ἀριστάρχου, κάτοικος Αἰγίου (Χρυσ. Σμύρνης 11) διηγεῖται τὰ ἑξῆς:
«Ἡ μητέρα μου Ἄννα Γεωργίου ὅταν ἦτο κόρη ἀνύπαντρη ἡλικίας 30 ἐτῶν, ἐνῷ ἦτο ὑγιὴς αἴφνης ἔπαθε παράλυση. Δὲν μποροῦσε νὰ κινήση τίποτε. Ἐμένανε στὸ Βόρι καὶ γιατρὸ τότε πίστευαν καὶ εἶχαν μόνο τὴν Ἁγία Ἄννα. Πῆραν τὴν ἄρρωστη καὶ τὴν πῆγαν σηκωτὴ μὲ τὸ φορεῖο στὴν Ἁγία Ἄννα. Ἔμεινε ἐκεῖ μὲ τὴ μητέρα της Μαλαματένια μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Πολλὲς φορὲς τὰ βράδυα, διηγεῖται, ἀκουόταν ὁ θόρυβος ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα κλειδαριᾶς χωρὶς νὰ ἄνοιγῃ ἡ πόρτα καὶ ἄλλοτε καταλάβαιναν τὸ θόρυβο ἀπὸ τὰ πασουμάκια τῆς Ἁγίας Ἄννας, ποὺ περπατοῦσε χωρὶς νὰ τὴ βλέπουν. Καὶ ἄλλοτε ἀκουόταν τὸ θυμιατὸ ποὺ θύμιαζε ἡ Ἁγία Ἄννα τὴ νύχτα στὸ ἱερό. Ἡ ἄρρωστη τότε μητέρα μου μετὰ τὶς 40 ἡμέρες ἔγινε ἐντελῶς καλά. Εἶχε πάντα μιὰ μεγάλη εὐλάβεια στὴν Ἁγία Ἄννα, καὶ δὲν ἄφηνε καμιὰ εὐκαιρία διὰ νὰ ἐκφράζῃ τὴν εὐγνωμοσύνη της».

Αναγνώστες