Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ο γάμος (πέμπτο μέρος)

Η αγιότητα του γάμου  
Για την αγιότητα του γάμου80 μιλούν η Aγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο θεσμός του γάμου κατά την Aγία Γραφή εμφανίζεται αμέσως κατά τη δημιουργία των πρωτοπλάστων. Υπενθυμίζοντας δε τούτο ο Κύριος στην Καινή Διαθήκη καταλήγει λέγοντας ότι τους συζύγους που «ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», και με την παρουσία Του ευλόγησε το γάμο στην Κανα81.
Kαι ο Κύριος Ιησούς παρομοιάζεται με το νυμφίο: απ' Αυτόν τον ίδιο, από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Απόστολο Παύλο και άλλους. Νύξεις δε βρίσκουμε και σ' αυτήν την Παλαιά Διαθήκη82.
Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την άρνηση του θεσμού του γάμου ως αποστασία από την πίστη83, δηλαδή προφητεύει την εμφάνιση αιρετικών84. Το χωρίο όμως Γαλ. ε', 16-25 εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση ότι ο γάμος (και η συνουσία μέσα σ' αυτόν) είναι «κατά του πνεύματος (και βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν» οι έγγαμοι.
Αλλά μελέτη με προσοχή βεβαιώνει τον αναγνώστη του χωρίου ότι πραγματικά «η σάρκα επιθυμεί αντίθετα προς το πνεύμα». «Τα έργα (όμως) της σάρκας (είναι) η πορνεία η ακαθαρσία, η ακολασία» κ.λπ. και όχι ο γάμος (και η συνουσία μέσα σ' αυτόν85).
Τέλος, στην Επιστολή προς Εβραίους (ιγ', 4) ρητά αναφέρεται: «ο γάμος να θεωρείται άξιος τιμής από όλους κι η συζυγική κλίνη να είναι αμόλυντη («τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος»).  
Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας και θεολόγους, ο γάμος είναι άγιος, διότι «αγίου όντος του νόμου, άγιος ο γάμοςι (Κλήμης ο Αλεξανδρινός αλλά και «Διδαχαί Αποστόλων», Αμφιλόχιος Ικονίου, Μ. Φώτιος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Μητροφάνης Κριτόπουλος, Πέτρος Μογίλας, «Ακολουθία μυστηρίου» κ.λπ.86).
«Τίποτα το φυσικό δεν είναι κακό, («ουδέν γαρ κακόν κατά φύσιν», Ιωάννης Δαμασκηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος87) και «είναι αμαρτία κάθε τι που είναι αντίθετο απ' την κοινή λογική» («παν το παρά τον λόγον τον ορθόν τούτο αμάρτημά εστιν», Κλήμης ο Αλεξανδρινός88).
Προϋπόθεση της αγιότητας είναι η πριν από το γάμο ηθική καθαρότητα των συζύγων (Χρυσόστομος89). Η συζυγική σχέση (συνουσία) δεν εμποδίζει την αγιότητα (Χρυσόστομος, «Διδαχαί»90). Το αντίθετο υποστήριξαν αιρετικοί (μερικοί από τους οποίους έφθασαν από την άκρα εγκράτεια στην ακολασία, τον αντινομισμό91), που καταδίκασε η Εκκλησία. (Ιδίως η Σύνοδος της Γάγγρας92).
Με βάση το χωρίο του Παύλου: ο γάμος «το μυστήριον τούτο μέγα εστίν, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν», η Εκκλησία χαρακτηρίζει το γάμο προαιρετικό Μυστήριο, κι ο ελληνικός λαός με παροιμία λέει: «Οι γάμοι είναι στον ουρανό γραμμένοι». Είναι δηλαδή κατά τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας ένα από τα επτά Μυστήρια.
Αλλά μερικοί μεταγενέστεροι ασκητικοί κύκλοι κατέληξαν ν' αποκλείσουν το γάμο ως μυστήριο, ενώ δέχονταν ως μυστήριο τη «μοναχική τελείωση» (Θεόδωρος ο Στουδίτης, Ιώβ ο Ιασίτης94) και γενικά κατέκριναν το γάμο (οι Βογόμιλοι). Kαι τον περασμένο αιώνα κάποιοι αιρετικοί κατέκριναν τη μονογαμία, καί, οι μεν «Αδελφοί του ελευθέρου έρωτος», δέχονταν την κοινοκτημοσύνη των γυναικών96, ενώ οι Μορμόνοι δέχονταν την πολυγαμία97.
Ο γάμος όμως διατηρεί τον αγιασμό των πιστών (Χρυσόστομος98), γιατί η γενετήσια σχέση δεν είναι αμαρτία (Αθανάσιος, Θεοδώρητος, Χρυσόστομος99), αλλά «έννομον (νόμιμο) και σύμμετρον αγαθόν» (Ισίδωρος Πηλουσιώτης, αλλά και Θεόδωρος Μοψουεστίας, Χρυσόστομος, Κύριλλος Ιεροσολύμων100).
Είναι δυνατό όμως να καρποφορήσει τις αρετές (Κλήμης ο Αλεξανδρινός, Χρυσόστομος101). «Το ξύλον της γνώσεως» βεβαίως δεν ήταν η σαρκική σχέση (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς102), γιατί οι πρωτόπλαστοι συνουσιάσθησαν μετά την έκπτωση από τον Παράδεισο (Προκόπιος ο Γαζαίος103).  
Αν όμως δεχθούμε ότι ο γάμος, και η συνουσία μέσα σ' αυτόν, είναι αμαρτία104 για τον άνθρωπο, τότε: 1) Θα δεχθούμε κατ' ανάγκη ότι ο Θεός ενέβαλε την αμαρτία στον άνθρωπο, με το να οδηγήσει τους πρωτοπλάστους στο γάμο και να τους συστήσει τον πολλαπλασιασμό του ανθρωπίνου γένους· πράγμα κακόδοξο και άτοπο, γιατί αντίκειται στην αγιότητα και την πανσοφία του Θεού105. 2) Θα δεχθούμε κατ' ανάγκη ότι για τον άνθρωπο είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγει την αμαρτία, γιατί η γενετήσια ορμή αφού είναι έμφυτη δεν είναι δυνατό κατ' αρχήν να αποφευχθεί τελείως, ούτε δύναται ο άνθρωπος να εκλέξει εντελώς ελεύθερα μεταξύ καλού και κακού· πράγμα κακόδοξο και άτοπο, γιατί αρνούμαστε την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, χωρίς την οποία. δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί μια πράξη ως αμαρτία ή αρετή106.  
Ο τρόπος όμως της ικανοποίησης οποιασδήποτε φυσικής ορμής μπορεί να είναι αμαρτία, γιατί εξαρτάται συνήθως από την προαίρεση του ανθρώπου107. Kαι αν η συνουσία μέσα στο γάμο δεν είναι αμάρτημα, μήπως όμως ενέχει κάποιο ψεγάδι (ντροπή), «μώμον»; Αν με την έννοια «μώμος» εννοείται η ατέλεια του ανθρώπου (σε σύγκριση με το Θεό), που τον δέχεται ο Χριστιανισμός108 και μερικοί από τους αρχαίους Έλληνες109, τότε και η συνουσία γενικά ενέχει μώμο.
Αλλά τότε μώμο ενέχει και κάθε ανθρώπινη πράξη.
Επομένως και ο «παρθένος» (ο αναφρόδιτος) δεν είναι απαλλαγμένος από κάποιο μώμο, αφού ζει στη γη και δρα. Αυτό όμως είναι άτοπο και αδιάφορο για το χαρακτηρισμό της συνουσίας, ότι αυτή δηλαδή ειδικά ενέχει ή δεν ενέχει μώμο.
 Μήπως όμως η συνουσία είναι δυνατό να γίνει ο προαγωγός στην αμαρτία; Η γενετήσια ορμή ως βιολογική ορμή που είναι, όταν τέλεια ικανοποιείται, άμετρα και με το παραπάνω (άμετρα), μπορεί να καλλιεργήσει και να αυξήσει την υλιστική διάθεση και αντίληψη της ζωής του ανθρώπου, που στην ολοκληρωμένη της μορφή όχι μόνο είναι αμαρτία, αλλά είναι πώρωση και αθεΐα, γιατί είναι έμπρακτος υλισμός110.
Αλλά βιολογική ορμή είναι και η προς συντήρηση ορμή. Επομένως και η πλήρης, άφθονη και άμετρη ικανοποίηση της ορμής προς συντήρηση (διατροφή, ανέσεις κ.λπ.) μπορεί να καλλιεργήσει τον έμπρακτον ύλισμόν και να γίνει επομένως προαγωγός της αθεΐας.
Ώστε ο κίνδυνος δεν υπάρχει μόνο στην ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής, αλλά και στην ικανοποίηση κάθε βιολογικής ορμής111. Επομένως ο χριστιανικός γάμος και η «εν αυτώ συνουσία» ούτε αμαρτία είναι, ούτε ενέχει κάποιον ειδικό μώμο, ούτε μόνος ο γάμος μπορει να γίνει προαγωγός στην αμαρτία.  
Χαρακτηριστικό είναι πως η Ορθόδοξη Εκκλησία και έγγαμους τίμησε ως αγίους, ή ως άτομα111α, ή ως ζευγάρια111β.
------------------------------------------------------------
80. Σ. Παπακώστα, Αγιότης, γάμος, γυναίκα. (Αθήναι, 1961). Χρυσοστόμου Θεμελή (Επισκόπου Θαυμακού), Γάμος καί διαζύγιον (έκδ. 2α, Αθήναι, 1953). Η. Rοdent, Intrοductiοn à l' Etude de la Théolοgie du Mariage. (Ρaris, 1960).
81. Γεν. α', 26-8 και β', 18-44. Πρβλ. Γεν. θ', 1, Σοφ. Σολ. ιθ', 14, Ματθ. ιθ', 4-6 Ιωάνν. β', 1 εξ.
82. Ο Κύριος: Ματθ. κβ', 1 εξ., κε', 1 εξ., Μάρ. β', 19, Λουκ. ιβ', 36. Ιωάννης: Ιωάν. γ', 29. Παύλος: Β' Κορ. ια', 2, Εφεσ. ε', 23 εξ. 32. Άλλοι: Αποκ. ιθ', 7-9, κα', 2-9, κβ', 17. Π. Διαθήκη: Ωσ. β', 19-21. Ησ. νη', 6 εξ., β', 5. Ιεζ. ιστ'. Ψαλμ. μδ'.Άσμα Ασμάτων.
83. «Το πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονται τινές της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις... κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων, α ο Θεός έκτισεν εις μετάληψιν μετά ευχαριστιας τοις πιστοίς και απεγνωκόσι την αλήθειαν. Ότι παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» αγιάζεται γαρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως». Α' Τιμ. δ', 1-5. Πρβλ. Α' Κορ. ζ', 2,5,6,9.
84. Οι αιρετικοί εξ υπερβολικής ασκήσεως απηγόρευον πάσαν υλικήν απόλαυσιν, Ιδέ Α' Τιμ. δ', 1-5, Πρβλ. Κολ. β', 20-23.
85. Πρβλ. Ματθ. ε', 28. Α' Θεσ. δ', 3. Σοφ. Σειρ. κγ', 6 καί Α' Κορ. ζ', 28 36,38,39.
86. Κλημ. Αλεξ. Στρωματείς, Γ' ΧΙΙ. (Β 8,41 ). Διδ. Αποστ., ΧΧΥΙΙΙ, 1. (Β. 2, 114). Αμφιλ. Λόγοι, Β' Ι.Μ. Φωτίου Επιστολαί, Α' 8, παρ. 95. Ευστάθιος Θεσσαλ., Προεισόδιος της Αγ. Τεσσαρακοστής Λόγος Β' 12 (Μ 39, 45, 102, 68β, 135, 592). Καρμίρη Μνημεία, έκδ. 1η, σ. 542-643. Ευχολόγιον.
87. Δαμασκηνού Έκδοσις ακριβής, της Ορθοδ. πίστεως, Α', 20. Χρυσοστόμου, Εις την προς Εφεσίους, ομ. Β' 3 (Μ. 94, 1196, 62 20). Πρβλ. Ιουστίνου, Απολογία, Β', 2. (Β 3, 200).
88. Παιδαγωγός, Α' ΧΙΙΙ. Β 7, 127.
89. Εις την Α' προς Θεσσαλόν., ομ. Ε', 3. Μ 62, 426.
90. Εις την προς Εβραίους, ομ. ΛΓ' 3 εις την Γένεσιν, ομ. ΚΒ', 3. Μ 63, 227-228. 53, 190. Διδαχαί Αποστόλων ΣΤ' ΧIV, 3-4 ΧΧVII, 3. Β 2, 103-104. 113, 17-9. Πρβλ. Χρυσόστομον, Εις την προς Ρωμαίους, ΙΓ', εις Δ. Μπαλάνου, Κρίσις της Δογματικής Χ. Ανδρούτσου. (Ιεροσολ., 1907), σ. 23.
91. Απόκρυφον Ευαγγέλιον κατ' Αιγυπτίους (και Ψευδοκλήμης), Απόκρυφοι Πράξεις Αποστόλων, Παύλου και Θέκλης, Πέτρου, Ιωάννου, Ανδρέου και Θωμά (Στεφ. 143-144, υποσ. 6). Μαρκίων, Σατορνείλος, Εσσαίοι (Β 5, 331, 5, 327, 358, 359), Βαρδισάνης, Ταπανός (Στεφ. ένθ' αν., Μπαλάνου, Πατρολογία, σ. 91.76. Πρβλ. Θεοδωρήτου του Κυρ., Αιρετικής κακομυθίας, Ε' 25. Μ 83, 532), και ο Μοντανισμός κατ' αρχάς (Στεφ. 72), ο ασκητής Ιέραξ, ο Ευστάθιος και οι Ευσταθιανοί (Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα, Γ' 96. Μπαλάνου, ένθ' αν. σ. 178. Σωκράτους, Εκκλ. Ιστορ. Β' 43. Μ 67, 352, Πρβλ. Στεφ., 143-144. Μπαλ. ένθ' αν. σ. 293, υποσ. 1). Ιδέ και Αλεξάνδρου Λυκοπολίτου, Κατά Μονιχαίων, 4, 25. Β 19, 165, 179.
92. Κανόνες Α', Δ', Θ' και ΙΔ', αλλά και ο ΝΑ' Κανών των «Αγίων Αποστόλων». Kαι η «Διδαχή των Αποστόλων» (ΧΥΙΙ, 1, ΧΧΥΙ, 3), ο Ιππόλυτος (Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος, Ζ' 28, 30. Θ' 18, 28), Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, Γ' ΙΧ, ΧΙ). B 2.105, 112. 5, 327, 331, 356. Πρβλ. 5, 359. 8, 34, 35.
93. Έφεσ. ε', 32.
94. Θ. Στουδiτου, Επιστολαί Β', 165, Μ 99, 1524, Στεφ., 425.
95. Στεφ., 386-387.
96. ΘΗΕ, 1, 400.
97. L. Wοοdbridge Riley, Saints, Latter-Day, εις Hast. ΧΙ, 82-90.
98. Εις την προς Εβραίους, ομ. ΛΓ', 1. Μ 63, 210. Πρβλ. Εις το «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν», 3. Μ 51, 190.
99. Αθαν., Επιστολή προς Αμμούν. Θεοδ., Εις τα άπορα κ.λπ., ερώτησις ΙΘ' Χρυσ., Εις την Α' προς Κορινθ., ομ. ΙΘ', 3. Μ 25, 1169-1173. 80, 425. 61, 155
100. Ισιδ., Επιστολαί Γ', 351. Θεοδ., Ερμηνεία της προς Ρωμαίους (ε', 21). Χρυσ., Εις την προς Εβραίους, ομ. Ζ', 4. Κυριλ., Κατηχήσεις, Δ', 25. Μ 78, 1009. 66, 800. 63; 68. 33, 488. Πρβλ. Γρηγόριος ο Νύσσης, Εις τον Εκκλησιαστήν, ομ. Η', Μ 44, 744. 
101. Στρωματείς, Ζ' ΧΙΙ, Γ' ΥΙ, ΧΙΙ. Β 8, 278. 8, 27. Προς Σταγείριον, Γ'. Μ 47, 495-496.
102. Στρωματείς, Γ' ΧΥΙΙ. Β 8, 47-48.
103. .Εις την Γένεσιν (δ', 1). Μ 87, 233. Ενώ κατά τον Μιχαήλ τον Γλυκά (Εις τα άπορα, επιστολή 6) ο γάμος προήλθεν «από της παρακοής  (Μ'158, 756-757. 760).
104. «Αμαρτία είναι πάσα παράβασις του θείου θελήματος και επομένως η αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήση τον αρχικόν του προορισμόν». Ιωάννου Ρωμανίδου, Το προπατορικόν αμάρτημα κ.λπ. (Αθήναι, 1957, Αινέσιμος επί διδακτορία διατριβή), σ. 150.
105. Πρβλ. «Eι των του Θεού χειρών έργον είναι πιστεύομεν τον άνθρωπον, κατά τας θείας Γραφάς, πώς ηδύνατο, εκ καθαράς δυνάμεως έργον τι γίνεσθαι μεμολυσμένον;» (Μ. Αθανάσιος, Προς Αμμούν. Μ 26, 1172), και «ουχ ούτως ο Θεός την φύσιν εδημιούργησεν ως ανάγκην έχων την αμαρτίαν». (Χρυσόστομος, Εις την προς Εφεσίους, ομ. Β', 3. Μ 62, 20).
106. Ιδέ το του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας: «Ου γάρ φύσεως, αλλά προαιρέσεως και αι κολάσεις και οι στέφανοι». Ερμηνεία εις την προς Εφεσίους.
107. Π.χ. «η επιθυμία αμαρτία μεν ουκ έστιν, όταν εις αμετρίαν εκπέση... τότε λοιπόν μοιχεία το πράγμα γίνεται»ι. Χρυσόστομος, Εις την προς Ρωμαίους, ομιλ. ΙΓ'. Kαι ο Χριστιανός «και εσθίει και πίνει και γαμεί ου προηγουμένως, αλλά αναγκαίως. Το γαμείν δε εάν ο λόγος αιρή λέγω και ως καθήκει». Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς Ζ' ΧΙΙ. Β 8, 278, Πρβλ. «Διδαχή Αποστόλων» ΧΧΥΙΙΙ 1. (Β 2, 114).
108. «Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ' ουδείς, εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης». Ιώβ ιδ', 4-5.
109. «Βροτών δε μώμος πάντεσι μεν έστι επ' έργοις»ι. Βακχυλίδης (λυρικός ποιητής, 470; π.Χ.), στο Έλληνες Λυρικοί, έκδοσις Berqk, ΧΙΙ, σ. 202.
110. Ο Χρυσόστομος (Εις την Γένεσιν, ΚΒ' 3) ερμηνεύων το χωρίον Γεν. στ', 3, λέγει: «Επειδή περί τας σαρκικάς πράξεις διηνεκώς ήσαν ησχολημένοι σάρκας αυτούς εκάλεσεν». Μ 53, 190.
111. Πρβλ. το του Παύλου: «Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' οδ πάντα συμφέρει. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινος...». Α' Κορ. στ', 12 εξ.
111α. Π.χ. Αμμούν (4 Οκτωβρίου), Ζαχαρίας (17 Νοεμβρίου), Μελάνη (31 Δεκεμβρίου). Πρβλ. Μωυσέως Αγιορείτου Μοναχού, Οι έγγαμοι άγιοι της Εκκλησίας. (Αθήναι 1988).
111β. Π.χ. Γαλακτίων και Επιστήμη (5 Νοεμβρlου), Ανδρόνικος και Αθανασία (9 Οκτωβρίου), Χρύσανθος και Δαρεία ( 19 Mαρτίου), αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία (10 Σεπτεμβρίου).

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Οι Αρχιερείς στον Αγώνα του 1821

Είναι γνωστόν αλήθεια ότι οι μύδροι των επικριτών δε στρέφονται γενικά κατά του κλήρου αλλά κυρίως κατά των αρχιερέων η γενικά κατά του ανωτέρου κλήρου. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις γίνεται αντιδιαστολή ότι ενώ ο κατώτε­ρος κλήρος (εννοώντας τους ιερείς) συμμετέσχε και συνέπραξε σύξυλος στον αγώνα, ο ανώτερος κλήρος και μάλιστα οι αρχιερείς ήταν εκείνοι που αντέδρασαν και αντιτάχθηκαν σ' αυτόν.
Για να υποστηρίξουν δε τις απόψεις και ισχυρισμούς τους οι επικριτές επικαλούνται πραγματικά περιστατικά και λόγους των ίδιων των ιεραρχών, που μαρτυρούν ότι μεμονωμένα ο α’ ή β’ ιεράρχης, ή μερικοί τουλάχιστον από αυτούς, έδειχναν να δυσπιστούν και να αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως ο γενικός ξεσηκωμός του γένους, ενώ για άλλους ότι έφθαναν να αντιδρούν και να φαίνονται ότι τάσσονται στο πλευρό των Τούρκων.
Αναφέρονται ακόμα και ορι­σμένες αδυναμίες ή και πάθη των ιεραρχών, που τα προβάλλουν ως βδεληρά και αποτρόπαια, ξεχνώντας ότι και οι αρχιερείς είχαν σώμα και ήταν άνθρωποι σαν όλους τους άλλους συγχρόνους τους ή και σαν και εμάς σήμερα με τις μικροεπιθυμίες, φιλοδοξίες, όνειρα, εγωισμούς κ.λπ. και επομένως θα πρέπει να τους βλέπουμε -όσο κι' αν ήταν οι κατά τόπους κεφαλές της Εκκλησίας και εις τύπον Θεού -ως ανθρώπους και όχι ως αγγέλους.
Ξεπερνώντας λοιπόν τις ενδεχόμενες και αναγνωριζό­μενες ανθρώπινες αδυναμίες, που τους καταμαρτυρούν, θα πρέπει να αναζητήσουμε να δούμε εάν τελικά κατόρθωσαν να αρθούν στο ύψος των τότε περιστάσεων και να προσφέρουν θετικό έργο στην υπόθεση του 1821.
Επιχειρώντας μάλιστα να διερευνήσουμε τα μύχια των ανθρώπων εκείνων και να τους ηθογραφήσουμε καλό είναι να μη μένουμε στα λόγια ή τις ενέργειες κάποιας οποιασδήποτε στιγμής τους αλλά να αναζητούμε τις ορια­κές στιγμές της πολιτείας τους, και μάλιστα του τέλους τους, γιατί, όπως έγραφε και ο Θουκυδίδης, προς το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται, και ανάλογα να τους μακαρίσουμε ή να τους κατακρίνου­με, κατά το απόφθεγμα του Σόλωνος μηδένα προ του τέλους μακάριζε (αλλά και κατάκρινε).
Πόσο κοντά λοιπόν στην αλήθεια είναι ο ισχυρισμός των επικριτών ότι αντέδρασαν οι αρχιερείς στο 1821; Ήταν στα αλήθεια εναντίον της αποτινάξεως του τουρκι­κού ζυγού ή όχι; Αλλά και εάν δεν αντέδρασαν ποια η συμμετοχή τους στο έπος του 1821; Ποια η θετική και αδιαμφισβήτητη συνεισφορά τους στην παλιγγενεσία των Ελλήνων;
Το ερώτημα αυτό θα επιχειρηθεί να διερευνηθεί και να απαντηθεί. Πιο συγκεκριμένα θα αναζητηθούν στοιχεία και μαρτυρίες για το πόσοι και ποιοι από τους αρχιερείς συμ­μετέσχαν, αυτόβουλοι και απρόσκλητοι, ενεργά και δραστή­ρια στον αγώνα. Πόσοι και ποιοι πήραν στο ένα χέρι το Σταυρό και στο άλλο το γιαταγάνι. Πόσοι εγκατέλειψαν τις πατερίτσες για τα καρυοφύλλια, τους θρόνους για τα μετερί­ζια και τα ταμπούρια, την επισκοπή για την ελευθερία.
Ποιοι πάλι δοκιμάσθηκαν σαν αληθινοί ποιμένες χάρη του λαού στα ανήλια, υγρά, θεοσκότεινα, δυσώδη και φοβερά μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών όπου επί μέρες και μήνες ή χρόνια καθημερινά δοκίμαζαν τα πάνδεινα βασα­νιστήρια και φρικτές στερήσεις.
Τέλος ποιοι έδωσαν και την τελευταία τους πνοή, ώστε το όραμα τόσων γενεών να θεμελιωθεί και στοιχειωθεί επάνω στα λιπόσαρκα, αιμάσσοντα και ασπαίροντα κορμιά- σκέλε­θρά τους, ώστε από τα κατ' εξοχήν ιερά τους κόκκαλα να εξανθίσει ο κάλλιστος σπόρος και καρπός της ελευθερίας.
Έτσι π.χ. ο Σκαρίμπας, αν και ισχυρίζεται ότι όλοι οι ιε­ράρχες χλεύασαν και αντέδρασαν στο 21, τελικά φθάνει να παραδεχθεί ότι, έστω, μόνον οι αρχιερείς Σαλώνων Ησαΐας, Μεθώνης Γρηγόριος και Ρωγών Ιωσήφ υπήρξαν εκείνοι, που με τη θέληση τους συμμετέσχαν στον αγώνα και έδωσαν και τη ζωή τους σ' αυτόν[1].
Άλλοι όμως ερευνητές δέχονται ότι ο αριθμός των αρ­χιερέων που συμετέσχαν με τον α' ή β' τρόπο στους αγώνες του 1821 και πρόσφεραν και τη ζωή τους ή βασανίσθηκαν και δοκιμάσθηκαν από τους δυνάστες σ' αυτόν τον ιερό πόλεμο είναι πολλαπλάσιοι.
Αλλά και αυτοί που υπεραμύνονται της προσφοράς των αρχιερέων δυστυχώς δεν αναφέρουν επώνυμα και συγκεκρι­μένα παρά μόνο ελάχιστα ονόματα αρχιερέων, συνήθως τα ίδια και τα ίδια, που επαναλαμβάνονται από όλους τους μελε­τητές και συγγραφείς, ως απόδειξη της συμπράξεως των αρ­χιερέων στην παλιγγενεσία[2].
Έτσι συνήθως αναφέρονται τα ονόματα του Πατριάρ­χου Γρηγορίου και των αρχιερέων Αδριανουπόλεως Δωροθέου, Εφέσου Διονυσίου, Δέρκων Γρηγορίου, Αγχιάλου Ευγενίου, Π. Πατρών Γερμανού, Χριστιανουπόλεως Γερμα­νού, Δημητσάνης Φιλόθεου, Σαλώνων Ησαΐα, Ρωγών Ιω­σήφ, Μεθώνης Γρηγορίου, Κορώνης Γρηγορίου, Κύπρου Κυπριανού, Κρήτης Γερασίμου, Έλους Ανθίμου, Ταλαντίου Νεοφύτου, και, κατά περίπτωση, μερικών άλλων, ωσάν μόνον αυτοί να ήταν οι αρχιερείς που πήραν μέρος στους αγώνες του Έθνους.
Αλλ' όπως είναι ευνόητο, εάν πραγματικά μόνον οι παραπάνω αρχιερείς ήταν εκείνοι που πήραν μέρος στον αγώνα, όσο κι αν, συγκρινόμενοι με τους 2-3 του Σκαρίμπα, θεωρούνται πολλαπλάσιοι, εν τούτοις αν ήθελαν συγκρι­θεί με τους 190 ή έστω 200 αρχιερείς που υπήρχαν σ' ολό­κληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία[3] θα πρέπει να ομολογηθεί ότι αποτελούν περιορισμένη μειοψηφία, και φαίνεται να δικαιώνονται σε αρκετά υψηλό βαθμό οι επικριτές των.
Φαίνεται όμως ότι ο αριθμός των αρχιερέων που έλαβε μέρος στην Επανάσταση και θυσιάσθηκε σ' αυτήν πρέπει να είναι μεγαλύτερος, γιατί διαφορετικά δε θα μπορούσε η επί των εκκλησιαστικών επιτροπή του Όθωνα να γράφει το 1833, οπόταν δηλ. ακόμα ήταν νωπές οι μνήμες, ότι Εν διαστήματι της επαναστάσεως, πολλαί των επαρχιών της Ελλάδος εστερήθησαν τους Αρχιερείς τους, θυσιασθέντας τους περισσοτέρους εις τους υπέρ της πατρίδος αγώ­νας [4]. Όπως δε συνάγεται και από άλλα σημεία της ίδιας εκθέσεως από τους 49 αρχιερείς, που ποίμαιναν επί Τουρκο­κρατίας τας ήδη συγκροτούσας το Βασίλειον της Ελλάδος επαρχίας μόνον 22 αρχιερείς επέζησαν εις τας άχρι τούδε πολιτικός μεταβολάς αυτού του τόπου [5], πράγμα βέβαια που σημαίνει ότι οι άλλοι 27, που πραγματικά ήταν και οι περισσότεροι, θυσιάσθηκαν κατά τη διάρκεια του ιερού αγώνα.
Για το λόγο αυτό θα επιχειρηθεί μια ενδελεχέστερη διε­ρεύνηση του όλου θέματος για τη στάση και συμπεριφορά αν όχι του συνόλου των αρχιερέων (γιατί, δυστυχώς, δεν υπάρ­χουν στοιχεία για όλους) οπωσδήποτε όμως της συντριπτι­κής πλειονότητας αυτών. Να διαπιστωθεί επί τέλους εάν οι αρχιερείς έλαβαν θετική ή αρνητική στάση στην επανάστα­ση, κατά πόσο δηλ. την χλεύασαν ή την καταπολέμησαν, όπως διατείνονται οι επικριτές τους, ή την υπερασπίσθηκαν και την υπηρέτησαν με λόγια, έργα, όπλα, μαρτύρια ή και τη ζωή τους.
Για το λόγο αυτό και προκειμένου να είναι πιο συστημα­τική και μεθοδική η διερεύνηση της στάσεως και προσφοράς των αρχιερέων στο 21 θα επιχειρηθεί η παρουσίαση αυτών ταξινομημένη κατά την εξής σειρά:
α) Αγωνιστές ιεράρχες 1) της Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου Πελάγους και 2) των υπολοίπων περιοχών του Ελληνισμού, οι οποίοι εγκατέλει­ψαν τις επαρχίες και θέσεις τους, για να συμπράξουν και αυ­τοί στους αγώνες του Έθνους.
β) Αρχιερείς που φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν, εξορίσθηκαν και γενικά κακοπάθησαν ή αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις επαρχίες τους επειδή θεωρήθηκαν ότι συνεργούσαν στην παλιγγενεσία του Γένους και
γ) Αρχιερείς που θυσιάσθηκαν, ως ολοκαυτώματα, στο βωμό της ελευθερίας του Γένους.

Α’ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Όπως τονίσθηκε και προηγουμένως οι Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί και μάλιστα οι κατά τόπους αρχιερείς στη συντριπτική τους πλειονότητα δέχθηκαν με νεανική αδημο­νία το μεσσιανικό μήνυμα της απολυτρώσεως του δούλου γένους, που, ως άγγελοι της σωτηρίας του Έθνους, ευαγγε­λίζονταν οι Φιλικοί και με Συμεωνική εγκαρτέρηση και ελ­πίδα προσδοκούσαν την ευλογημένη ώρα. Βέβαια ως υπεύθυ­νοι ταγοί του γένους έπρεπε να είναι μέχρι παρεξηγήσεως αυτοσυγκρατημένοι και προσεκτικοί, φρόνιμοι και επιφυ­λακτικοί, προσποιητοί κόλακες με ευλύγιστη μέση και απλόχερη γενναιοδωρία προς τους κρατούντας, προς δε ελεγκτικοί και επιτιμητικοί προς τυχόν θερμόαιμους και ανυπόμονους πατριώτες και ταυτόχρονα ειδήμονες, δραστήριοι και άγρυπνοι φιλογενείς.
Όταν όμως ήχησαν οι σάλπιγγες της ελευθερίας και σήμαναν της ανάστασης οι καμπάνες, οι αρχιερείς εγκατέ­λειψαν τα προσχήματα και τα κατά συνθήκη μειδιάματα ή προσκυνήματα προς τους αλλόθρησκους και αλλογενείς δυνάστες του γένους και έδειξαν τον πραγματικό τους εαυτό οπουδήποτε και αν υπηρετούσαν. Τά σκουλήκια μεταμορ­φώθηκαν σε σταυραετούς.
Ως ένας άνθρωπος συνεγέρθηκαν χωρίς αμφιταλαντεύσεις και αμφιγνωμίες και όχι απλώς συντάχθηκαν αλλά προ­τάχθηκαν των αγωνιζομένων Ελλήνων. Έτσι μαρτυρούνται να συμμετέχουν από την πρώτη στιγμή του ένοπλου πλέον αγώνα ενεργά και δραστήρια σχεδόν όλοι τους.
Άλλοτε μέσα στις εκκλησιές με το λόγο, το κήρυγμα, τις ευχές, τις παροτρύνσεις ή τις απειλές για να ενθαρρύνουν και ξεσηκώσουν τους δειλούς και αμφιταλαντευόμενους και άλλοτε στα στρατόπεδα και τα πεδία των μαχών με τις συνταλαιπωρίες, τις πείνες, τις αγρυπνίες, τις συγκατακλείσεις στα ταμπούρια και την κοινή τύχη στις πολεμικές συρράξεις.
Κοντά σ' αυτά αναδείχθηκαν οι ένθερμοι και ειλικρινείς προασπιστές του λαού στις εθνοσυνελεύσεις ή οι κατ' έξοχη άξιοι αντιπρόσω­ποι του έθνους στις διάφορες Ευρωπαϊκές συσκέψεις ή κυβερνήσεις.

Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται να έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα:
Α' Από τους αρχιερείς της Πελοποννήσου οι: Παλ. Πατρών Γερμανός, Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, Δαμαλών Ιωνάς, Έλους Άνθιμος, Κερνίτσης Προκόπιος, Κορίνθου Κύριλλος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Τριπολιτζάς Δανιήλ, πρ. Τριπολιτζάς Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Λακεδαιμονίας Χρύσανθος, Μαΐνης Νεόφυτος, Μαΐνης Ιωσήφ, Μαλτζίνης Ιωακείμ, Χαριουπόλεως Βησσαρίων, Ζαρνάτας Γαβριήλ, Ανδρουβίτσας Θεόκλητος, Πλάτζης Ιερεμίας, Καρυουπόλεως Κύριλλος, Μηλέας Ιωσήφ,
Β' Από τους αρχιερείς της Στερεάς Ελλάδος οι: Αθηνών Διονύσιος, Ταλαντίου Νεόφυτος, Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεος, Θηβών Παΐσιος, Λοιδωρικίου Ιωαννίκιος, Μενδενίστης Γρηγόριος, Μενδενίτσης Διονύσιος, 
Γ΄ Από τους αρχιερείς των Νήσων Αιγαίου Πελάγους οι: Καρύστου Νεόφυτος, Παροναξίας Ιερόθεος, Σάμου Κύριλλος, Χίου Δανιήλ, Σκιάθου και Σκοπέλου Ευγένιος, Σκύρου Γρηγόριος,  Αιγίνης, Πόρου και Ύδρας Γεράσιμος, Άνδρου Διονύσιος, Τζιας και Θερμίων Νικόδημος.
Για όλους του παραπάνω αρχιερείς όμως ο δύσπιστος επικριτής θα μπορούσε να αντιτείνει ότι όλοι αυτοί, ή, έστω οι περισσότεροι από αυτούς, ξεσηκώθηκαν στην επανά­σταση κάτω από το ζορμπαλίκι των ελληνικών γιαταγανιών. Αν είναι δυνατόν! Αλλά και εάν υποτεθεί ότι αυτή είναι η αλήθεια, τι θα μπορούσε να ισχυρισθεί για ένα άλλο νέφος αρχιερέων, που επειδή στις επαρχίες τους δεν είχε εκδηλω­θεί ή δε μπόρεσε να ευδοκιμήσει η επανάσταση, δε δίστασαν να εγκαταλείψουν τους θρόνους και τις τιμές για να σπεύσουν αυτόκλητοι, όπου υπήρχαν επαναστατικές εστίες και μάλιστα προς την αγωνιζομένη νότια Ελλάδα για να συμμε­τάσχουν στον αγώνα προς αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού;
Έτσι βλέπουμε να σπεύδουν προς τις επαναστατημένες περιοχές αρχιερείς από διάφορα μέρη και με τον α' ή β' τρόπο να συμπράττουν και αυτοί για τον κοινό σκοπό. Πιο συγκεκριμένα:
Α' Από τη Θεσσαλία σπεύδουν οι: Πρ. Λαρίσης Κύριλλος, Δημητριάδος Αθανάσιος, Δημητριάδος Παρθένιος, Σταγών Αμβρόσιος, Φαναριοφαρσάλων Γεράσιμος, 
Β΄Από την Ήπειρο οι: πρ. Άρτης και Ναυπάκτου Πορφύριος, πρ. Παραμυθιάς Προκόπιος, πρ. Παραμυθιάς Αμβρόσιος, Περιστεράς Λεόντιος, πρ. Ρωγών Μακάριος, 
Γ΄ Από την Μακεδονία οι: Αρδαμερίου Ιγνάτιος, Ειρηνουπόλεως και Βατοπεδίου Γρηγόριος, Σιατίστης Ιωαννίκιος,
Δ' Από τη Θράκη οι: Μετρών Μελέτιος, Σηλυβρίας Μακάριος, Παμφίλου Κύριλλος, Θεοδωρουπόλεως Άνθιμος,
Ε' Από τη Μικρά Ασία οι: Μοσχονησίων Βαρθολομαίος, Ηλιουπόλεως Άνθιμος, πρ. Αγκύρας Αγαθάγγελος, Μυρρίνης Σωφρόνιος, Ελαίας Παΐσιος, Κομάνων Αγαθάγγελος.
Τέλος για να κλείσει όλο αυτό το νέφος των γνωστών αγωνιστών ιεραρχών, θα πρέπει να συγκαταριθμηθούν ακόμα και οι: Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος και Μολδοβλαχίας Βενιαμίν.
Για τους παραπάνω αρχιερείς που εγκατέλειψαν τις επαρχίες και τις τιμές για να λάβουν μέρος, όπου τους είχε ανάγκη η πατρίδα, δεν είναι εύκολο στον οποιονδήποτε επι­κριτή να ισχυρισθεί ότι το έκαμαν κάτω από τη βία των επαναστημένων Ελλήνων.
Αντίθετα, θέλω να πιστεύω πώς όλοι συμφωνούν ότι, οι αρχιερείς αυτοί[6] εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και το «γάμο» για τα «πουρνάρια» , γιατί ένοιωθαν μέσα τους πύρωμα ψυχής για ελευθερία, σεβασμό, αξιοπρέπεια, τιμή και πάνω απ' όλα ΠΑΤΡΙΔΑ και ΘΡΗΣΚΕΙΑ.
Κοντά όμως σ' όλους αυτούς τους αγωνιστές ιεράρχες θα πρέπει αναντίλεκτα να προστεθούν και οι:
Μεθώνης Γρηγόριος, Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιγνάτιος, Πλαταμώνος Γεράσιμος, Μαρώνειας Κωνστάντιος και Σωζοπόλεως Παΐσιος, οι οποίοι, όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, πέρα από την αγωνιστική τους προσφορά, θυσιάσθηκαν στον υπέρ όλων αγώνα και για τούτο γι' αυτούς γίνεται λόγος και σε άλλη συνάφεια.
Τέλος θα πρέπει ακόμα να συγκαταριθμηθούν στους αγωνιστές ιεράρχες και οι: Αδριανουπόλεως Γεράσιμος, Βιζύης Ιωάσαφ, Αγαθουπόλεως Ιωσήφ, Βάρνας Φιλόθεος και Ευδοκιάδος Γρηγόριος οι οποίοι, πέρα από την αγωνιστική τους παρουσία, δοκιμάσθηκαν, βασανίσθηκαν ή αναγκάσθηκαν να εγκατα­λείψουν τις επαρχίες τους όπως θα γίνει αναλυτικώτερα λόγος πιο κάτω για τον καθένα από αυτούς.
Αθροιστικά λοιπόν ένα σύνολο 73 επωνύμων αρχιερέων μαρτυρούνται να έλαβαν ενεργό μέρος στις διάφορες φάσεις του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων από όλα τα διαμε­ρίσματα της Ελλάδος.
Και να ληφθεί υπόψη ότι οι περισσότεροι από αυτούς μπήκαν στη τιτανομαχία παρά την κάποια προχωρημένη ηλικία, που οπωσδήποτε έφερναν στους ώμους τους και τις συμπαρομαρτούσες προς αυτά καχεκτικότητες και ασθέ­νειες, που αναμφίβολα καθιστούσαν αν όχι προβληματική πάντως δυσχερή τη διακίνηση και καθόλου δραστηριότητά τους, μέσα στις μύριες κακουχίες και δοκιμασίες, που συνε­παγόταν η απόφαση για την ανάσταση του Γένους ή όπως λέγει ένας δόκιμος μελετητής «εν ιδρώτι πολλώ και πόνοις και κακουχίαις, στερήσεσί τε και συμφοραίς....εν λιμώ, λοιμώ και δίψη, εν αυχμώ και κρυμώ» [7].
Παρ' όλα αυτά όμως οι αγωνιστές ιεράρχες περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ή «τάξη» αγωνιστών απο­δείχθηκαν «αεί παίδες» στο φρόνημα και τη ψυχή.

Β. ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ο αριθμός όμως των αρχιερέων, που συνέδραμαν, συνέ­πραξαν και συναγωνίσθηκαν μαζί με όλους τους άλλους Έλ­ληνες στο έπος της παλιγγενεσίας του 1821 δεν εξαντλείται μόνο με τον παραπάνω κατάλογο, των αγωνιστών ιεραρχών.
Υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία αρχιερέων, οι οποίοι έδωσαν το παρόν τους, τη μαρτυρία και τη συνεισφορά τους στον αγώνα με πιο επώδυνο γι' αυτούς τρόπο.
Πρόκειται για το νέφος εκείνο των αρχιερέων, που με ποικίλους, ασύλληπτους από ανθρώπινο νου και απερίγρα­πτους από ανθρώπινα χείλη ή χέρια, τρόπους, δοκιμάσθη­καν, ταπεινώθηκαν, διαπομπεύθηκαν και εξευτελίσθηκαν από τους κρατούντες με φυλακίσεις, φοβερά βασανιστήρια, εξορίες, εκθρονίσεις, περιορισμούς, χλευασμούς και ταπει­νώσεις για τον απλό και μόνο λόγο ότι ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί αρχιερείς. Μιλιέτ μπασήδες (=εθνάρ­χες) των ρωμιών και κύριοι υπόλογοι απέναντι στο σουλτάνο και τους επάρχους του για ό,τι ήθελε συμβεί στην επαρχία τους ή ακόμα και για απλή υπόνοια συνεργείας ή ανοχής, αν μη συμμετοχής, στον αγώνα των απίστων.
Έτσι ουσιαστικά οι κατά τόπους αρχιερείς των Ελλή­νων ήταν στην κυριολεξία οι κυριώτεροι και πλέον υπεύθυ­νοι όμηροι στα χέρια του σουλτάνου, που μ' αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να κρατά υποχείριους και καταδυναστευόμενους τους Έλληνες κάθε περιοχής.
Αλλά παρά τα φρικτά βασανιστήρια που κατά καιρούς δοκίμαζαν οι αρχιερείς στις διάφορες τουρκικές ειρκτές, «φούρνους», «λουτρά» και «μπουτρούμια», «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακοχούμενοι» και υφιστάμενοι τα πάνδεινα, αυ­τοί δε λύγισαν. Προτιμούσαν όλες τις ταπεινώσεις, εξαθλιώ­σεις, εξορίες και στερήσεις και υπέμειναν, όσο άντεχαν, πιο αγόγγυστα τα ποικίλα βασανιστήρια των δημίων τους, παρά να προδώσουν το Έθνος και τους οραματισμούς του.
Αν και δεν είναι γνωστά όλα όσα υπέμειναν οι αρχιερείς από τους δυνάστες τους στα δύσκολα εκείνα χρόνια της νεώ­τερης Ελληνικής τιτανομαχίας και για τους περισσότερους από αυτούς ελάχιστες μόνο πληροφορίες ή απλώς νύξεις και ενδείξεις έχουμε, ενώ για τη συντριπτική πλειονότητα αυτών δε γνωρίζουμε απολύτως τίποτα, θα καταβληθεί προσπάθεια να εκδιπλωθεί και η πτυχή αυτή της προσφοράς των αρχιε­ρέων στο 1821. Και τούτο, διότι κι αν ακόμα αυτοί δεν έφθα­σαν να γευθούν την τελευταία σταγόνα της ολοκληρωτικής δοκιμασίας και θυσίας τους, το θάνατο, εν τούτοις, με τα καθημερινά βασανιστήρια και εκροές των αιμάτων τους, ήταν σα να έδιναν τη ζωή τους κάθε μέρα, επιβεβαιώνοντας το Γραφικό: «ένεκά σου θανατούμεθα όλη την ημέραν» (Ρωμ.8,36)
Έτσι η σιωπηλή και σεμνή αυτή στρατιά των βασανι­σμένων και μαρτυρικών αρχιερέων, κι αν δεν έλαβε από τους ανθρώπους το φωτοστέφανο του εθνομάρτυρα και νεομάρτυρα, αναμφίβολα και αναμφισβήτητα αποτελεί την εκλεκτή μερίδα των ιδανικών εκείνων ποιμένων, που αυταπαρνούμε­νοι θέσεις, αίγλη, ανέσεις, τιμές, «πολυχρόνια», «φήμες», χειροφιλήματα αλλά και ελευθερία κινήσεως, σωματική ακε­ραιότητα κ.λπ μέχρι και τη ζωή τους, έθεσαν τον εαυτό τους υπέρ του λαού του Θεού, που τους εμπιστεύθηκε το γένος και η Εκκλησία, και αναδείχθηκαν πραγματικοί μάρτυρες, που με όλες τις δοκιμασίες και τα βασανιστήριά τους φανέ­ρωσαν, μαρτύρησαν και διακήρυξαν μπροστά στους αλλόπι­στους τι σημαίνει Ορθόδοξος επίσκοπος.
Η στάση τους λοιπόν μπροστά στις δοκιμασίες αναδει­κνύεται από τις ουσιαστικώτερες εκδουλεύσεις των αρχιε­ρέων προς το Έθνος μια και η δική τους δοκιμασία αποδεί­χθηκε ακατάβλητος κυματοθραύστης όπου εκτονώνονταν το μένος, η αντεκδικητικότητα και ο θρησκευτικός φανατι­σμός των Μουσουλμάνων Τούρκων αφ' ετέρου δε σωτήριο κρηπίδωμα για τους αγωνιζόμενους Έλληνες, γιατί αντλού­σαν δύναμη και κουράγιο να υπομένουν και αυτοί τους δικούς τους κατατρεγμούς και δοκιμασίες.
Αναδιφώντας λοιπόν τις πηγές της ιστορίας εκείνων των χρόνων, τις γνωστές και άγνωστες μαρτυρίες, ενθυμή­σεις, απομνημονεύματα, επιστολές, κώδικες και λοιπά κεί­μενα με έκπληξη ανακαλύπτουμε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό αρχιερέων να έχει δεχθεί ποικίλες δοκιμασίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια. Το πιο ίσως αξιοθαύμαστο είναι ότι όλοι αυτοί, σεμνοί από τη φύση ή τη θέση τους, βάσταζαν, με υπε­ρηφάνεια μεν αλλά χωρίς κομπορρημοσύνες, τα στίγματα των βασάνων ως εύσημα της συνεισφοράς των στην κοινή υπόθεση της ελευθερίας του γένους.
Ποιος όμως ο ακριβής αριθμός των δοκιμασθέντων αρ­χιερέων παραμένει άγνωστος. Από το λίγα στοιχεία που μπόρεσαν να συλλεγούν προκύπτει ο παρακάτω κατάλογος, που δε νομίζω να είναι ευκαταφρόνητος:
Α' Οι Πατριάρχες: Ευγένιος, Άνθιμος, Χρύσανθος, Αγαθάγγελος,
Β' Οι Αρχιερείς: Χαλκηδόνος Άνθιμος, Νικομήδειας Πανάρετος, Δέρκων Ιερεμίας, Θεσσαλονίκης Ματθαίος, Μυτιλήνης Καλλίνικος, Σμύρνης Παΐσιος, Εφέσου Μακάριος, Δέρκων Νικηφόρος, Προύσης Νικόδημος, Σβορνικίου Γαβριήλ, Αδριανουπόλεως Γεράσιμος, Ηρακλείας Ιγνάτιος, Τορνόβου Ιλαρίων, Ρασκοπρεσρένης Ζαχαρίας, Βιζύης Ιωάσαφ, Φιλιππουπόλεως Σαμουήλ, Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος, Αγαθουπόλεως Ιωσήφ, Βάρνας Φιλόθεος, Ρόδου Αγάπιος, Ιωαννίνων Γαβριήλ, Άρτης Άνθιμος, Ευδοκιάδος Γρηγόριος, πρ. Ελασσώνος Σαμουήλ, Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Ευρίπου Γρηγόριος, Σερρών Χρύσανθος, Τριπολιτζάς Δανιήλ, Ανδρούσης Ιωσήφ, Κορίνθου Κύριλλος, Βιδύνης Γερμανός, Λαρίσης Μελέτιος, Αρκαδίας (Κρήτης) Νεόφυτος, Διδυμοτείχου Καλλίνικος, Μυριοφύτου Σεραφείμ, Νύσσης Ιωσήφ, πρ. Μήλου Διονύσιος.

Γ’ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΘΥΜΑΤΑ
Τρίτη μερίδα, ασφαλώς η εκλεκτότερη και ηρωικώτερη, των αρχιερέων που συνέπραξαν και συνέπαθαν μαζί μ' όλους τους άλλους Έλληνες για τον κοινό σκοπό, την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την απόλαυση της θρησκευτικής και εθνικής ελευθερίας, είναι αναμφίβολα όλες εκείνες οι σεπτές και άγιες μορφές των ανωτάτων κληρικών, οι οποίες, ως εθελόθυτα εξιλαστήρια θύματα, πορεύθηκαν το δρόμο του μαρτυρίου και της θυσίας.
Όλοι αυτοί αδιαμφισβήτητα αποτελούν τον κατ' εξοχή σεβάσμιο χορό, που πήρε επάνω του, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εκλεκτή μερίδα των Ελλήνων, την οργή, το μίσος, το πάθος, τη θρησκευτική υστερία και φανατισμό του μουσουλμανικού όχλου και της εξουσίας. Ταυτόχρονα όμως όλοι αυτοί με την αυτοθυσία και το αίμα τους θεμελίω­σαν ασάλευτα και στερέωσαν αταλάντευτα το οικοδόμημα της ελευθερίας των Ελλήνων, σφυρηλάτησαν, χαλύβδωσαν και γαλβάνισαν τη θέληση κάθε ελληνικής ψυχής, ώστε να πληρωθεί με ιδανικά και οραματισμούς για ιερή εκδίκηση και την επίτευξη του επιδιωκομένου με κάθε τρόπο, και να αναζητεί πλέον «ή τη νίκη ή τη θανή», όπως θα τραγουδήσει ο εθνικός μας ποιητής, χωρίς πισωγυρίσματα.
Παράλληλα η θυσία όλων αυτών γέννησε και γιγάντωσε την απαίτηση και των άλλων Ορθοδόξων λαών, και μάλιστα των Ρώσων, για θρησκευτική ικανοποίηση και αντάξια τιμω­ρία των υβριστών της θρησκείας του Χριστού, αλλά και συνετέλεσε όσο τίποτε άλλο στη μεταστροφή των εχθρικών αισθημάτων των Ευρωπαίων, στον αγώνα των Ελλήνων, σε κατανόηση, συμπάθεια, συνδρομή και τέλος συμπαράσταση και συμπαράταξη.
Δυστυχώς όμως παρά την τόσο υψηλή και ουσιαστική συμβολή της θυσίας των αρχιερέων για τη θεμελίωση και επίτευξη της ελευθερίας των νεοελλήνων, ο χορός αυτός στην πλειονότητα του είναι αφανής και άγνωστος. Και το ακόμα πιο ειρωνικό είναι ότι αυτή η άγνοια υπάρχει και σ' αυτή την επίσημη Εκκλησία, ώστε και αυτή να σιωπά ή να αναμασά και να προβάλλει μόνο 5-10 ονόματα αρχιερέων, που θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, ωσάν μόνον αυτοί να ήσαν. Οι πολέμιοι δε και αρνητές της προσφοράς των αρχιε­ρέων, τους περιορίζουν σε 2-3 με συνέπεια να εκμηδενίζεται και να καταντά ανύπαρκτη η αιματηρή συνεισφορά των Ιε­ραρχών στον αγώνα και να διατείνονται ότι οι αρχιερείς χλεύασαν, αφόρισαν και πολέμησαν τον αγώνα του 1821.
Και όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Οι αρχιερείς που έπεσαν θύματα της οργής και του φανατισμού των Τούρκων αποτελούν επιβλητικό χορό δεκάδων ιε­ραρχών. Αν και δεν μπορούμε να έχουμε υπόψη μας το σύνολο των ιεραρχών που θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, από τα στοιχεία που κατέστη δυνατόν να συλλεγούν προκύ­πτει ο εξής εντυπωσιακός κατάλογος των αρχιερέων που ανα­δείχθηκαν εθελόθυτα εξιλαστήρια θύματα:

Α' Οι Πατριάρχες: Γρηγόριος Ε, Κύριλλος ΣΤ',
Β' Οι Αρχιερείς: Εφέσου Διονύσιος, Αγχιάλου Ευγένιος, Νικομηδείας Αθανάσιος, Τορνόβου Ιωαννίκιος, Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Δέρκων Γρηγόριος, Σωζοπόλεως Παΐσιος, Μαρωνείας Κωνστάντιος, Γάνου και Χώρας Γεράσιμος, Μυριοφύτου και Περιστάσεως Νεόφυτος, Σαμμακοβίου Ιγνάτιος, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος, Ωλένης Φιλάρετος, Δημητσάνης Φιλόθεος, Κορώνης Γρηγόριος, Μεθώνης Γρηγόριος, Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Λαρίσης Πολύκαρπος, Λαρίσης Κύριλλος, Γηρομερίου Αγαθάγγελος, Κίτρους Μελέτιος, Ιερισσού και Αγ. Όρους Ιγνάτιος, Πλαταμώνος Γεράσιμος, Χίου Πλάτων, Κύπρου Κυπριανός, Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος, Κυρηνείας Λαυρέντιος, Κρήτης Γεράσιμος, Κνωσού Νεόφυτος, Χερσονήσου Ιωακείμ, Ρεθύμνης Γεράσιμος, Κυδωνίας Καλλίνικος, Λάμπης Ιερόθεος, Πέτρας Ιωακείμ, Σητείας Ζαχαρίας, Κισάμου Μελχισεδέκ, Διουπόλεως Καλλίνικος, Νύσσης Μελέτιος.
Για την ιστορική αλήθεια θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι αναφερόμενοι από άλλους[8] ως εθνομάρτυρες αρχιε­ρείς Άρτας, Ιωαννίνων και Γρεβενών, δε μαρτυρούνται να θυσιάσθηκαν και γι' αυτό δε τους συμπεριλαμβάνω στην παραπάνω λίστα των θυμάτων αρχιερέων.
Απολογιστικό συμπέρασμα
Μετά τα παραπάνω νομίζω ότι είναι καιρός πλέον να επι­χειρήσουμε να κάνουμε έναν απολογιστικό συγκριτικό πίνακα για να δούμε με αριθμούς και ποσοστά τη συμμετοχή των αρχιερέων στον εθνικό μας αγώνα.
Έτσι με βάση την αψεγάδιαστη και ανελέητη γυμνή αλήθεια των αριθμών θα μπορούμε πλέον να μιλούμε για μικρή ή μεγάλη συμμετοχή αυτών στην παλιγγενεσία και να παύσουν επί τέλους οι μεγαλοστομίες για αόριστες «εκατόμ­βες» θυμάτων αλλά και οι γκρίνιες και μεμψιμοιρίες των επι­κριτών ότι μόνο 2-3 ήταν οι αρχιερείς που έλαβαν μέρος στον αγώνα.
Από τους 200 λοιπόν αρχιερείς, που, όπως είδαμε πιο μπροστά, υπήρχαν σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατο­ρία, μαρτυρούνται να :
α) Έλαβαν ενεργό μέρος, στον αγώνα επώνυμα και αδιαμφισβήτητα, 73 ιεράρχες, δηλ. ποσοστό 36,5%.
β) Είναι γνωστοί ότι δοκιμάσθηκαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν κ.λπ. 42 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 21,0% και
γ) Μαρτυρείται ότι θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων είτε στις πολεμικές συρράξεις, 45 αρχιερείς, δηλ. ποσοστό 22,5%
Συγκεντρωτικά λοιπόν έχουμε:
α) Ποσοστό αγωνιστών ιεραρχών 36,5%
β) Ποσοστό μαρτύρων ιεραρχών 21,0%
γ) Ποσοστό θυμάτων ιεραρχών 22,5%
Γενικό ποσοστό 80,0%
Αν όμως ληφθεί υπόψη ότι οι πλείστοι αρχιερείς της Μ. Ασίας, της Συρίας, της Σερβίας ή Βουλγαρίας λόγω αδιαφο­ρίας ή αδυναμίας των χριστιανών των περιοχών αυτών, δεν έλαβαν μέρος στους αγώνες, τότε το ποσοστό των αρχιερέων της Ελληνικής χερσονήσου, δηλ. από τη Θράκη, τη Μακε­δονία και τα δυτ. παράλια της Μ. Ασίας και κάτω είναι ασφαλώς πολύ υψηλότερο, που φθάνει οπωσδήποτε γύρω στα 90% του συνολικού αριθμού των αρχιερέων. Σε τελική ανάλυση λοιπόν δε θα πρέπει να αναζητούμε ποιοι αρχιερείς και πώς έλαβαν μέρος στον αγώνα αλλά ποιοι είναι αυτοί οι ελάχιστοι αρχιερείς, δηλ. το υπόλοιπο 10% που δεν έλαβαν μέρος στην εθνεγερσία του 1821 και γιατί.

Πέτρου Α. Γεωργαντζή δ. Θ.
ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ
(αντίδραση ή προσφορά;)
ΞΑΝΘΗ 1985
Ευχαριστώ την κ. Μαρία Μ-Σ.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Ποιμαντορική εγκύκλιος για την 25 Μαρτίου της ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας

Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η  Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ
( ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 34 )
Ο  ΧΑΡΙΤΙ  ΘΕΟΥ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΑΙ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ  ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
ΚΟΣΜΑΣ
Πρός  τό  Χριστεπώνυμον  Πλήρωμα
τῆς  καθ’ ἡμᾶς  Ἱερᾶς  Μητροπόλεως
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 
      Ἑορτάζουμε σήμερα ὡς Χριστιανοί τήν σωτηρία μας καί ὡς Ἕλληνες τήν Ἐλευθερία μας. Ζοῦμε τό θαῦμα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί τό θαῦμα τῆς Παλιγγενεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ μας ἔθνους.
      Ἑορτάζουμε τόν Ἐυαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Μυστήριο μέ ἄπειρο βάθος, τό ὁποῖο ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοί νιώθουμε καί δοξάζουμε τόν Τριαδικό Θεό μας.
      Αἰσθανόμαστε σήμερα ὡς πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, ὁ ὁποῖος χρησιμοποίησε σαν γέφυρα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς τήν Παναγίας μας, γιά νά κατέβει ὁ Σαρκωθείς Θεός ὡς ἄνθρωπος στή γῆ καί νά σώσει τόν ἄνθρωπο.
      Χαίρουμε καί πανηγυρίζουμε γιατί πλέον ὅλοι μας, ὡς ἁμαρτωλοί, μποροῦμε μέ τήν σάρκωση τοῦ Κυρίου μας νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν δουλεία τῆς αμαρτίας, ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, νά γίνουμε κατά χάριν Θεοί.
      Χαίρουμε καί δοξάζουμε τόν Θεό μας, εὐγνωμονοῦμε τήν Παναγία μητέρα μας γιά τήν οὐράνια δωρεά.
      «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν  τό κεφάλαιον…»
      Σήμερα ὅμως ἑορτάζουμε καί τήν ἐπέτειο τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας. Ἑορτάζουμε τόν Εὐαγγελισμό τῆς ἀναστάσεως καί τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ δούλου γένους μας ἀπό τόν βαρύτατο τουρκικό ζυγό τῶν τετρακοσίων χρόνων.
      Σήμερα, ὁ νοῦς μας τρέχει ἀπό τήν πικρή κερκόπορτα τῆς Βασιλεύουσας ὡς τήν γλυκειά ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος μας. Σκέπτεται τήν πικρή σκλαβιά, τήν ἀπανθρωπιά  τῶν κατακτητῶν, τό φρικτό παιδομάζωμα, τίς ταπεινώσεις τῶν ἀδελφῶν προγόνων μας, τίς ἑκατόμβες τῶν ἁγίων νεομαρτύρων, τά φρικτά μαρτύριά τους, τούς ποταμούς τῶν αἱμάτων πού χύθηκαν.
      Σήμερα ὁ νοῦς  μας τρέχει  στά κακοτράχαλα τά βουνά, στά λαγκάδια ὅλης τῆς πατρίδος, στά νησιά μας τά μαρτυρικά, στίς θάλασσές μας.
      Βλέπουμε σάν λιοντάρια τούς γενναίους προμάχους τῆς ἐλευθερίας μας νά τρέχουν στόν θάνατο πολεμώντας, ὅπως στά Δερβενάκια, στά Ψαρά, στή Χίο, στή Γραβιά, στήν Ἀλαμάνα, στό Σούλι, στό Ζάλογγο, στή Νάουσα, στό μαρτυρικό Μεσολόγγι μας. Τούς θαυμάζουμε, τούς καμαρώνουμε, τούς χειροκροτοῦμε.
      Ὅλοι ντύθηκαν τήν πανοπλία τῆς ψυχικῆς τόλμης, γιά νά γίνουν ἐθελοντές στόν ἅγιο ἀγῶνα, γιά νά πεθάνουν καί νά μᾶς χαρίσουν τήν δυνατότητα νά ἀναπνέουμε ἐλεύθερο ἀέρα.
      Εἶναι γεγονός πώς ἦταν ἄνθρωποι. Ἄνθρωποι μέ ἀδυναμίες κι αὐτοί. Ὅμως δέν νικήθηκαν ἀπό τά πάθη τους. Κυριαρχήθηκαν ἀπό τήν ἄσβεστη δίψα τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐλευθερίας. Πάλαιψαν μέ τήν στέρηση, τήν γύμνια, τήν πεῖνα καί τήν δίψα. Δέν ἐπαναστάτησαν γιά τό «τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν». Τά παραμέλησαν ὅλα - καί τήν «ἁμαρτωλή εἰρήνη» - γιά χάρη τῆς ἐλευθερίας. Θυσιάστηκαν γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία.
      Ποιός ἄλλος τόλμησε νά σηκώσει χέρι κατά τῶν Τούρκων; Οἱ φτωχοί ραγιάδες τόλμησαν. Γιατί ἀγαποῦσαν τήν πατρίδα, τήν Ἑλλάδα καί τήν ἐλευθερία της. Δέν ἄντεχαν ἄλλο τήν σκλαβιά. Καί τήν ἐλευθέρωσαν. Ὅλοι μαζί κληρικοί καί λαϊκοί, προύχοντες καί λαός, ἀδελφωμένοι καί συναθλοῦντες.
      Ὁλόκληρο νέφος ἀρχιερέων, ἱερέων, μοναχῶν, ὅπως ὁ μεγάλος μας πολιοῦχος Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ μαρτυρικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, ὁ Σαλώνων Ἠσαΐας, ὁ Ρωγῶν Ἰωσήφ, ὁ καλόγερος Σαμουήλ, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, ὁ ἡγούμενος Γαβριήλ τοῦ Ἀρκαδίου καί ἀναρίθμητοι ἄλλοι, κατακρεουργήθηκαν γιά νά φυτέψουν, νά τροφοδοτήσουν καί νά προσφέρουν τό δένδρο τῆς Ἐλευθερίας καί τούς γλυκεῖς καρπούς του.
      Κι ὅλοι ἀγωνίσθηκαν καί νίκησαν στηριζόμενοι στήν ὀρθόδοξο πίστη τοῦ Χριστοῦ μας. Ἡ ἐθνεγερσία ἦταν «οὐράνιος κίνησις», ὅπως λέει ὁ Γεώργιος Τερτσέτης.  Φωτισμένη ἡ ψυχή τῶν σκλάβων ἀπό τό αἰώνιο φῶς τοῦ Χριστοῦ καί θρεμμένη μέ τό αἷμα τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὥρμησαν στήν μάχη γιά τήν ἀποτίναξη τοῦ κατακτητοῦ.
      Τό ράσο κρατοῦσε ἀναμμένη τή φλόγα τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐλευθερίας. Κάτω ἀπό τούς θόλους τῶν ναῶν, μέ τό φῶς τοῦ καντηλιοῦ, ἐμπρός στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς μεγάλης μητέρας τῆς Παναγίας μας καί τῶν ἁγίων, ὁ παπαδάσκαλος τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ διαιώνιζε σταθερά τήν ἐθνική καί ἑλληνική συνείδηση, θέριευε τήν ἐλπίδα τῆς λευτεριᾶς. Ἔτσι ἀνατράφηκαν οἱ ἥρωες, οἱ νεομάρτυρες, οἱ γίγαντες τῆς θυσίας καί τῆς νίκης. Ἔτσι ἀνδρώθηκαν καί ἐλευθέρωσαν τήν Ἑλλάδα.
      Ἀγαπητοί, σήμερα, αὐτή τήν διπλή γιορτή τῆς Πίστεως καί τῆς Ἐλευθερίας, ἄς σταθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη, μέ καρδιακή εὐχαριστία. Ἄς εὐχαριστήσουμε τόν Λυτρωτή μας Χριστό, τήν Παναγία μας, ἀλλά καί τούς ἐνδόξους ἥρωες τῆς ἐθνεγερσίας μας. Μή φανοῦμε ἀχάριστοι.
      Κάποιοι σήμερα, αὐτοαποκαλούμενοι πολιτισμένοι καί ἐλεύθεροι, μᾶς προκαλοῦν, μᾶς ἀναγκάζουν νά ἀρνηθοῦμε τόν ἐλευθερωτή Χριστό μας καί τό γνήσιο πνεῦμα, τό περιεχόμενο καί τό σκοπό τῆς ἐθνεγερσίας μας.
      Διαστρέφουν τήν γνήσια Ἱστορία μας, θολώνουν τόν Ἀγῶνα τῶν ἡρώων μας, προσβάλουν τή Θυσία τους, δηλητηριάζουν τή νέα γενιά μας, τήν παραπληροφοροῦν.
      Ἐμεῖς σήμερα, ἄς πάρουμε τίς σωτήριες ἀποφάσεις μας. Ὅσοι θέλουμε νά γίνουμε αὐθεντικοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί Ἕλληνες, μήν δεχθοῦμε νά μᾶς ἀγγίξουν οἱ ὑλόφρονες, ὑλιστικές καί ἀνιστόρητες φωνές∙ φωνές πού ὑπηρετοῦν σκοτεινούς σκοπούς.
      Ἄς κλείσουμε στήν καρδιά μας τό γνήσιο φρόνημα καί μήνυμα τοῦ 1821 κι ἄς τό μεταλαμπαδεύσουμε στά παιδιά μας, ἡρωικό καί γάργαρο.     
      Εὔχομαι ὁ Χριστός καί ἡ Ἑλλάδα νά γεμίζει τήν καρδιά μας γιά νά ἐπιτύχουμε τή σωτηρία καί νά μένουμε πάντοτε ἀδούλωτοι Ἕλληνες.  
Μετά πατρικῶν εὐχῶν
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ
Πηγή: Ευχαριστώ την κυρία Μαρία Μ.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Βρέθηκαν 70 πάπυροι στην Ιορδανία που μιλούν για τον Μεσσία και την Ανάσταση

Ιστορικά αντικείμενα που βρέθηκαν σε μια απομονωμένη σπηλιά στην Ιορδανία πιστεύεται ότι αποτελούν πειστήρια από την τελευταία περίοδο της ζωής του Ιησού Χριστού.
Ενθουσιασμένοι είναι οι ερευνητές με την ανακάλυψη των περίπου 70 παπύρων πολύ μικρού μεγέθους που εντοπίστηκαν και οι οποίοι περιέχουν κείμενα γραμμένα στα αρχαία εβραϊκά και μιλούν για τον Μεσσία και την Ανάσταση.
Τα περισσότερα από τα χειρόγραφα είναι γραμμένα σε κώδικα, όμως οι ερευνητές έχουν καταφέρει να αποκρυπτογραφήσουν εικόνες, σύμβολα και μερικές λέξεις από το κείμενο, και πιστεύουν ότι πρόκειται για ηλικίας περίπου 2.000 ετών.
Πολλοί επιστήμονες βλέπουν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό τα ευρήματα, καθώς κατά το παρελθόν έχουν αναφερθεί πολλές φορές απάτες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα.
Κάποια από τα χειρόγραφα είναι σφραγισμένα, πράγμα που κάνει τους ερευνητές να πιστεύουν πως είναι μυστικά κείμενα που αναφέρονται στο απόκρυφο βιβλίο του Ezra, ένα προσάρτημα σε κάποιες εκδόσεις της Βίβλου.
Ο θησαυρός αυτός ανακαλύφθηκε πριν από πέντε χρόνια από έναν ισραηλινό βεδουίνο και γράφτηκε τον 1ο αιώνα κοντά στην εποχή της Σταύρωσης του Χριστού και της Ανάστασης.
Τα χειρόγραφα βρίσκονται σε εργαστήριο στην Αγγλία, όπου εξετάζονται πολύ προσεχτικά από τους αρμόδιους επιστήμονες. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δεν έχουν δώσει κάποιο σίγουρο αποτέλεσμα.

Ο γάμος (τέταρτο μέρος)

4) Γενετήσια ορμή και ηδονή  
--------------------------------------------------------------------------------
Η γενετήσια ορμή51 αποτελεί προϋπόθεση της έγγαμης ζωής. Ορμή είναι τάση της ψυχής του ανθρώπου προς ενέργεια και δράση που κατευθύνεται προς στόχο ασαφώς καθορισμένο (δηλ. μη σαφώς συνειδητό) και συνοδεύεται από ισχυρά συναισθήματα.
 Η ορμή εκδηλώνεται αρνητικά μεν σαν τάση προς απομάκρυνση από κάθε κατάσταση που εμποδiζει τη δράση της θετικά δε σαν τάση προς καλλιέργεια και προαγωγή κάθε κατάστασης που ευνοεί τη δράση της. «Η ορμή άρχεται διά λύπης, πληρούται δι' ηδονής και παύεται επί πολύ ή ολίγον διάστημα, ίνα πάλιν επαναλάβη τον δρόμον της»52.
Η ηδονή είναι ευάρεστο συναίσθημα που το προκαλεί μια ευχάριστη απόλαυση. Οι ηδονές προέρχονται από υλικές απολαύσεις, είναι δηλαδή κυρίως σωματικές-σαρκικές. H λέξη ηδονή χρησιμοποιείται για να εκφράσει και τις πνευματικές απολαύσεις έχουμε δηλαδή κατ' επέκταση της εννοίας και ψυχικές και πνευματικές ηδονές53. «Παρά τοις ανθρώποις υποχωρεί η ορμή προϊούσης της ηλικίας και επικρατούντος του λογικού, αλλά δεν εκλείπει τελείως»54. «Διαφέρει δε εν μέρει εις τα φύλα»55, αλλά και στα άτομα κατά την ένταση. Δύο είναι οι κύριες βιολογικές ορμές, η προς συντήρηση και η γενετήσια.  
Γενετήσια ορμή είναι η ορμή «η επιζητούσα την σύζευξιν μετά του άλλου φύλου»56, που εμφανίζεται για πρώτη φορά κυρίως κατά την εφηβική ηλικία57. Η πλήρωση της γενετήσιας ορμής δίνει κατά τη φυσιολογία «τον μέγιστον βαθμόν ηδονής»58. Η γενετήσια ορμή δεν είναι απλώς μέσο υλικής απόλαυσης, αλλά και «μέσον εκδηλώσεως του ψυχικού άμα και πνευματικού εκείνου δεσμού, ο οποίος καλείται αγάπη»59. Και έτσι ο αληθινός έρωτας ωθεί τον άνθρωπο προς ηθική πρόοδο και πνευματική καλλιέργεια60.  
Από ηθική έποψη η απόλαυση της υλικής φύσης γενικά επιτρέπεται, γιατί «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον· αγιάζεται γαρ διά λόγου Θεού και εντεύξεως»61). Kαι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως «ο Θεός φύτεψε μέσα στις λύπες την ηδονή και τη χαρά»62). Η άμετρη βέβαια χρήση των ηδονών υποδουλώνει τον άνθρωπο στην ύλη. Αυτήν αποκρούει όχι μόνο η Χριστιανική Ηθική (όπως θα δούμε παρακάτω), αλλά και ο εισηγητής της ηδονιστικής ηθικής θεωρίας, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αρίστιππος ο Κυρηναίος, που δίδαξε πως «το κρατείν και μη ηττάσθαι ηδονών άριστον, ου το μή χρήσθαι»63.  
Η Χριστιανική Ηθική όχι μόνο δεν αγνοεί όσα διδάσκει η φυσιολογία και η ψυχολογία, που παραπάνω εκθέσαμε, σχετικά με τη γενετήσια ορμή και τις συνέπειές της, αλλά μερικές φορές διδάσκει τα ίδια ως θέλημα Θεού.
Η μεν Aγία Γραφή ρητά αναφέρει ότι ο Θεός «ήγαγεν αυτήν (τη γυναίκα) προς τον Αδάμ»64 και συνιστά: «Συνευφραίνου μετά της γυναικός σου»65. (Πρβλ. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως Άδης ζήλος»66 και «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον»67).  
Οι δε Πατέρες αναπτύσσοντας το θέλημα του Θεού περιγράφουν τη γενετήσια ορμή, που δόθηκε απ' το Θεό, και τις συνέπειές της. Ο Βασίλειος Αγκύρας, που ήταν και γιατρός, μιλώντας προς τις παρθένες (μοναχές) συστηματικά εκθέτει τα περί της γενετήσιας ορμής και λέει: «Ας εξετάσουμε αν θές, απ' την αρχή, τι διαφορές έχουν από φυσικού τους τ' αρσενικό και το θηλυκό, για να καταλάβουμε και ξεχωρίσουμε τέλεια το σκοπό της παρθενίας, που παρουσιάστηκε... Κόβοντας (ο Θεός) σε δυο, αρσενικό και θηλυκό, απ' το λογικό ζώο (τον άνθρωπο) μέχρι όλα τα είδη των αλόγων ζώων, τα κατεργάστηκε έτσι ώστε το θηλυκό να είναι ένα κομμάτι απ' το αρσενικό. Έβαλε λοιπόν έναν απερίγραπτο «οίστρο» (μανιώδες πάθος) για να περιπλέξει (συμπλέξει) το καθένα απ' τα δυο μέρη προς το άλλο... Δεν έβαλε (ο Θεός) μόνο αυτή την περιπλοκή μεταξύ τους, με τον τρόπο που είπαμε, κάνοντάς την ευχάριστη (γλυκειά) σωματικά, αλλά και για τη δημιουργία απογόνων με τη συμπλοκή (αυτή των σωμάτων), όπου ο έρωτας (στο μυστήριο αυτό) είναι δαδούχος, πολύ φίλτρο βαθειά και πυκνά φύτεψε (και στους δυο)... Θέλοντας (όμως) ο Δημιουργός να βοηθήσει το αδύνατο μέρος (το θηλυκό) να αμυνθεί προς το αρσενικό, μαγεύει τ' αρσενικό για να ενωθεί μαζί του, όχι μόνο για ν' αποκτήσει παιδιά, αλλά και γι' αυτόν, το μανιώδη πόθο (οίστρο) της σωματικής επικοινωνίας (μείξεως)».
(«Άνωθεν ως έχει φύσεως το θήλυ προς το άρρεν, ει βούλει, επισκεψώμεθα, ίνα και τον της παρθενίας σκοπόν ευκρινώς αναφανέντα κατίδωμεν... Εις άρρεν τε και θήλυ, από του λογικού ζώου έως παν είδος αλόγου, τεμών, και το θήλυ τμήμα του άρρενος εργασάμενος, οίστρον μεν εκάστω τμήματι της προς άλληλα συμπλοκής άρρητον τη φύσει ενέθηκε... Ου την προς άλληλα συμπλοκήν μόνον, διά των προειρημένων τρόπων, ηδείαν τοις σώμασιν αυτών εργασάμενος, αλλά και προς το εκ της συμπλοκής ταις του έρωτος λαμπάσι δαδουχούμενον γένος, πολύ το φίλτρον εγκατασπείρας... Tω ασθενεστέρω ζώω (τω θήλει) του Δημιουργού βοηθήσαι θελήσαντος, ίνα τη ενούση αυτώ ηδονή μαγγανεύον το άρρεν, ου διά την παιδοποιΐαν μόνον, αλλά δι' αυτόν τον της μείξεως οίστρον, υπερμαχούν αυτώ έχη το άρρεν...»68).
Ο Μεθόδιος αναφέρει, όπως και η ψυχολογία, ότι υπάρχουν σωματικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων ως προς την άσκηση της γενετήσιας ζωής69. Kαι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Για τη γυναίκα δεν υπάρχει πολυτιμότερο απ' τον άνδρα της, ούτε για τον άνδρα πιο περιπόθητος άνθρωπος απ' τη γυναίκα του. Η συμφωνία της γυναίκας με τον άνδρα, αυτό είναι που οργανώνει (συγκροτεί, γυμνάζει) τη ζωή όλων μας. Τούτο συγκροτεί όλο τον κόσμο».
Kαι «δεν υπάρχει τόση οικειότητα μεταξύ δύο ανδρών, όση οικειότητα υπάρχει μεταξύ της γυναίκας με τον άνδρα, αν είναι (βέβαια) όπως πρέπει παντρεμένοι... Πραγματικά η αγάπη αυτή (η συζυγική) έχει απόλυτη εξουσία, απολυτότερη από κάθε άλλη. Γιατί οι μεν άλλες (αγάπες, επιδράσεις, σύνδεσμοι) έχουν κάποια δύναμη επιβολής, ενώ αυτή (η συζυγική αγάπη) είναι και (απόλυτα) δυνατή και αμετάβλητη (αμάραντη).
Γιατί υπάρχει μέσα μας και φωλιάζει στην ψυχή μας και ασυναίσθητα (λανθανόντως, υποσυνείδητα) συμπλέκει αυτά τα σώματά μας (του άνδρα και της γυναίκας)... Τίποτ' άλλο δεν οργανώνει (συγκροτεί, επηρεάζει) η ζωή μας, όσον ο έρωτας του άνδρα προς τη γυναίκa».
(«Μηδέν έστω γυναικί ανδρός τιμιώτερον, μηδέν ανδρί γυναικός ποθεινότερον. Τούτο πάντων ημών συγκροτεί την ζωήν, το ομονοείν γυναίκα προς άνδρα. Τούτο συνέχει τον κόσμον άπαντα». Και «ουκ έστιν ανδρός προς άνδρα τοσαύτη οικειότης, όση γυναικός προς άνδρα, αν η τις, ως χρη, συνεζευγμένος... Όντως πάσης τυραννίδος αύτη η αγάπη τυραννικωτέρα. Αι μεν γαρ άλλαι σφοδραί, αύτη δε η επιθυμία έχει και το σφοδρόν και το αμάραντον. Ένεστι γαρ τις έρως εμφωλεύων τη φύσει, και λανθάνων ημάς συμπλέκει ταύτα τα σώματα... Ουδέν ούτως ημών συγκροτεί τον βίον ως έρως ανδρός και γυναικός»70). Ο Μ. Αθανάσιος λέγει πως επιτρέπεται η χρήση των γενετησίων οργάνων, αφού δόθηκαν από το Θεό71.  
Με την ηδονή ασχολούνται οι Πατέρες της Εκκλησίας και διδάσκουν τα ακόλουθα: Ο Βασίλειος Αγκύρας εκτός από όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, λέει ότι «επακολούθημα του κατά τον γάμον αναγκαίου, η εκ της μείξεως ηδονή»72.
Kαι ο Αμφιλόχιος Ικονίου λέει πως ο Θεός «τω μεν ανθρώπω (άνδρα) ηδονήν ενέσπειρε· το δε θήλυ θωπευτικόν εποίησεν»73.
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σε ειδικό κεφάλαιο περί ηδονών κατατάσσει αυτές σε διάφορες ομάδες: 1) Ψυχικές ηδονές, 2) Σωματικές ηδονές: α) φυσικές (αναγκαίες ή μη αναγκαίες) και β) μήτε φυσικές (και μήτε αναγκαίες). Την ηδονή της αυτοσυντήρησης τη χαρακτηρίζει ως φυσική και αναγκαία, τη γενετήσια ορμή, ως φυσική αλλά μη αναγκαία, τη «λαγνεία» ούτε φυσική ούτε αναγκαία. Και προσθέτει: «Αυτός που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να επιδιώκει τις αναγκαίες συνάμα και φυσικές ηδονές, να βάλει σε δεύτερη μοίρα τις φυσικές και μη αναγκαίες, γινόμενες στον καιρό και με τον τρόπο που αρμόζουν, ενώ τις άλλες είναι ανάγκη οπωσδήποτε να τις αποφεύγει...»74.
Ο Μ. Βασίλειος στα «Ασκητικά» του δίνει ως ορισμό της ηδονής τα εξής: «Η ηδονή εστί το μέγα του κακού δέλεαρ, δι'ην ευέμπτωτοι (εύκολα πέφτουν) μάλιστα προς αμαρτίαν εσμέν οι άνθρωποι· υφ' ης πάσα ψυχή ως υπ' αγκίστρου προς τον θάνατον έλκεται»75.
Για τη χρήση της ηδονής οι μεν «Διδαχές των Αποστόλων» κατακρίνουν την άμετρη ηδονή76, ο δε Βασίλειος Αγκύρας λέγει πως «μη πάθος ηδονής προκαταλάβη (να μη επιβληθεί) του νόμου της χρείας (της φυσικής ορμής)»77).
Kαι ο Κλήμης ο Αλεξανδρινός σαφέστερα εκφράζεται λέγοντας πως ο αληθινός Χριστιανός «εσθίει και πίνει και γαμεί ου προηγουμένως (απ' τη φυσική ορμή), αλλά αναγκαίως (όταν δεν μπορεί ν' ανθέξει άλλο)»78. Χαρακτηριστικό θεωρώ το ρεαλισμό της χριστιανικής σκέψης του Ιγνατίου Αντιοχείας, που μιλώντας για ένα ζευγάρι Χριστιανών λέγει: ο οίκος τους «εύχομαι ηδράσθαι (να βασισθεί πάνω σε) πίστει και αγάπη σαρκική τε και πνευματική»79.
Θεωρώ ότι η έκφραση αυτή του Ιγνατίου, αριστοτεχνική στην μορφή της, δίνει το γενικό διάγραμμα των σχέσεων των Χριστιανών συζύγων. Πάντως με το Μυστήριο του γάμου δεν ευλογείται ειδικά η σεξουαλική σχέση των συζύγων79α, αλλά ολόκληρος ο βίος, που βέβαια ένα σημείο των συζυγικών σχέσεων είναι η ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής τους.

51. Σ. Καλλιάφα, Το παιδαγωγικόν πρόβλημα της γενετησίου ορμής: (Εκδ. 2α, Αθήναι, 1958). Του αυτού, Ορμαί και πνεύμα, εις βιβλίον του: Ανθρωπολογικαί μελέται. (Αθήναι, 1957). Χρ. Ανδρούτσου. Η ψυχολογία του Freud (Ψυχανάλυσις) εξεταζομένη κατά τας θεμελιώδεις αυτής δόξας. (Αθήναι, 1931). William Graham Cοle, Sex and lονe in the Bible (Ν. Yοrk, 1959). Fr. Thilly, Eισαγωγή εις την ηθικήν (μετ. Γ. Γρατσιάτου, Αθήναι, 1922), σ. 130 εξ. 177 έξ. Χ.Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής. (Αθήναι, 1925), σ.50 έξ.
52. Χ. Ανδρούτσου, Γενική Ψυχολογία. (Αθήναι, 1934), σ. 323.
53. Πρβλ. «Διπλής ούσης εν τη ανθρωπίνη φύσει της ηδονής, της μεν εν ψυχή δι' απαθείας ενεργουμένης, τας δε διά πάθους εν σώματι». Γρηγόριος ο Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων, ομιλ. Α'.
54. Θ. Βορέα, Ψυχολογία. (Αθήναι, 1933), σ. 363.
55. Σ. Καλλιάφα, Ορμαί και πνεύμα, ένθ' αν., σ. 44, Kαι του αυτού, Ψυχολογική σύγκρισnς των φίλων, ένθ' αν.
56. Σπετ. Η ψυχ. ζωή του ανθρώπου, ένθ' αν., σ. 25.
57. Ιδέ, Ε. Spranger, Ψυχολογία της εφηβικής ηλικίας. (μετ. Ν. Λούβαρι) Αθήναι, 1927.
58. Σ. Δοντά, Φυσιολογία, τ.2 έκδ. 2α, σ. 517. Πρβλ. και το του Αμφιλοχίου Ικονίου: «Ο τίμιος γάμος, υπέρκειται παντός δώρου γηΐνου, ως έγκαρπον δένδρον, ως αστείον φυτόν». Μ 39, 45.
59. Καλλιάφα, Το παιδαγωγικόν πρόβλημα της γενετησίου ορμής, ένθ' αν. σ. 65. Και του αυτού, Αρμονική ανάπτυξις ορμών και πνεύματος είναι θεμελιώδης όρος ψυχικής υγείας. (Αθήναι, 1960), σ. 7. Ως και του αυτού, Ψυχολογική σύγκρισις κ.λπ. ένθ' άν. Πρβλ. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως Άδης ζήλος».Άσμα Ασμάτων η', 6. Περί του έρωτος εξ απόψεως χριστιανικής, ιδέ προχείρως: Μ. Γαλανού, Συζυγία και έρως (π. Ανάπλασις, 1940, αρ. 9). R. Biοt, Ερωτική αγωγή (μετ. Π. Κόλλα-Ε. Πλατσαίου, Αθήναι, 1945) (Καθολικόν). Α. Herbert Gray, Τα δύο φύλα και ο Θεός. Εξέτασις των σεξουαλικών ζητημάτων από χρισπανικής απόψεως. (Μετ. Ο. Ιατρίδου, Αθήναι, 1932). (Διαμαρτυρομένων). Η. Van Ονen, Philia und Agape, εις βιβλίον Evangelishe Ethik. (Basel, 1952), σ. 176-181. Μπουγ., Γενετήσιος αγωγή, εις ΘΗΕ, τ. 4 ( 1964), σ. 267-269, Μπουγ., Ορθοδοξία και σεξουαλικό πρόβλημα. (Αθήνα, 1987).
60. «Ο έρως αποβαίνει κέντρισμα προς άνοδον και υψηλάς δημιουργίας. Εν δε τη συμβιώσει των συζευχθέντων και τω σχηματισμώ οικογενείας έχομεν ψυχικόν σύνδεσμον και άσκησιν πνευματικής ζωής». Σπετ. Η ψυχ. ζωή, ένθ' αν. Πρβλ. Καλλιάφα, Ψυχολογική σύγκρισις, ενθ' αν.
61. Α' Τιμ. δ', 4-5.
62. Εις την Γένεσιν, ΙΖ', 8. Μ 53, 144. Πρβλ. την έκφρασιν «ευφραινομένη τω ιδίω ανδρί» της περί το τέλος της Ακολουθίας του Mυστηρίου του γάμου ευχής.
63. Ιδέ F. Thilly, Eισαγωγή εις την Ηθικήν, σ. 133.
64. Γεν. β', 22.
65. Παροιμ. ε', 18.
66. Άσμα Ασμάτων η', 6.
67. Α' Τιμ. δ', 4.
68. Περί της εν παρθενία αληθούς άφθορίας. Προς Λητόϊον επίσκοπον Μελιτηνής, 3. M 30, 673-676.
69. Συμπόσιον, Γ'. Β 18, 37. Πρβλ. και Γρηγόριον τον Νύσσης, ο οποίος συγκρίνει την ηλικίαν εν σχέσει με την εμφάνισιν και ανάπτυξιν των αισθήσεων και του νου. Μ 44, 736.
70. Περί του μη απογινώσκειν τινάς εαυτών, 6. Μ 51, 369. Και εις την προς Εφεσίους, ομ. Κ', 1. Μ 62, 135-136. Πρβλ. Μ. Γαλανού, Η Aγία Γραφή και το γυναικείον κάλλος (π. Ανάπλασις, 1941, α.φ. 5-6, σ. 8). Kαι «Κάλλος γυναικός ιλαρώνει πρόσωπον, και υπέρ πάσαν επιθυμίαν ανθρώπου υπεράγει». Σοφ. Σειρ. λστ', 27. «Χάρις γυναικός τέρψει τον άνδρα αυτής, και τα οστά αυτού πιανεί η επιστήμη αυτής. Σοφ. Σειρ. κστ', 13. Επιτρέπεται επίσης, εις τους Ιουδαίους η εκλογή συζύγου εκ των αιχμαλώτων (αλλοθρήσκων), μόνον εάν διακρίνεται ο αιχμάλωτος δια το κάλλος της. (Δευτ. κα', 10-11).
71. «Πάντα μεν καλά και καθαρά τα του Θεού ποιήματα... (Διότι) ουκ έστιν αμαρτία ουδέ η αληθής χρήσις, ει τα όργανα παρά του Δημιουργού διαπέπλασται». Επιστολή προς Αμμούν μονάζοντα. Μ 26, 1169-1173.
72. Προς Λητόϊον, 38. Μ 30, 745.
73. Λόγοι Δ', 4. Μ 39, 72.
74. Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, Β' 13. Μ 94, 929/932.
75. Όροι κατά πλάτος, 17. Ότι δει και γέλωτος εγκρατώς έχειν, 2. Μ 31, 964.
76. «Ή τε πορνεία... ηδονη χαριζομένη το παν, όπερ εστίν αμαρτίας σύμβολον, αλλ' ουκ αρετής σημείον».Διδ. Απ., ΧΧΥΙΙΙ, 3. Β 2, 114.
77. Προς Λητόϊον, 38, Μ 30, 745.
78. Στρωματείς, Ζ' ΧΙΙ. Β 8, 278. Πρβλ. και την περί των σχέσεων των συζύγων έκφρασιν του Θεοδωρήτου του Κύρου: «Μη της ηδονής το πάθος, αλλά τον λογισμόν της κοινωνίας». Εις τα άπορα της Θείας Γραφής. Δευτερονόμιον, ερώτησις ΙΘ'. Μ 80, 425.
79. Προς Σμυρναίους, ΧΙΙΙ, 2(εκτενής μορφή ΧΙΙΙ) Β 2, 316. Ή Β 2,. 286. Πρβλ. και το «ομόνοια ψυχών και σωμάτων» από ευχήν εις το Μυστήριον της Εκκλησίας.
79α Ιδέ και Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία του ήθους (2α έκδ. 1979, σ. 215): «Ο εκκλησιαστικός γάμος ελάχιστη σχέση έχει με την κοινωνική θεσμοποίηση της γενετήσιας λειτουργίας. Οπωσδήποτε δεν φιλοδοξεί να της προσδώση νομιμότητα ή μεταφυσικό κύρος, ούτε να «βελτιώση» και διευκολύνη τη φυσική σχέση με ηθικές δεσμεύσεις που σκοπεύουν στον «εναρμονισμό» των χαρακτήρων...».
πηγή: Νίκος Θ. Μπουγάτσος, "Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου", Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1989.
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/bougatsos_gamos_periexomena.html

Αναγνώστες