Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Η Παναγία Τρυπητή

Στο λιμάνι του Αιγίου και λίγο πιο πέρα από το εργοστάσιο της ξακουστής Χαρτοποιίας και σε μια περιοχή όπου άλλοτε ήταν η έδρα της ακμάζουσας σταφιδοβιομηχανίας της Βοστίτσας, σκαρφαλωμένη σ’ ένα βράχο, βρίσκεται η Εκκλησία της Παναγίας Τρυπητής, που εορτάζει της Ζωοδόχου Πηγής.
Η Παναγία Τρυπητή είναι ένας περικαλλής, μεγαλοπρεπής και επιβλητικός Ναός, που φαντάζει από μακριά σαν μια μεγάλη ζωγραφιά κολλημένη στο βράχο. Είναι κτισμένος σε απόκρυμνο βράχο ύψους 30μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, μέσα σε Σπήλαιο (τρύπα) εξ ου και το όνομα "Τρυπητή" ή "Τρουπητή".
Όποιος επισκέπτεται για πρώτη φορά το προσκύνημα εντυπωσιάζεται από την ομορφιά του τοπίου: κυπαρίσσια και πεύκα δίνουν μία ξεχωριστή και υποβλητική μεγαλοπρέπεια. Μία πέτρινη σκάλα με 150 σκαλοπάτια ενώνει το Ιερό Προσκύνημα με το δημόσιο δρόμο.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη οδός από τον Κυπαρισσώνα, η οποία με τη σειρά της δίνει δύο εισόδους στο ύψος της τοποθεσίας που ονομάζεται "του Μοίραλη το πήδημα".
Η μία είσοδος είναι από την οδό Ζωοδόχου Πηγής, ακριβώς απέναντι από το φάρο του λιμανιού, ενώ η άλλη συνδέει το Προσκύνημα με την πάνω πόλη και τη συνοικία Γαλαξιδιώτικα (ή συνοικία του Αγίου Ανδρέα) λίγο κάτω από την πλατεία των Υψηλών Αλωνών.
Αρχιτεκτονικά ο ναός χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το ένα μέρος είναι λαξευμένο στο βράχο και το άλλο είναι προσθήκη στο πρώτο. Η εξωτερική μορφή του προσκυνήματος ομοιάζει εκείνου της Παναγίας της Τήνου. Μόλις ο επισκέπτης, πλησιάσει τα κράσπεδα του Ναού, παρατηρεί εντός του βράχου ένα μικρό σπήλαιο μήκους 3 μέτρων, πλάτους 2 μέτρων και ύψους πάλι 2 μέτρων.
Το άνοιγμα είναι κτισμένο με πέτρες και έχει μία μικρή πόρτα και παράθυρο. Κατά την παράδοση εκεί ήταν το ασκητήριο του Καπετάνιου - Ναυαγού που βρήκε την εικόνα.
Αν όμως ο θαυμασμός του προσκυνητή είναι μεγάλος από την ομορφιά του περιβάλλοντος χώρου, πολύ περισσότερο εντυπωσιάζεται και μένει έκθαμβος, όταν εισέρχεται στον Ιερό Ναό.
Στη μαρμαρένια μετώπη του Ναού είναι χαραγμένο το παράγγελμα: "ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣΕΛΘΕΤΕ", για να υπενθυμίζει στους προσκυνητές την ιερότητα του χώρου.
Στον πρόναο υπάρχει το Αγίασμα, μια καλλιτεχνική μαρμάρινη κρήνη με σταυροειδές σχήμα. Από το στόμα τριών λαξευμένων Αγγέλων τρέχει συνέχεια το αγίασμα που χύνεται σε μαρμάρινη λεκάνη. Στην Κρήνη είναι χαραγμένη η γνωστή καρκινική επιγραφή (διαβάζεται και αντίστροφα) "ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΝΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑ ΝΟΨΙΝ" δηλαδή καθάρισε πρώτα τα ανομήματά σου ειλικρινά με μετάνοια, και όχι επιφανειακά.
Στην συνέχεια ο προσκυνητής ανερχεται στον κυρίως Ναό.
Δεξιά στο σπήλαιο υπάρχει η εικόνα της Παναγίας, με το αριστερό της χέρι κρατεί το παιδίον Ιησού, το οποίο με το δεξί ευλογεί και στο αριστερό κρατά ειλιτάριο.
Σύμφωνα με την  παράδοση, στα μέσα του ΙΣΤ’ αιώνα δηλαδή περί το 1550, κάποιος ναυαγός του Κορινθιακού Κόλπου, διακρίνει μέσα στη νύκτα ένα φως παρηγοριάς, σημάδι πως βρίσκεται κοντά σε στεριά.
Γεμίζει θάρρος και ελπίδα. Επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις για να φθάσει εκεί που λαμπυρίζει το φως. Το πλησιάζει και διαπιστώνει με πολλή έκπληξη, πως βρίσκεται μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, όπου φεγγοβολάει ολόκληρη και φωτίζει ολόγυρα.
Είναι η Χαριτόβρυτη εικόνα της Παναγίας κρυμμένη μέσα στο βραχώδες τούτο σπήλαιο, άγνωστο από πότε. Έτσι ανακαλύφθηκε η εικόνα της "Παναγίας της Τρυπητής".
Την άλλη μέρα ειδοποίησε τις Αρχές της πόλης του Αιγίου. Κλήρος, λαός, άρχοντες ήλθαν, προσκύνησαν κάνοντας και Δοξολόγια. Ο Ευρετής της εικόνας έγινε ο πρώτος ασκητής και υπηρέτης της Παναγίας.
Αρχικά ο ναός αποφασίστηκε να οικοδομηθεί ανατολικότερα του μέρους που βρέθηκε η Ιερή Εικόνα, επειδή το μέρος ήταν βράχος. Το βράδυ της πρώτης ημέρας που άρχισαν οι εργασίες οικοδομής, στο βράχο που είχε βρεθεί η Εικόνα - σύμφωνα με την παράδοση πάντα -  έγινε μία έκρηξη και ο χώρος έγινε κατάλληλος για ένα μικρό ναό. Έτσι οι κάτοικοι θεώρησαν ότι η Παναγία "έφτιαξε το σπίτι της" και ο Ναός κτίστηκε μεγαλόπρεπα στη θέση που βρίσκεται σήμερα.
Το κυρίως Σπήλαιο μπροστά στο οποίο ανηγέρθηκε ο Ναός έχει μήκος 11μ., πλάτος 7 μ. και ύψος 4 μ. Για να γίνει η Αγία Τράπεζα στη θέση που βρέθηκε η Ιερή Εικόνα , το Ιερό Βήμα είναι στραμμένο νοτιοανατολικά και όχι ανατολικά που επιβάλλει η Ορθόδοξη Παράδοση. Με την πάροδο του χρόνου το πρώτο ασκητήριο εξελίχθηκε σε λαμπρή Μονή. Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ που επισκέφθηκε το Αίγιο το 1815 στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα» (Voyage dans la Grece, τόμος Δ΄, 1820-27) γράφει για την Τρυπητή Αιγίου: «Στο βράχο οι μοναχοί έχουν κτίσει ένα μοναστήρι, που φαίνεται σαν φωλιά χελιδονιών.
Ο Ναός πήρε τη σημερινή του μορφή τον 19ο αιώνα. Η μνημειακή, αναγεννησιακού τύπου, εξωτερική πέτρινη σκάλα, η οποία ενώνει τον παραλιακό δρόμο με τον Ναό, κατασκευάστηκε το έτος 1870 με σχέδιο του μηχανικού Άγγελου Κορυζή.
Η θαυματουργή εικόνα έγινε η αιτία επισκέψεως χιλιάδων προσκυνητών κάθε χρόνο και με το Βασιλικό Διάταγμα της 8ης Μαϊου 1933 η εορτή της Παναγίας της Τρυπητής καθιερώθηκε σαν επίσημη Θρησκευτική Εορτή του Αιγίου.
Την Παρασκευή της Διακαινησίμου τελείται η λιτάνευση της Ι. Εικόνας με κάθε επισημότητα. Τέλος με την υπ' αριθ. 10/16-5-1970 κανονισμό της Ι. Συνόδου της Ελλάδος αναγνωρίζεται σαν "Πανελλήνιο Ιερό Προσκύνημα" και χαρακτηρίζεται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.
Με την πάροδο του χρόνου αυτός ο Ιερός τόπος αναδείχθηκε σε μεγάλο πνευματικό κέντρο Πανελληνίου ακτινοβολίας. Είναι πολύ συγκινητικό, - την Παρασκευή της Διακαινησίμου, - να βλέπεις χιλιάδες Χριστιανούς από όλη την Ελλάδα - κάθε ηλικίας - να ανεβαίνουν τη μεγάλη σκάλα (150 σκαλοπάτια), αρκετοί γονατιστοί, προκειμένου να εκπληρώσουν το "Τάμα" τους στην Παναγία.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Βρέθηκαν τα οστά των Μαρτύρων Χρύσανθου και Δαρείας;

Λείψανα Αγίων τα οποία είναι 1700 ετών, αποδεικνύουν πως η «θρυλική ιστορία» των Χριστιανών μαρτύρων που θάφτηκαν ζωντανοί στην Αρχαία Ρώμη, ήταν αληθινή.
Ειδικοί υποστηρίζουν πως δύο σκελετοί οι οποίοι βρέθηκαν σε κρύπτη ιταλικού καθεδρικού Ναού, είναι Άγιοι ιερομάρτυρες της Αρχαίας Ρώμης.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως ανήκουν στον Χρύσανθο και τη Δαρεία, οι οποίοι «κήρυτταν» τον Χριστιανισμό και αυτό τους στοίχησε τη ζωή τους, το 283 μ.Χ.
Ο θρύλος λέει, πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έθαψε ζωντανό το ζευγάρι, επειδή προέτρεπε τους Ρωμαίους να αλλαξοπιστήσουν.
Τα λείψανα διατηρούνται στην κρύπτη του καθεδρικού ναού στο Reggio Emilia, μια πόλη στα βόρεια της Ιταλίας, από τον 10ο αιώνα.
Ο βωμός του ναού ήταν ανέγγιχτος από το 1651, ωστόσο ο ναός το 2008 ανακαινίστηκε. Οι εργαζόμενοι εντόπισαν πάνω από 300 οστά σε σφραγισμένες κρύπτες.
Τα κρανία ήταν συσκευασμένα σε ένα ζευγάρι χρυσών και ασημένιων προτομών, ενώ είχαν μεταφερθεί –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις- σε ένα θόλο του καθεδρικού Ναού πριν από 500 χρόνια.
Αμέσως εμπειρογνώμονες, κατέβηκαν στην κρύπτη προκειμένου να χρονολογήσουν τα οστά.
Ο καθηγητής Ezio Fulcheri του Πανεπιστημίου της Γένοβας, οδήγησε την ομάδα του εκεί, προκειμένου να διεξάγουν μια από τις πρώτες έρευνες που έγιναν ποτέ σε Άγια κειμήλια.
Ο καθηγητής είχε τονίσει πως δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος ύπαρξής τους, ωστόσο αποφάνθηκε πως «όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τα οστά του Χρύσανθου και της Δαρείας».
Μάλιστα, πρόσθεσε πως «αυτή ήταν μια σπάνια ευκαιρία να μελετήσουμε τα λείψανα, από ένα μύθο που κρατάει εδώ και 2000 περίπου χρόνια».
Ακόμα, ο Fulcheri εξέφρασε την άποψή του, πως το γεγονός ότι τα λείψανα ήταν καλά προστατευμένα και σχεδόν άθικτα, ήταν σπάνιο φαινόμενο για μάρτυρες εκείνης της εποχής, καταδεικνύει πως οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν τους Ιερομάρτυρες.
Από τις έρευνες προέκυψε πως το ζευγάρι είχε ζήσει μια πολύ υγιεινή ζωή, ενώ τα σώματά τους δεν είχαν καταπονηθεί, πριν από το θάνατό τους.
Μάλιστα, η ηλικία του γυναικείου σκελετού, οδήγησε την ομάδα στο συμπέρασμα πως ήταν ακόμα παρθένος, όπως άλλωστε και η Δαρεία.
Ακόμα, οι επιστήμονες διέγνωσαν από τα σημάδια μολύβδου στα οστά, πως το ζευγάρι που βρέθηκε στις κρύπτες, δηλητηριάστηκε.
Επίσης, η πολύ μικρή φθορά στα οστά, καταδεικνύει πως το ζευγάρι δεν είχε κάνει ποτέ μια φυσική εργασία.
Από κάθε φορέα, λήφθηκε ένα ενιαίο πλευρό, όπως και σκόνη από το έδαφος προκειμένου να διαγνωστεί η χρονολογία ύπαρξής τους.
Έτσι, μετά την έρευνα οι ειδικοί αποφάνθηκαν πως αυτό, ζούσε μεταξύ 80 και 340 μ.Χ
Όλα τα χαρακτηριστικά των οστών, ήταν παρόμοια με αυτά των Χριστιανών Αγίων της εποχής.
Πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=7980:2011-04-27-23-53-43&catid=13

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.
Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.
Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.
Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.
Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.
Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.
Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.
Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.
Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.
Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.
Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε, καὶ Εἰρήνη πάνσεμνε, πάσης ρύσασθε βλάβης, καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης ἀπειλῇς, τοὺς τὴ πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Ο ιερός Χρυσόστομος για την Ανάσταση του Χριστού

Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η εορτή των εορτών της Εκκλησίας μας και το ακράδαντο θεμέλιο, πάνω στο οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα της Πίστεώς μας.
Το ότι υπάρχει μέχρι σήμερα Εκκλησία, παρά τους φοβερούς διωγμούς, που υπέστησαν οι πιστοί μέσα στη δισχιλιετή ιστορία της, οφείλεται στο ότι ο Ιδρυτής της Κύριος Ιησούς Χριστός νίκησε το θάνατο και ζει στους ουρανούς και κατευθύνει την πορεία της στον κόσμο.
Η Ανάσταση του Χριστού είναι η πηγή της δυνάμεως της Εκκλησίας ως συνόλου και κάθε πιστού προσωπικά.
Οι ιεροί υμνογράφοι με εξαίρετους ύμνους τονίζουν σε όλους τους ήχους και τους τόνους τη μεγάλη εορτή της Αναστάσεως. Και οι άγιοι Πατέρες, με το ιδιαίτερο χάρισμά του καθένας, παρουσιάζουν το νόημα της Αναστάσεως και τη σημασία της για τη ζωή μας.
Ο ιερός Χρυσόστομος επανειλημμένα ομιλεί με ενθουσιασμό για την Ανάσταση του Χριστού, απολογούμενος μάλιστα κάποτε προς τους απίστους και αμφιβάλλοντας.
Πάρα πολύ μεγάλη πραγματικά απόδειξη της Αναστάσεως είναι το ότι ο Χριστός, που θυσιάστηκε στο Σταυρό, μετά το θάνατό του επέδειξε τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε έπεισε ανθρώπους, που ζούσαν σε διάφορες περιοχές, να περιφρονήσουν, χάριν της πίστεως προς αυτόν και της ομολογίας αυτής της πίστεώς τους, και την πατρίδα τους και την οικογένειά τους και τους φίλους τους και τους συγγενείς τους και αυτή τη ζωή τους και να προτιμήσουν αντί των ευχαρίστων και τερπνών του κόσμου, που τους υπόσχονταν οι εχθροί της Πίστεως, και μαστιγώσεις και κινδύνους και μαρτυρικό θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορθώματα κάποιου νεκρού, που έμεινε κλεισμένος στον τάφο του, αλλά κάποιου που ανεστήθη και ζει. (PG 50,593)
Τι μεγαλύτερη απόδειξη της Αναστάσεως του Χριστού ζητάς, όταν βλέπεις να έχει γίνει τόσο μεγάλη μεταβολή των πραγμάτων έπειτα από εκείνο το γεγονός; Γυναίκες, που εκ φύσεως είναι δειλές, παρουσιάζονται ατρόμητες εμπρός στον θάνατο, ενώ ο θάνατος πριν από την Ανάσταση ήταν φοβερός και φρικτός και στους αγίους άνδρες. (PG 50, 629)
Πολλοί ερωτούν, γιατί άραγε, όταν ανεστήθη ο Χριστός δεν εμφανίσθηκε στους Ιουδαίους; Η ερώτηση αυτή όμως είναι περιττή και μάταιη. Διότι εάν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη με την εμφάνισή του μετά την ανάσταση του σ’ αυτούς, δεν θα απέφευγε να το κάνει. Ότι όμως δεν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη, αν εμφανιζόταν σ’ αυτούς μετά την ανάστασή του, φαίνεται με την περίπτωση του Λαζάρου. Διότι αυτόν που ήταν νεκρός τέσσερις μέρες και μύριζε και είχε αρχίσει να αποσυντίθενται τον ανέστησε και του έδωσε δύναμη να βγει από τον τάφο του, όπως ήταν δεμένος με νεκρικούς επιδέσμους εμπρός στα μάτια όλων, και παρά ταύτα όχι μόνο δεν τους είλκυσε προς την πίστη, αλλά και τους ερέθισε περισσότερο. Διότι αποφάσισαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο. Εάν λοιπόν ανέστησε κάποιον άλλον και δεν επίστευσαν, άραγε ανασταίνοντας τον εαυτό Του και δείχνοντάς τον σ’ αυτούς, δεν θα κυριεύονταν και πάλι από μανία εναντίον του;  (PG 51, 106)

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ατενίζοντας τον Ιησού εν σιωπή

Κάθε χρόνο, ὅταν φτάνει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁ πιστὸς προσκαλεῖται γιὰ μία ἐπανατοποθέτηση τῆς ζωῆς του μπρὸς στὸ μυστήριο τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀτενίζει καθηλωμένος ἐκεῖ στὰ μεσούρανα, στὸ Σταυρό Του, προσκαλώντας μας καὶ προκαλώντας ταυτόχρονα πιστοὺς καὶ λιγότερο πιστούς. Καὶ ποιὸς ἄραγε θὰ μποροῦσε νὰ διαβεβαιώσει ὅτι προσπέρασε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸ αἰώνιο αὐτὸ σκάνδαλο τῆς λογικῆς ἀνθρώπων καὶ ἀγγέλων, χωρὶς κλυδωνισμοὺς ἀμφιβολιῶν, χωρὶς κραδασμοὺς στὸ ἐπίπεδο τῶν αὐτονόητων ἐνδοκοσμικῶν βεβαιοτήτων;
Ἴσως φέτος νὰ φαντάζει περισσότερο μόνος: δεμένος σὰν κακοῦργος, περιτριγυρισμένος καὶ λοιδορούμενος ἀπὸ τὸν ὄχλο καὶ τὸ ἀρχοντολόϊ τῆς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας τοῦ «καιροῦ ἐκείνου»· μὲ τοὺς μαθητές Του ἀποσυναρμολογημένους, διασκορπισμένους καὶ ἀνήμπορους νὰ τοῦ προσφέρουν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Πέτρου.
Κι Αὐτὸς σιωπηλός, νὰ ἀτενίζει ὅλους, ὅπως τότε τὸν Πέτρο πρὶν λαλήσει ὁ πετεινός, καὶ νὰ ἀναμοχλεύει μέσα μας ὅλες τὶς ἀρνήσεις κι ὅλες τὶς προδοσίες στὸ πρόσωπό Του, ὅλα τὰ πάθη κι ὅλες τὶς πληγές.
Νὰ μᾶς κοιτᾶ μὲ μίαν ἀπέραντα μεγαλόπρεπη Σιωπὴ - ὅση κι ἡ ἀγάπη Του - ποὺ θεραπεύει τὴν κούφια καὶ ὑβριστικὴ πολυλογία τῶν «ἐκπροσώπων» Του, κάθε μεγαλόστομη καὶ ὑπερφίαλη καπηλεία τῆς Σιωπῆς καὶ τοῦ Πάθους.
Μία ἁγιασμένη, πονεμένη Σιωπὴ γιὰ τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀποτυχίες τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων, μυστικὴ φωνὴ στὰ μύχια της ψυχῆς μας. Μία μεγαλειώδης, εὔγλωττη, κατανυκτικὴ Σιωπὴ Ἀγάπης.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα». Στὸν πόνο καὶ στὸν θρίαμβο. Καὶ ὅταν ἔκανε τὰ θαύματα, καὶ ὅταν δεχόταν τὰ ραπίσματα. Καὶ ὅταν εἰσέρχεται θριαμβευτικὰ στὰ Ἱεροσόλυμα «μετὰ βαΐων καὶ κλάδων», καὶ ὅταν ἐρωτᾶται ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα Καϊάφα, τὸν Πιλάτο, τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη: «Οὐδὲν ἀποκρίνη; οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσιν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα».
Σιωπᾶ ὅταν ὁ ὄχλος καὶ οἱ στρατιῶτες τὸν χλευάζουν, ὅταν τὸν προκαλοῦν λέγοντας: «Σῶσον σεαυτὸν εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ». Ὅταν καταφέρουν στὸ ἅγιο πρόσωπό Του ραπίσματα καὶ μὲ σαρκαστικὴ εἰρωνεία τὸν ἐξωθοῦν νὰ «προφητεύσει» ποιὸς τὸν ράπισε. Ἀνταποδίδει στὴν παράλογη πρόκληση τῆς ἀνθρώπινης κακότητας τὴν πορφυρὰ Σιωπὴ τῶν σταυρωμένων Του χεριῶν, τὴ ματωμένη καρδιὰ τῆς Ἀγάπης.
Σιωπᾶ ὁ Ἰησοῦς μπροστὰ στὴν μισαλλοδοξία ἐχθρῶν, στὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑποκρισία τῶν «φίλων», γιατὶ οἱ λέξεις δὲν μποροῦν νὰ ποῦν τίποτα περισσότερο ἀπ᾿ ὅσα πολυσήμαντα μαρτυροῦν τὰ πάθη, ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάστασή Του.
Ἡ Σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι διακριτικὴ συνομιλία, ἕνας ἀέναος διάλογος ἀγάπης μὲ τὶς ψυχές, ὅταν τὰ λόγια καθίστανται ἀνήμπορα νὰ διασπάσουν τὰ τείχη τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς ἀμφιβολίας ποὺ ἔχουν ἑρμητικὰ σφραγίσει τὰ «ὦτα» μας. Ὅταν τὰ πάθη ἔχουν ἀλλοιώσει τὴν «λογική» ψυχή μας καὶ τὴν ἔχουν παραδώσει στὸ παράλογό της τυχαιότητας, τὸ χαοτικὸ ἐνήδονο κυνήγι τῆς ὀδύνης.
Συνομιλεῖ καὶ τότε «ἐν τῇ σιωπῇ» ὁ Χριστὸς μαζί μας, γιατί ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν παύει νὰ εἶναι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποτὲ δὲν χάνει τὴν ἱκανότητα νὰ διαισθάνεται, νὰ ξέρει, νὰ «καταλαβαίνει πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπ᾿ ὅσα μπορεῖ νὰ ἐκφράσει», ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀκούσει.
Ὁ Σιωπῶν Χριστὸς τοῦ Πάθους, μᾶς ἔχει ἐξασφαλίσει τὸ προνόμιο, ὥστε «νῦν καὶ ἀεί» νὰ μποροῦμε νὰ ψιθυρίζουμε τὸ «μνήσθητί μου, Κύριε» τοῦ ληστοῦ, ἀκόμα καὶ πάνω στὸ σταυρὸ τῆς πιὸ μεγάλης ντροπῆς, τῆς πιὸ μεγάλης ἀπελπισίας.
Ὁ Χριστὸς τῆς Σιωπῆς, εἶναι ὁ Χριστὸς τῆς ἀγάπης, ὁ Χριστὸς τῆς ἀναμονῆς, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς τῆς ἐλευθερίας: κανένα δὲν ἐξαναγκάζει, μὰ ἀγαπᾶ, σιωπᾶ καὶ περιμένει τὴν μετάνοιά μας. «Ἡ σιωπὴ εἶναι ὁ ἐσχατολογικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον μιλεῖ καὶ πράττει ὁ Θεός... Ὅποιος ἀγαπᾶ δὲν φλυαρεῖ... μὰ ὑποφέρει καὶ ὑπομένει».
Ἡ Σιωπὴ τοῦ Λόγου! Τὰ λόγια εἶναι τὰ ἐργαλεῖα τῆς χρονικότητας. Ἡ κατανόηση τῆς οὐσίας τῶν λόγων εἰσάγει στὴν αἰωνιότητα τοῦ ὑπέρ-λόγου, ἐκεῖ ὅπου τὰ λόγια εἶναι περιττά. Ἡ «σιωπὴ εἶναι ἡ γλώσσα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Ἡ σιωπὴ μυστήριόν ἐστι τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος· οἱ δὲ λόγοι ὄργανόν ἐστι τούτου τοῦ κόσμου» (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος).
Ἡ Σιωπὴ τοῦ Λόγου λογοποιεῖ τὴν παράλογη λογικὴ τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Σιωπηλὰ ἀνασκάπτει τὶς καρδιές, ἀποκόπτει τὰ καρκινώματα τοῦ ἄλογου ἐγωϊσμοῦ, δένει τὰ τραύματα, ζωντανεύει τὴν ἐρειπωμένη πίστη, ἑτοιμάζει τὴν ἐξανάσταση.
Μέσα στὴν σιωπὴ συντελεῖται ἡ θεανθρώπινη συνάντηση. «Ἰδού, ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ, στὴ σιγὴ τῆς ἡσυχίας, «τῶν ὑπερφυῶν γεύεται ἀγαθῶν καὶ ὑπερκοσμίων ἀπολαύει καλῶν, καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης καθίσταται χώρημα· καὶ οὕτω ἐρωτοληπτεῖται καὶ χαίρει καὶ εὐθυμεῖ» (Ἅγ. Κάλλιστος).
«Ὁ φίλος της σιωπῆς προσεγίζει τὸν Θεὸ καὶ συνομιλώντας μυστικὰ μαζί Του, φωτίζεται ἀπ᾿ Αὐτόν» (Ἰωάννης Κλίμακος).
Ὅσοι αὐτὴ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατορθώσουμε –ἀτενίζοντες τὸν Ἰησοῦ- ν᾿ ἀφουγκραστοῦμε ταπεινὰ τὴ πολύφθογγη Σιωπή Του, ἀποφασίσουμε «ἐν μετανοίᾳ» νὰ ἐναποθέσουμε στὰ χέρια Του τὴν ζωή μας καὶ μποῦμε στὴ σιωπὴ τοῦ «ὄλβιου» τάφου, θὰ μᾶς χαρίσει ἄλλη μία φορὰ διὰ τοῦ θανάτου Του τὴν «ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση».

Παναγιώτης Σημάτης

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Οι επτά λόγοι του Χριστού επί του Σταυρού

Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ λατρευτοῦ μας Χριστοῦ ξαπλώθηκε πάνω στὸ Σταυρό, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ σταυρωμένη ἀγάπη παρέδωσε τὸ πνεῦμα, ἑπτὰ λόγοι βγῆκαν ἀπὸ τὸ γλυκὸ καὶ ἄκακο ἐκεῖνο στόμα του.
Καὶ εἶναι δικό μας καθῆκον νὰ ἀκούσουμε καὶ σήμερα μὲ ἱερὸ δέος αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὄχι μόνο γιατί εἶναι τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Κυρίου μας, ποὺ πρέπει νὰ τὰ θυμόμαστε συχνά, ἀλλὰ καὶ γιατί ἀποτελοῦν, θὰ ἔλεγε κανείς, τὴν διαθήκη Του, τὴν ἔκφρασι τῆς μεγίστης Του δωρεᾶς πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀνακεφαλαίωσι ὅλης της διδασκαλίας Του.
Ὁ πρῶτος λόγος ἀκούσθηκε τὶς πρῶτες κιόλας στιγμὲς τῆς σταυρώσεως.
Κι ἐνῶ πάνω σὲ κεῖνον τὸν λόφο ἀποκορυφώνεται ἡ ἔσχατη κραιπάλη καὶ μανία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ καρφώνουν, βρίζουν καὶ βλασφημοῦν τὸν Ἀναμάρτητο, Ἐκεῖνος ἐκδηλώνει ἀνάμεσα ἀπ᾿ τοὺς φρικτοὺς πόνους τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς Του τὴν ὑπέρτατη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς παραστρατημένους. «ΠΑΤΕΡ, ΑΦΕΣ ΑΥΤΟΙΣ, ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησί Του στὴν ἀνθρώπινη κακία.
Στὴν ἄβυσσο τῆς ψυχικῆς πυρώσεως, ἀντιπαρατάσσεται τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας συγγνώμης, ποὺ βρίσκει, στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες, λόγους ἀφέσεως καὶ μεσιτείας γιὰ κείνους πού, ἐκτροχιασμένοι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ἔκδικησεως καὶ τοῦ φθόνου, εἶχαν αὐτοκαταδικασθῆ στὴν ἴδια τὴν ταλαίπωρη συνείδησί τους, τὴν βάναυσα κακοποιημένη.
Ὁ πρῶτος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ καὶ ἐπικύρωσις τοῦ μοναδικοῦ στὸν κόσμον ὅλο κηρύγματος ποὺ ἀκούσθηκε ποτὲ στὸν πλανήτη μας. Τοῦ κηρύγματος τῆς ἀφειδώλευτης καὶ γνήσιας ἀγάπης πρὸς ὅλους, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐχθρούς μας.
Ἦταν μία δέησι καὶ ἱκεσία, μὲ ἐπίκλησι σὰν ἐλαφρυντικοῦ της ἀγνοίας, ὑπὲρ τῶν διωκτῶν καὶ δημίων Του, ἔτσι γιὰ νὰ ἀντηχεῖ ἔκτοτε σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ μήκη τῆς γῆς ὁ ἀπόηχός της, ἐμπνέοντος τὶς μυριάδες τῶν χριστιανῶν, ποὺ θὰ ἤθελαν, μιμούμενοι τὸν ἀρχηγό Τους, νὰ δείξουν πὼς μποροῦν νὰ νικοῦν τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό, τὴ μοχθηρία μὲ τὴν ἀγάπη, τὸ συμφέρον μὲ τὴν ἀνιδιοτέλεια.

Ὁ δεύτερος λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἀπάντησις σὲ μία φωνὴ μετανοίας καὶ πίστεως. Στὴ φωνὴ τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, ποὺ ἀνοίγει τὰ μάτια τοῦ μπροστὰ στὴν ὑπέρτατη κένωσι τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς πραγματικές της διαστάσεις τὴν αἰωνιότητα τῆς Βασιλείας Του. «ΑΜΗΝ, ΛΕΓΩ ΣΟΙ, ΣΗΜΕΡΟΝ MET᾿ ΕΜΟΥ ΕΣΗ ΕΝ ΤΩ ΠΑΡΑΔΕΙΣΩ».
Ποιά, ἄραγε, πιὸ αὐθεντικὴ μαρτυρία περιμένουν ν᾿ ἀκούσουν ἢ νὰ βροῦν ποτέ, ὅσοι μὲ δυσπιστία στέκονται μπροστὰ στὴ μεταθανάτια ὀντολογικὴ πραγματικότητα; Καὶ πόσους, ἀλήθεια, θὰ καταδικάση καὶ ἡ μετάνοια ἡ ἔστω ὄψιμος καὶ ἡ πίστις τοῦ ληστοῦ αὐτοῦ, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παρὰ τὶς κατακτήσεις τοῦ Ἰησοῦ μένουν ἀκόμη ἄπιστοι. Ὢ ναί.
Ὅταν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου διασκελίζει πρῶτος ἕνας μέγιστος ἁμαρτωλὸς ἀνανήψας ἐγκαίρως, ποιὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς ταλαίπωρους ἁμαρτωλούς της ζωῆς θὰ βρεῖ ποτὲ δικαίωσι γιὰ τὴν ἐμμονή του στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πτώσεως; Γιατί τὸ παράδειγμα τοῦ ληστοῦ ὄχι μόνο βεβαιώνει τὴν ὕπαρξι τῆς οὐράνιας Βασιλείας, ἀλλὰ καὶ πείθει πὼς ὅλοι, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, ἔχουν δικαίωμα συμμετοχῆς στὴν αἰωνιότητα ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσουν καὶ ἀνάλογα νὰ πράξουν ὅσο εἶναι καιρός.

Καθὼς τώρα γιὰ τρίτη φορὰ ἀνοίγει τὸ στόμα Του ὁ Ἐσταυρωμένος ἀφήνει νὰ ξεπηδήσουν λόγοι στοργῆς καὶ προνοίας γιὰ τὴ μητέρα Του.
«Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα, ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ: ΓΥΝΑΙ, ΙΔΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ».
 Καμιὰ μητέρα στὸν κόσμο δὲν ἔδειξε τόση στοργὴ γιὰ τὸ παιδί της, καὶ καμιὰ μητέρα δὲν δέχθηκε τόση στοργὴ ἀπὸ τὸ παιδί της, ὅσο ἡ Παναγία.
Κι ἔπρεπε στὶς τραγικὲς τοῦτες ὧρες τῆς μεγάλης Του ὀδύνης νὰ μιλήσει τόσο εὔγλωττα ὁ Ἰησοῦς, γιὰ ν᾿ ἀφήση σὰν παρακαταθήκη σὲ ὅλους μας τὴν ἀνάγκη γιὰ ἰσόβιο σέβας καὶ φροντίδα γιὰ κείνους, ποὺ μᾶς χάρισαν τὴ ζωή.

Ὁ τέταρτος λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ τὸν Σταυρὸ ἔχει μίαν ἀνείπωτη τραγικότητα καὶ δυσθεώρητο βάθος καὶ πλάτος. «ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ ΙΝΑ ΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΙΠΕΣ;». Αὐτὸς εἶναι ὁ δυσκολότερος λόγος, ποὺ κρύβει μέσα του ὠκεανὸ θεολογίας. Πολλοὶ τὸν ἐξήγησαν σὰν ξέσπασμα ἀπελπισμοῦ. Ἄλλοι σὰν γογγυσμὸ καὶ ἄλλοι σὰν ἀπογνώσεως φωνή. Ὄχι.
Ὁ Κύριος δὲν ἐγόγγυσε ὅταν τὸν ἐγκατέλειψαν οἱ φίλοι, οὔτε ὅταν τὸν κατεδίκασαν ἀδίκως, οὔτε ὅταν τὸν ἐμαστίγωσαν. Παραπονεῖται τώρα γιὰ κάτι ποὺ τοῦ κοστίζει ἀκριβά. Κι αὐτὸ εἶναι ὁ χωρισμός Του, ἔστω καὶ πρόσκαιρος, ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἕνας χωρισμὸς ποὺ ὀφείλεται στὴν ἁμαρτία, ποὺ θεληματικὰ σηκώνει στοὺς ὤμους Του ὁ ἀναμάρτητος.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει σὲ μία του ἐπιστολὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἔγινε γιὰ χάρι μας κατάρα. Καὶ ἡ ἔκφρασις αὐτῆς τῆς κατάρας φάνηκε στοὺς λόγους Του αὐτούς, ποὺ εἶναι ἕνα αὐθόρμητο .ξέσπασμα ψυχικοῦ πόνου γιὰ τὴν ἐγκατάλειψι τοῦ Πατέρα, γιὰ τὸ ἀβυσσαλέο χάσμα ποὺ ἀνοίγει ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν Θεὸ ἡ ἁμαρτία. Καὶ νὰ σκεφθῆ κανεὶς μὲ πόση εὐκολία ἐμεῖς δουλεύουμε στὴν ἁμαρτία καὶ ἀψηφοῦμε αὐτή της τὴν συνέπεια.

Μιὰ καὶ μόνη λέξις εἶναι ὁ κατὰ σειρὰν πέμπτος λόγος τοῦ Χριστοῦ. Μικρὴ ἀλλὰ περιεκτική. «ΔΙΨΩ». Ἦταν μία δίψα βασανιστική, σωματικὴ δίψα, ἀπότοκός της αἱμορραγίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλὰ ἦταν καὶ μία ἄλλη ψυχικὴ δίψα τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Ἡ δίψα νὰ ἰδῆ τὰ ἀποστατήσαντα παιδιά Του νὰ ἐπιστρέφουν κοντά Του. Ἡ δίψα γιὰ τὴν σωτηρία τῶν σταυρωτῶν Του, γιὰ τὴν ἐξάπλωσι τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ τὸν ὀρθὸ προσανατολισμὸ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ἀξιοποίησι τῶν νέων, γιὰ τὴν ἀνάδειξι ἐκλεκτῶν ποιμένων στὴν Ἐκκλησία Του, γιὰ τὴν παγίωσι τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο.
Ἦταν δίψα γιὰ πνευματικὲς κατακτήσεις, γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς ἀγάπης παντοῦ, γιὰ τὴν στερέωσι τῆς πραγματικῆς δικαιοσύνης στὶς διανθρώπινες καὶ διεθνεῖς σχέσεις, γιὰ τὴ θεμελίωσι τοῦ πολιτισμοῦ πάνω στὴν κρηπίδα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, γιὰ τὴν ἀναχαίτισι τοῦ βαρβαρισμοῦ, γιὰ τὴν ἐπικράτησι τῆς ἀλήθειας.
Ἦταν ἀκόμα δίψα γιὰ τὴ δικαίωσι τῶν ἀνθρώπινων προσδοκιῶν, γιὰ τὴν κατίσχυσι τῆς ἀρετῆς, γιὰ τὴ λάμψι τοῦ φωτὸς στὴν οἰκουμένη. Κι εἶναι ὥρα τώρα νὰ διερωτηθοῦμε ἂν ὕστερα ἀπὸ 2.000 χρόνια σήμερα μποροῦμε νὰ λέμε πὼς αὐτή Του ἡ δίψα ἔσβησε, ἢ ἂν ἀντίθετα τὰ γεγονότα μᾶς ἀναγκάζουν νὰ παραδεχθοῦμε πὼς ὁ Ἰησοῦς καὶ σήμερα ἀκόμα διψάει...ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ».

Εἶναι ὁ προτελευταῖος, ἕκτος λόγος τῆς ἀγωνίας τοῦ Σταυροῦ. Ὅλα πιὰ ἐτελείωσαν. Τὸ φοβερὸ μαρτύριο, μὲ τοὺς ἐμπαιγμούς, τὶς εἰρωνεῖες, τὸ μαστίγωμα, τὴν προδοσία, τὴν ἐγκατάλειψι, τοὺς πόνους, τὴ χολή.
Τὸ ποτήρι τῆς πίκρας τὸ ἤπιε μέχρι τέλους. Ὅλα πιὰ τέλειωσαν. Τὸ γιγάντιο ἔργο τῆς λυτρώσεως. Ὁ διάβολος νικήθηκε.
Ὁ νόμος παρῆλθεν, ἡ χάρις ἐξέλαμψεν, ὅπως ψάλλει ἐπινίκια ἡ Ἐκκλησία. Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας ἐξηγόρασε ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅλα τώρα τέλειωσαν. Οἱ προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν κατὰ γράμμα, τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα ἔγινε, ὁ κόσμος ὅλος σώθηκε. Καὶ δὲν μένει πιὰ παρὰ ὁ τελευταῖος λόγος.
«ΠΑΤΕΡ, ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΣΟΥ ΠΑΡΑΤΙΘΕΜΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΟΥ». Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι μία Φωνὴ θριάμβου. Μὲ αὐτὴν ὁ Χριστὸς διακηρύσσει πὼς νίκησε τὴν ἁμαρτία. Ἀποθνήσκει ὄχι γιατί τὸ θέλουν οἱ ἐχθροί Του, ἀλλὰ γιατί τὸ θέλησεν αὐτός. Καὶ τώρα παραδίδοντας τὸ σῶμα Του στὸν θάνατο, γίνεται ὁ ἴδιος κυρίαρχός του θανάτου. Γι᾿ αὐτὸ τοῦ Κυρίου ὁ θάνατος γίνεται Ζωή, ποὺ διοχετεύεται στὶς ἀγωνιζόμενες ψυχὲς καὶ χαρίζει τὴ δυνατότητα τῆς νίκης στὴν κονίστρα τῆς ζωῆς.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Παλαιοημερολογίται, οι χρονολάτραι!

ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ:
ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ, ΟΙ ΧΡΟΝΟΛΑΤΡΑΙ!
 «Τυφλός τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται»

25-11-1944
..Μα και άγιος να ήσο, έπρεπε να εστοχάζεσο, ότι ο Χριστός, που ήτο αγιώτερος από εσέ, συνανεστρέφετο με τελώνας και αμαρτωλούς, εδίδασκε τους ανθρώπους να αγαπούν τους εχθρούς των και εκείνους όπου τους μισούν και αδικούν, και εν τω Σταυρώ προσηλωμένος ηύχετο υπέρ των σταυρωτών του.
Οι παλαιοημερολογίται, οι λατρεύοντες το πα­λαιόν ημερολόγιον ως Θεόν, οι χρονολάτραι, καταφρονούν την εντολήν της αγάπης και τας [άλλας] εντολάς του Κυρίου, χάριν του ημερολογίου, διότι φαντάζονται ότι το ημερολόγιον θα τους σώση. Αλλ’ ο Χριστός μας δεν εδίδαξε ημερολόγια. και εάν πιστεύης εις τον Χριστόν, ως Υιόν Θεού και Θεόν, πιστεύης εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, διάβασέ το από την αρχήν έως το τέλος και θα ίδης ότι ούτε μίαν λέξιν ούτε μίαν συλλαβήν λέγει για ημερολόγια. και εις τους Αποστόλους, που τους έστειλε εις τον κόσμον, δεν τους είπε. υπάγετε να κηρύξετε εις τον κόσμον το ημερολόγιον και όποιος πιστεύση το ημερολόγιον θα σωθή. όχι, άπαγε της βλασφημίας! Τους είπε, να κηρύξουν το Ευαγγέλιον και όποιος πιστεύση εις το Ευαγγέλιον εκείνος θα σωθή.Οι παλαιοημερολογίται κηρύττουν, όποιος πιστεύει εις το ημερολόγιον θα σωθή και όποιος δεν πιστεύει θα καταδικασθή. Όποιος πιστεύει το ημερολόγιον, λέγουν, πρέπει να αποστρέφεται τους άλλους ανθρώπους που δεν το πιστεύουν, να μη πηγαίνη εις την εκκλησίαν, να μη κοινωνή, να μη εξομολογήται, να μη βαπτίζη τα παιδιά του, εάν εις τον τόπον που μένει δεν υπάρχη Ιερεύς παλαιοημερολογίτης, να μη εισέρχεται εις εκκλησίαν, και πολλοί από τους φανατικούς λέγουν να μη προσκυνούν και τας εικόνας. άνευ του παλαιού ημερολογίου ουδέν μυστήριον, λέγουν, τελείται. Κατ’ αυτούς τους παλαιοημερολογίτας το ημερολόγιόν τους είναι ανώτερον από το Άγιον Πνεύμα, εφ’ όσον πιστεύουν ότι το παλαιόν ημερολόγιον τελεί τα μυστήρια.
Λοιπόν, αγαπητέ μοι, επλανήθης… Με την αλλαγήν του ημερολογίου ούτε η πίστις άλλαξε ούτε το βάπτισμα, ούτε τα άλλα μυστήρια, ως λέγουν ψευδώς οι παλαιοημερολογίται ότι εφραγκέψαμε, αλλαξοπιστήσαμε! Υπάρχουν εις τον κόσμον και ασεβείς και άπιστοι, βλάσφημοι και άσωτοι, αλλ’ αυτοί δεν έγι­ναν διότι ήλλαξε το ημερολόγιον. Νεοημερολογίται με πίστιν, με φόβον, με ευσέβειαν και αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον θα σωθούν καλλίτερα από τους παλαιοημερολογίτας εκείνους οι οποίοι λατρεύουν το ημερολόγιον ως Θεόν,καταφρονούν τας εντολάς Του και ιδίως το κεφάλαιον των αρετών, την αγάπην, και μισούν όχι μόνον εκείνους οι οποίοι τους εχθρεύονται, αλλά και εκείνους που τους αγαπούν και τους ευεργετούν. Νομίζω, εάν δεν έγινες τελείως αναίσθητος και ασυνείδητος, θα γνωρίζης ότι και εγώ και οι άλλοι αδελφοί κανένα κακόν δεν σου κάμαμε, μάλλον σε αγαπούσαμε ως αδελφόν μας και υλικώς και πνευματικώς σε ευεργετήσαμε. Λοιπόν τοιαύτην αμοιβήν ανταποδίδεις εις τους αγαπώντας και ευεργετήσαντάς σε; Εάν τοιαύτα σε διδάσκη το ημερολόγιον το παλαιόν και ο πνευματικός σου, γίνωσκε ότι αυτά είναι εναντίον του Ευαγγελίου, εναντίον του Χριστού και των εντολών Του. Και εάν ο πνευματικός σου σε εδίδαξε τοιαύτα, δεν είναι κατά Θεόν πνευματικός, είναι ένας από εκείνους τους Γραμματείς και Φαρισαίους περί των οποίων είπεν ο Χριστός. «Άφετε αυτούς. οδηγοί εισι τυφλοί τυφλών. τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται» (Ματ. 15, 14).
Έπεσες, λοιπόν, ως τυφλός, ακολουθών τας οδηγίας του τυφλού, εις τον βόθυνον. Έπρεπε, όμως, ως λογικός να ακολουθήσης τον Χριστόν και όχι τον τυφλόν οδηγόν. Υπάρχει μετάνοια. Ζήτησε συγχώρησιν και βοήθειαν από τον Χριστόν και είναι έτοιμος να εκτείνη την χείρα Του, όπως εις τον Πέτρον, να σε εκβάλη από τον βόθυνον. Όταν συνέλθης, και ημείς θα σε δεχθώμεν ως και πρότερον.
Μετά αγάπης και ευχών
Φιλόθεος Αρχιμανδρίτης

ΠΗΓΗ:  
 «ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ  ΓΙΑ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ»  
† ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ
            Ηγουμένου Ι.Μ. Λογγοβάρδας Πάρου
            ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΛΟΓΓΟΒΑΡΔΑΣ

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;»

Πρόλογος
Ὁ Μέγας Κανών, ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κι ἕνας ἀπ᾿ τοὺς πιὸ ἐξέχοντες ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεώς μας, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑπέροχους καὶ περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα.
Ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς Καθαρῆς Ἑβδομάδας καὶ ὁλόκληρος τὴν Πέμπτη τῆς ε´ ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ἀποτελεῖ ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ ἀποβλέπει στὸ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ τὴ συντριβὴ καὶ τὴ μετάνοια κοντὰ στὸν Θεό.
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὕμνος βαθιᾶς συντριβῆς καὶ συγκλονιστικῆς μετανοίας. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας· ποὺ γεύεται τὴν πικρία τῆς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωῆς· ποὺ κατανοεῖ τὶς τραγικὲς διαστάσεις τῆς ἀλλοτριώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὴν πτώση καὶ τὴν ἀποστασία της ἀπὸ τὸν Θεό, συντρίβεται. Κατανύσσεται.
Ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ ξεσπᾶ σὲ θρῆνο γοερό. Ἕναν θρῆνο ὅμως ποὺ σώζει, διότι ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Τὸν δρόμο ποὺ ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη κοντὰ στὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἄρρητης χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης.
1. Ἡ δομή του
Τὸ πιὸ ἀξιόλογο καὶ περισσότερο γνωστὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς Κανόνες του γιὰ τὴν πρωτοτυπία του καὶ τὴν ἔκτασή του. Ἡ ἔκτασή του αὐτὴ εἶναι ᾿κείνη ποὺ τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν ὀνομασία Μέγας.
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα προϊόντα βαθιᾶς θρησκευτικῆς πείρας. Ἡ ἀξία του ἀπὸ πλευρᾶς θρησκευτικῆς καὶ αἰσθητικῆς εἶναι μεγάλη καὶ κατέχει ἐκλεκτὴ θέση στὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ποίηση καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννιὰ Ὠδές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ β´ καὶ ἡ γ´ ἔχουν ἀπὸ δύο Εἱρμοὺς καὶ ἡ Ϛ´ διαιρεῖται σὲ δύο τμήματα.
Τὸ δεύτερο τμῆμα της δὲν ἔχει δικό του Εἱρμό.
Ἴσως παλαιότερα νὰ εἶχε καὶ στὸν τελικὸ καταρτισμὸ τοῦ Τριωδίου νὰ ἐξέπεσε. Μπροστὰ ἀπὸ κάθε τροπάριό του ἔχει τεθεῖ στίχος ἀπ᾿ τοὺς Μακαρισμούς.
Σχετικὰ μὲ τὸν ἀριθμὸ καὶ τὴν τάξη τῶν τροπαρίων πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ ποικιλία στὰ χειρόγραφα κι ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἀπόλυτα ποιά εἶναι γνήσια καὶ ποιά παρέμβλητα.
Τὰ τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία καὶ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι μεταγενέστερα. (Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ καταλήγουν ὅλοι οἱ ἐρευνητές).
Σύμφωνα μὲ τὸ Τριώδιο ποὺ βρίσκεται στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κι ἐμεῖς στηριχτήκαμε (ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960)*, ὁ ἀριθμὸς τῶν τροπαρίων ἔχει ὡς ἑξῆς· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, Ϛ´ 33, ζ´ 22, η´ 22, καὶ θ´ 27.
Συνολικὰ δηλαδὴ ὁ Μέγας Κανὼν ἀποτελεῖται ἀπὸ 11 Εἱρμοὺς καὶ 250 τροπάρια. Κατὰ μιὰ ἐκδοχὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔγραψε τόσα τροπάρια, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ στίχοι τῶν ἐννιὰ βιβλικῶν ὠδῶν.
2. Τὰ περιστατικὰ τῆς συγγραφῆς
Τὰ περιστατικὰ κάτω ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέθεσε τὸν Κανόνα δὲ μᾶς εἶναι γνωστά. Δὲν ἔχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, ποὺ νὰ ἀναφέρονται στὸν χρόνο, τὸν τόπο καὶ τὰ πλαίσια τῆς συνθέσεώς του. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μιὰ κάποια βοήθεια μᾶς δίνουν μερικὰ προσωπικὰ στοιχεῖα καὶ ἐνδείξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Κανόνος.
Ὁ ποιητὴς μερικὲς φορὲς ἀναφέρεται στὴν ἡλικία του· «Ἐρριμμένον με, Σωτήρ, / πρὸ τῶν πυλῶν σου / κἂν ἐν τῷ γήρει... / ἀλλὰ πρὸ τοῦ τέλους / ...» (α´ 13)· «Ἐκ νεότητος, Σωτήρ, / τὰς ἐντολάς σου ἐπαρωσάμην, / ὅλον ἐμπαθῶς, / ἀμελῶν, ραθυμῶν / παρῆλθον τὸν βίον...» (α´ 20)· «Ὁ χρόνος ὁ τῆς ζωῆς μου / ὀλίγος...» (δ´ 23. Βλέπε καὶ δ´ 2, η´ 6 κ.ἄ.). Ἀπὸ τὶς παραπάνω ἐνδείξεις πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ ποιητὴς συνέθεσε τὸν Κανόνα σὲ ἡλικία προχωρημένη.
Τὸ τελευταῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Κανόνος μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα γιὰ ἕνα ἀκριβέστερο καθορισμὸ τοῦ τόπου συγγραφῆς· «Τὴν πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννῆτορ ἄχραντε· / ἐν σοὶ γὰρ αὕτη / πιστῶς βασιλεύουσα, / ἐν σοὶ καὶ κρατύνεται / καὶ διὰ σοῦ νικῶσα...». Φαίνεται δηλαδὴ ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέγραψε τὸν Κανόνα στὴν Κωνσταντινούπολη εἴτε πρὶν ἐκλεγεῖ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης εἴτε μετά, σὲ κάποιο ταξίδι του καὶ μάλιστα κοντὰ χρονικὰ σὲ κάποια ἐπιτυχὴ ἀπόκρουση βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς («ἐν σοὶ κρατύνεται», «διὰ σοῦ νικῶσα», «τροποῦται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). Ἴσως τῶν Ἀράβων τὸ 717.
3. Τὸ θέμα του
Τὸ Συναξάριο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν (τῆς ἡμέρας δηλαδὴ ποὺ ψάλλεται ὁ Μέγας Κανὼν) ὡς ἑξῆς ἀναφέρεται στὸ θέμα, τὸ περιεχόμενο καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ ποιήματος· «πᾶσαν γὰρ Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης ἱστορίαν ἐρανισάμενος καὶ ἀθροίσας, τὸ παρὸν ἡρμόσατο μέλος, ἀπὸ Ἀδὰμ δηλαδὴ μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς Χριστοῦ Ἀναλήψεως καὶ τοῦ τῶν Ἀποστόλων κηρύγματος.
Προτρέπεται γοῦν διὰ τούτου πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μὲν ἀγαθὰ τῆς ἱστορίας ζηλοῦν καὶ μιμεῖσθαι πρὸς δύναμιν, ὅσα δὲ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν, καὶ ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατρέχειν διὰ μετανοίας, διὰ δακρύων καὶ ἐξομολογήσεως, καὶ τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως».
Θέμα δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι ἡ παρουσίαση τῆς τραγικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ θερμὴ παρακίνησή του νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει κοντὰ στὸν ζώντα καὶ ἀληθινὸ Θεό.
Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος εἶναι πρωτότυπη, ἔντονα δραματικὴ καὶ πλαισιώνεται ἀπὸ τὴ χρήση ἑνὸς πλήθους παραδειγμάτων ἀποβλέπει στὴν παρακίνηση τῆς ψυχῆς νὰ μιμηθεῖ τὶς καλὲς πράξεις τῶν εὐσεβῶν καὶ ν᾿ ἀποφύγει τὶς κακὲς τῶν ἀσεβῶν.
Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ βιβλικὰ παραδείγματα εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὸ κυρίως γίνεται στὶς πρῶτες ὀκτὼ Ὠδὲς (ὅπου, βέβαια, ἀναφέρονται σποραδικὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης).
Μᾶς τὸ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς στὸ τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, τὴν κοσμογένεσιν / καὶ ἐξ ἐκείνου / πᾶσαν ἐνδιάθετον / γραφὴν ἱστοροῦσάν σοι / δικαίους καὶ ἀδίκους, / ὧν τοὺς δευτέρους, ὦ ψυχή, / ἐμιμήσω, οὐ τοὺς πρώτους, / εἰς Θεὸν ἐξαμαρτήσασα».
Τὰ βιβλικὰ πρόσωπα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὸν ποιητή, κρίνονται ἀνάλογα μὲ τὴ συμπεριφορά τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο Του καὶ τὴ διαγωγή τους μὲς στὴν Ἰσραηλιτικὴ κοινωνία. Ἔτσι προβάλλεται ἰδιαίτερα ἡ παιδαγωγική τους ἀξία. Τόσο τῶν θετικῶν παραδειγμάτων, ποὺ θὰ πρέπει νὰ μιμηθεῖ ὁ πιστός, ὅσο καὶ τῶν ἀρνητικῶν, ποὺ ὀφείλει ν᾿ ἀποφύγει.
Ὁ ἱερὸς Ἀνδρέας ἀντλεῖ τὶς ὑποθέσεις του ἀπὸ διάφορα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ περισσότερες εἶναι παρμένες ἀπὸ τὴ Μωσαϊκὴ Πεντάτευχο, δὲν λείπουν ὅμως καὶ ἀπὸ ἄλλα βιβλία, ὅπως τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τῶν Κριτῶν, τῶν Βασιλειῶν, τῶν Ψαλμῶν, τοῦ Ἰώβ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἱερεμία καὶ τοῦ Δανιήλ.
Ἡ θ´ Ὠδὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τὰ παραδείγματα τῶν τροπαρίων της τὰ δανείστηκε ἀποκλειστικὰ ἀπ᾿ αὐτήν.
Τὸ δηλώνει ἄλλωστε ὁ ἴδιος στὸ τέταρτο τροπάριό της, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἀρχίζει τὴ χρήση Καινοδιαθηκικῶν παραδειγμάτων· «Τῆς Νέας παράγω σοι / Γραφῆς τὰ ὑποδείγματα / ἐνάγοντά σε, / ψυχή, πρὸς κατάνυξιν· / δικαίους οὖν ζήλωσον, / ἁμαρτωλοὺς ἐκτρέπου...». Τὰ παραδείγματα αὐτὰ ἀναφέρονται κυρίως στὸν Χριστὸ καὶ τὰ θαύματά Του καὶ εἶναι ὅλα παρμένα ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια.
4. Ἡ χρήση του
Ὁ Μέγας Κανὼν ἀπὸ τὴν ἀρχή, φαίνεται, προορίστηκε γιὰ τὴ λατρεία. Αὐτὸ συμπεραίνουμε ἀπ᾿ τὸ ποιητικὸ εἶδος του, τὴ σύνδεσή του μὲ τὶς Βιβλικὲς ὠδές, ποὺ ἦταν στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ὅλη διάρθωσή του μὲ τὶς ἱκεσίες, τὶς λατρευτικὲς ἐπικλήσεις καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικά του στοιχεῖα. Ποῦ καὶ πότε ἀκριβῶς πρωτομπῆκε στὴ λειτουργικὴ χρήση δὲν μᾶς εἶναι γνωστό. Ἴσως σὲ Ἐκκλησίες τῆς Κρήτης, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε καὶ ἐπισκόπευε ὁ Ἅγιος.
Σήμερα, στὴ λειτουργικὴ πράξη ποὺ ἐπικράτησε, ὁ Μέγας Κανών, ὅπως εἶναι γνωστό, ψάλλεται στὸν Ὄρθρο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἡμέρα ἐπικράτησε νὰ λέγεται «Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος». Στὰ μοναστήρια συνεχίζεται ἡ παλαιὰ τάξη νὰ ψάλλεται στὸν Ὄρθρο, ἐνῶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς τῶν πόλεων τὸ ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης μαζὶ μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο.
Μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ ψάλλεται καὶ Κανόνας ἀφιερωμένος στὴν Ὁσία μὲ ἀκροστιχίδα· «Σὺ ἡ ὁσία Μαρία βοήθει». Ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας ἑορτάζεται τὴν 1η Ἀπριλίου καὶ τὴν Ε´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ συσχετισμὸς τοῦ βίου της μὲ τὸν Μεγάλο Κανόνα καὶ ἡ προσθήκη ἀργότερα καὶ ἰδιαίτερου Κανόνα, ποὺ συντάχθηκε κάτω ἀπ᾿ τὴν ἐπίδραση τοῦ πρώτου, ἔγινε προφανῶς διότι ἡ μεγάλη Ὁσία ἀποτελεῖ ἕνα ζωηρὸ ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, τὸ ὁποῖο ἄριστα συνδυάζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ Μεγάλου Κανόνος.
Ἡ σχετικὴ τυπικὴ διάταξη τοῦ Τριωδίου μᾶς λέγει τὰ ἑξῆς· «Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περὶ ὥραν δ´ τῆς νυκτὸς σημαίνει. Καὶ συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, μετὰ τὸν Ἑξάψαλμον, τὸ Ἀλληλούϊα καὶ τὰ Τριαδικά... καὶ ἀναγινώσκομεν τὸν βίον τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἰς δόσεις δύο. Εἶτα μετὰ τὸν Ν´ Ψαλμόν, ἀρχόμεθα εὐθὺς ψάλλειν τὸν Κανόνα ἀργῶς καὶ ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθὲν τροπάριον μετανοίας γ´ καὶ λέγοντες· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ἡ σημασία τοῦ Μεγάλου Κανόνος μὲς στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται κι ἀπὸ δύο ἄλλα δεδομένα ποὺ ἔχουμε· πρῶτον ὅτι ὁρίστηκε νὰ γίνεται τὸ πρωῒ τῆς Πέμπτης ἡ θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ ψάλλουμε τὸν Μεγάλο Κανόνα, καὶ δεύτερον ὅτι διαιρέθηκε σὲ τέσσερα μέρη καὶ τμηματικὰ ψάλλεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καὶ τὶς πρῶτες τέσσερις ἡμέρες τῆς α´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Μέγας Κανὼν ψάλλεται σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ β´. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικὸς καὶ ἐκφραστικὸς ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καὶ τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖται πολὺ στὴν ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὁ γοργὸς μάλιστα εἱρμολογικὸς ρυθμός του, στὸν ὁποῖο ψάλλονται τὰ τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, πέρα ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ μεταδίδει, ἐκφράζει καὶ τὴν ἱερὴ ἀνησυχία τῆς ὑπάρξεως νὰ ἐπιτύχει τὴν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσή της.
5. Τὰ ποιητικὰ στοιχεῖα του
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι δημιούργημα ἐμπνευσμένου ποιητῆ μὲ πλούσιο λυρισμὸ καὶ ἄφθονα ποιητικὰ στοιχεῖα. Οἱ ζωηρὲς περιγραφές, οἱ χτυπητὲς εἰκόνες, τὸ πλῆθος τῶν παραδειγμάτων, οἱ πετυχημένοι συμβολισμοὶ καὶ ἡ ζωντανὴ καὶ συνάμα ἁπλὴ γλώσσα σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία προσδίδουν μιὰ ξεχωριστὴ ὀμορφιὰ καὶ χάρη στὸ ποίημα καὶ αἰχμαλωτίζουν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατῆ ἢ καὶ τοῦ ἀναγνώστη.
Πιὸ συγκεκριμένα γιὰ τὰ ποιητικὰ στοιχεῖα του παρατηροῦμε·
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τηρεῖ προσεκτικὰ τὴν ἰσοσυλλαβία καὶ τὴν ὁμοτονία μεταξὺ εἱρμῶν καὶ τροπαρίων. Σπάνια πολὺ διασπᾶται ἀπὸ δυσκολία τοῦ ποιητῆ νὰ εὕρει τὴν κατάλληλη λέξη ἢ ἀπὸ σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων. Συχνὰ συναντοῦμε τὴν ὁμοιοκαταληξία, συχνότερα τὴν παρήχηση καὶ ὄχι σπάνια τὴν ἐπωδό.
Ἡ χρήση ἐρωτήσεων καὶ ἡ εἰσαγωγὴ διαλόγων, στὴν ὁποία καταφεύγει συχνὰ ὁ ποιητής, προσδίδει στὸν Κανόνα ἔντονη δραματικότητα.
Τὸ ὕφος τοῦ Κανόνος εἶναι ἰδιαίτερα ζωηρὸ καὶ ἐξωραϊσμένο. Τὴ ζωηρότητα δημιουργεῖ ἡ χρήση τοῦ κλιμακωτοῦ καὶ ἀσύνδετου σχήματος καὶ οἱ δυνατὲς ἀντιθέσεις σὲ λέξεις καὶ ἔννοιες. Τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ ἐξασφαλίζουν οἱ ποιητικὲς εἰκόνες, οἱ παρομοιώσεις, τὰ ἐντυπωσιακὰ ἐπίθετα ποὺ ἀφθονοῦν καὶ οἱ ὡραῖες σπάνιες λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ.
Βιβλικὰ πρόσωπα σκιαγραφοῦνται μὲ δύναμη καὶ χάρη καὶ ἱστορικὰ γεγονότα περιγράφονται μὲ θαυμαστὴ παραστατικότητα καὶ ἐξαιρετικὴ πυκνότητα.
Δὲν λείπουν βέβαια καὶ οἱ ἐπαναλήψεις, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις εἶναι μονότονες καὶ κουραστικές, ὅπως καὶ μιὰ κάποια στερεοτυπία στὴ δόμηση τοῦ τροπαρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ πρῶτο μέρος περιέχει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὸ δεύτερο τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις γιὰ μίμηση ἢ ἀποφυγή.
Ὅμως παρὰ τὶς ἀτέλειές του αὐτὲς ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα κατανυκτικὸ λειτουργικὸ ποίημα, καρπὸς βαθιᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ δημιούργημα σπάνιας ποιητικῆς τέχνης.
Τελειώνοντας τὴ μικρὴ τούτη Εἰσαγωγή, νομίζουμε πὼς ἐπιβάλλεται νὰ κάνουμε καὶ τὴν ἀκόλουθη διευκρίνιση· Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁμιλεῖ σὲ πρῶτο πρόσωπο.
Περιγράφει μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὴν ψυχική του κατάσταση. Ἀποδίδει στὸν ἑαυτό του εἰδεχθῆ ἐγκλήματα καὶ βαρύτατα ἁμαρτήματα.
Διερμηνεύει ἄραγε τὴν προσωπική του κατάσταση καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἔζησε ἢ γιὰ λόγους διδακτικοὺς περιγράφει τὴν κατάσταση γενικὰ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας; Ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ δεύτερο.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπ᾿ τὰ νεανικά του χρόνια. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἀναλώθηκε στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως ἀποκλείεται νὰ ἔζησε μιὰ κάποια περίοδο τῆς ζωῆς του σὲ ἀποστασία ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποταγμένος στὴν ἁμαρτία.
Ἁπλῶς μὲ τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔχει ὡς ποιητὴς καὶ τὴν ταπείνωση ποὺ τὸν διακρίνει μᾶς παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο τὸν ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία σ᾿ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τῆς διαφθορᾶς του καὶ ἀκόμη τὴν ἐναγώνια προσπάθειά του νὰ ἐπιστρέψει μέσα ἀπ᾿ τὸ ἐπίπονο μονοπάτι τῆς μετανοίας κοντὰ στὸν Θεό.
Καὶ τὸ κάνει χρησιμοποιώντας στὸν λόγο του πρῶτο πρόσωπο καὶ μιλώντας σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_great_canon_translation.htm

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Για να τελειώνουν τα ψέματα, ο Χριστιανισμός δεν είναι εβραιογενής θρησκεία

Για να τελειώνουν τα ψέματα, ο Χριστιανισμός δεν είναι εβραιογενής θρησκεία. Δεν είναι κατασκεύασμα των Εβραίων αλλά ούτε κανενός άλλου λαού. Είναι η αληθινή Θρησκεία που αποκαλύπτεται ανεξαιρέτως σε όλους τους λαούς της γής.
Το ότι αποκαλύφθηκε πρώτα στους Εβραίους δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είναι εβραιογενής θρησκεία.
Άλλωστε λίγες δεκαετίες μετά την Ανάληψη του Χριστού, ο Χριστιανισμός πέρασε στα χέρια των Ελλήνων και άρχισε να απομακρύνεται από τα εβραϊκά στεγανά για να απλωθεί σε όλη τη Γή.
Από την άλλη βλέπουμε ότι οι σοφοί Έλληνες της αρχαιότητας όχι μόνο πίστευαν στον έναν Θεό αλλά μίλησαν κιόλας για τη Τριαδικότητα Του, για την διττή φύση του Χριστού, για την Σταύρωση και την Ανάστασή Του.
Όλα τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στα Ελληνικά, σε χέρια Ελλήνων πέρασε από την πρώτη στιγμή η Εκκλησία, Έλληνες Πατέρες διατύπωσαν τις αιώνιες Αλήθειες. Στο αίμα χιλιάδων Ελλήνων μαρτύρων στερεώθηκε τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία, Έλληνες Αυτοκράτορες και κληρικοί ανέλαβαν επί Βυζαντίου την διάδοσή του Ευαγγελίου και τον εκχριστιανισμό των ως τότε βάρβαρων λαών.
Επομένως όχι μόνο δεν συγκρούονται ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός αλλά αντιθέτως συνδέονται τόσο στενά, σε σημείο ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως να γράψει στο έργο του "Περί της Ελληνικής φιλοσοφίας ως προπαιδείας εις τον Χριστιανισμόν" τα εξής:
"Ο Έλλην είναι πλασμένος φιλόσοφος, είναι και πλασμένος Χριστιανός, είναι πλασμένος να γνωρίζει την Αλήθεια και να την διαδίδει εις τα άλλα Έθνη. Ναι ο Έλλην εγεννήθη κατά την Θεία Πρόνοια διδάσκαλος της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η αποστολή του, αυτό είναι το ξεχωριστό κάλεσμα μεταξύ των Εθνών. Από καταβολής κόσμου το Ελληνικόν Έθνος ήταν πλασμένο δια τον σκοπόν αυτόν. Ο Θεός διέπλασε το Ελληνικό Έθνος ως οφθαλμόν εις το σώμα της ανθρωπότητος."
Οι αρχαιοελληνικές προφητείες αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός. Πολλοί ανόητοι κατά καιρούς λένε πως οι Εβραϊκές προφητείες γράφτηκαν από Χριστιανούς μετά Χριστόν για να ισχυροποιήσουν την πίστη τους.
Ψέμα μεγάλο μιας και έχουν βρεθεί χειρόγραφα της Παλαιάς Διαθήκης γραμμένα στα Ελληνικά (από την μετάφραση των εβδομήκοντα) που χρονολογούνται τον 2ο με 1ο αιώνα πριν τον Χριστό.
Χωρίς αμφιβολία ο Χριστός είναι ο μόνος Θεός, η Ορθοδοξία είανι η Κιβωτός της Αλήθειας, και το Γένος των Ελλήνων επιφορτισμένο με το Ιερό χρέος να κρατά την δάδα της αληθινής Πίστης άσβεστη μέχρι τα έσχατα.

Εἶναι γιά ὅλους

Δέν εἶναι ψέμα πρωταπριλιάτικο. Εἶναι ἀλήθεια ἐπικυρωμένη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, δωρεά χορηγημένη ἀπό τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, αὐτό πού μᾶς προσφέρει ἐποπτικά καί βιωματικά ἡ Ἐκκλησία μας τήν Παρασκευή 1η Ἀπριλίου: Τήν ἡμέρα αὐτή πού, κατά τό φετινό ἑορτολόγιο, ψάλλουμε τούς Δ΄ Χαιρετισμούς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τιμᾶ ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία τή μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δίπλα στό «ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας», στήν ἁγιότερη μορφή τῆς ἀνθρωπότητος, ἀπονέμει τιμή καί στήν πιό ἄθλια ἀνθρώπινη ὕπαρξη, πού κυλίσθηκε στόν χειρότερο ἠθικό βόρβορο καί πάτησε τά ἀπύθμενα βάθη τῆς διαφθορᾶς.
Ἔκθαμβη ἡ ἀνθρωπότητα θαυμάζει τήν ἄσπιλη ἁγνότητα τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας καί τή μεγαλύνει ὡς «καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Εὐλαβικά κλίνει τό γόνυ μπρός στήν ὑπέρλογη ὑπακοή καί στήν ὁλόψυχη ἀφοσίωση τῆς Κεχαριτωμένης, γιά τά ὁποῖα ἡ σεμνή Μαρία ἀναδείχθηκε ἡ κορυφαία τῶν συνεργατῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεανθρώπου.
Μέ δέος ἡ ἱστορία καταγράφει τήν πορεία τῆς ἄλλης Μαρίας, τῆς Αἰγυπτίας: Χωρίς ἀναστολές καί αἰδώ ἔθεσε στήν ὑπηρεσία τῆς ἁμαρτίας τά σπάνια σωματικά καί ψυχικά χαρίσματά της. Παραδόθηκε ὁλοκληρωτικά στή δούλεψη τοῦ σκότους, ἔγινε μία διαβόητη πόρνη. Κι ὅταν ἔφθασε στό ναδίρ τῆς ἀθλιότητος, ἐκεῖ πού τό κακό «δέν ἔπαιρνε ἄλλο», πῆρε τήν ἡρωική ἀπόφαση: νά παραδοθεῖ στόν Θεό. Συγκλονιστική ἡ πολυετής μετάνοια καί ἄσκησή της στέκει παράδειγμα στούς αἰῶνες.
Στόν παράδεισο ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀγάλλεται μαζί μέ τήν ἀειπάρθενο Μαρία. Ἀλλά καί στήν ἐπί γῆς στρατευομένη Ἐκκλησία, αὐτή πού κυλίσθηκε στή βρωμιά καί στήν ἀθλιότητα καί μ’ ὅλο τό εἶναι της ἐναντιώθηκε στό νόμο τοῦ Θεοῦ συνεορτάζεται μέ τήν ἄσπιλη, τήν πάναγνη καί κεχαριτωμένη δούλη τοῦ Κυρίου. Τί μήνυμα κατανυκτικό καί χαρμόσυνο! Τί δροσιά γιά τίς ψυχές πού πυρώνει ὁ πειρασμός καί σείει ἡ ἁμαρτία! Τί εὐφροσύνη γιά τούς πικραμένους ἀπό τό φαρμάκι τῶν παραβάσεων! Τί ἐνθάρρυνση γιά τούς ἀπελπισμένους ἀπό τίς ἀπανωτές πτώσεις στόν πνευματικό ἀγώνα!
Τό σκέφθηκες, ἀδελφέ μου συναμαρτωλέ; Μέ τή γέφυρα τῆς μετανοίας μποροῦμε ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί καί βρώμικοι νά περάσουμε στή δόξα τῆς καθαρότητος, στή μακαριότητα τῆς ἀναμαρτησίας. Ὁ παράδεισος εἶναι γιά ὅλους, γιά τούς ἁγίους ἀλλά καί γιά τούς ἁμαρτωλούς. Τό βεβαιώνει ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας δίπλα στόν ἐγκωμιασμό τῆς Παναγίας. Τό ἐγγυᾶται τό αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού «καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω 1,7). Καθώς πορευόμαστε, λοιπόν, πρός τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, νά ἑτοιμασθοῦμε! Μέ μετάνοια, ἐξομολόγηση καί ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε τή δυνατότητα, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί καί ἀνάξιοι, νά συναντήσουμε τόν ἄσπιλο Νυμφίο καί νά ἀποδεχθοῦμε τή σωτηρία πού μᾶς χαρίζει.
Στέργιος Ν. Σἀκκος
πηγή: http://www.apolytrosis.gr/web/guest/april_1/

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Ο γάμος (τελευταίο μέρος)

Εγκράτεια και άσκηση στο γάμο  
Η εγκράτεια και η άσκηση142 είναι απαραίτητοι και στο γάμο.
Η άσκηση είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Άσκηση λέγοντας εννοούμε τον εκούσιο περιορισμό του εαυτού μας από ορισμένες πράξεις που ανάγονται μεν ιδίως στη φυσική (υλική) ή βιολογική υπόσταση του ανθρώπου και ειδικά ικανοποιούν τις ορμές του, επιτρέπονται όμως από τη Χριστιανική Ηθική143.
Με την αυτοάσκηση εκπαιδεύεται η βούληση του ανθρώπου, με την οποία πραγματοποιούνται όλες οι διαθέσεις του ανθρώπου καί μάλιστα οι πνευματικές εφέσεις του· πραγματοποιεϊται επομένως καί. η ηθική του ζωή.
H κυριαρχία του πνεύματος144 είναι απαραίτητη προϋπόθεση μιας χριστιανικής ηθικής ζωής. Επειδή όμως η άμετρη ικανοποίηση των βιολογικών ορμών (γενετήσιας και αυτοσυντήρησης) απειλεί την πλήρη επιβολή του πνεύματος επί του σώματος του ανθρώπου, γι' αυτό είναι απαραίτητη η άσκηση. Μ' αυτό επιτυγχάνεται η «αυτοκράτεια» ή εγκράτεια: «εγκράτεια λέμε (όπως έγραφε ο Μ. Βασίλειος) όχι βέβαια την τέλεια αποχή απ' τα φαγητά (γιατί αυτό είναι μια βίαιη κατάργηση της ζωής), αλλά μια απομάκρυνση απ' τα ευχάριστα με σκοπό τον περιορισμό της υλικής αντίληψης της ζωής («το φρόνημα της σαρκός») για ν' αναπτυχθεί η ευσέβεια»145.  
Η άσκηση και γενικά η εγκράτεια πρέπει να επιδιώκεται με τούς εξής όρους:
1) Να είναι σύμμετρη. Κατά το Βασίλειο Αγκύρας: «Λόγω και μη αλογία ασκείσθαι»146.
2) Να είναι ανάλογη με την προσωπικότητα και την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Κατά το Μ. Βασίλειο: «Η πιο καλύτερη εγκράτεια στο φαγητό είναι αυτή που για τον καθένα αναλογεί στη σωματική του ικανότητα (ιδιοσυγκρασία)... (και) πρέπει να ταιριάζει - να είναι ανάλογη με την υπάρχουσα δύναμη του καθενός»147.
3) Να είναι σύμφωνη με την φύση του ανθρώπου και όχι παρά τη φύση. Κατά τον Μ. Βασίλειο: «Να μην προσθέσεις τίποτα παραπάνω απ' ό,τι είναι φυσικό και σύμφωνο με τους νόμους («όρους» του Θεού) του ευεργέτη (και δημιουργού) της φύσης, αλλά εφαρμόζοντάς τους, να διατηρήσεις δραστήριο το σώμα (σου), χωρίς να το καταστρέψεις με τις υπερβολές»148.
4) είναι μέσο γιά καλλιέργεια της αρετής και όχι σκοπός της ζωής του ανθρώπου. Κατά το Βασίλειο Αγκύρας: «Η αποχή απ' τις ευχάριστες τροφές δεν είναι αυτή καθεαυτό καλό, αλλά (μόνο) σ' ό,τι βοηθεί ν' αποκτηθεί κάτι καλό»149, δηλαδή ν' αποκτηθεί αυτοκυριαρχία.  
Η έννοια της άσκησης κατ' αρχήν προϋποθέτει ορισμένη (και περιορισμένη) χρονική περίοδο και καθωρισμένη ένταση.
Ως προς την ένταση της άσκησης αρκετά αναφέρθηκαν στους ανωτέρω όρους.
Ο χρονικός περιορισμός είναι απαραίτητος για την άσκηση, διαφορετικά δεν είναι άσκηση αλλά ισόβια εγκράτεια.
Η μοναχική ζωή π.χ. απαιτεί ισόβια εγκράτεια, ενώ η εγκόσμια χριστιανική ζωή απαιτεί κατά χρονικά διαστήματα εξάσκηση και εκπαίδευση της βούλησης του ανθρώπου, δηλ. άσκηση, ώστε να βιώσει ο πιστός τη σύσταση του Παύλου150: «Οι χρώμενοι τω κόσμω τουτω ως μη καταχρώμενοι» (Εκείνοι που ασχολούνται με τον κόσμο να φέρονται σα να μην ασχολούνται με τον κόσμο)151.  
Η εγκράτεια και γενικά η άσκηση είναι μια μορφή εκδήλωσης της ευσέβειας στις διάφορες θρησκείες και μάλιστα της Ανατολής.
Η εγκράτεια και η άσκηση στη γενετήσια ορμή αναφέρεται και από τον Κύριο γιά ορισμένη κατηγορία ανθρώπων152.
Άτομα με ασκητική φύση βρίσκουμε και στην Χριστιανική Εκκλησία των πρώτων αιώνων. «Ασκητικές» όμως και «εγκρατιστικές» τάσεις, που υπερτονίζουν δηλ. και υπερεκτιμούν την αξία της άσκησης, θέτοντας αυτήν ως τον άμεσο σκοπό της ζωης του ανθρώπου, εμφανίζονται από τους πρώτους αιώνες και αναφέρονται ως «γνωστικοί», γνωστικίζοντες, Ευσταθιανοί, Βογόμιλοι κ.λ.π.. αιρετικοί. n απόχρωση.  
Υπολείμματα των ιδεών αυτών υπολανθάνουν και σήμερα σε μερικούς μοναχούς και μέσα απ' αυτούς σε μερικούς λαϊκούς, που μάλλον ικανοποιούν τους ασκητικούς τους χαρακτήρες, που έχουν δηλαδή από φυσικού τους.
Όποιος μελετήσει την εκκλησιαστική ιστορία προσέχει τις ασκητικές τάσεις σε διάφορες χρονολογικές περιόδους, σε έντονη ή άτονn απόχρωση.  
Κατά τη Χριστιανική Ηθική, η αληθινή άσκηση για όσους ζουν στον κόσμο (έγγαμους) είναι ανάλογη με την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία, τις περιστάσεις τις περιόδους άσκησης π.χ., που έχουν καθορισθεί από την Εκκλησία (Μ. Τεσσαρακοστή κλπ.153) ή από την ομάδα (οικογένεια, ενορία κλπ.), καθώς και τις περιόδους ατομικής άσκησης και εγκράτειας, για γενική αυτοαγωγή ή ειδική πνευματική προετοιμασία, για εντονότερη επικοινωνία προς το Θεό (Θ. Κοινωνία κλπ.). Ειδικά για τη μεταξύ των συζύγων συνουσία η Εκκλησία απαιτεί εγκράτεια (αποχή δηλαδή) τριήμερη για τη συμμετοχή στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας154. Σε μια μελέτη μου155  ανέφερα κι εσχολίασα μια χαρακτηριστική εξαίρεση που συνιστά ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης156 και που είναι χαρακτηριστική του πνεύματος της Ορθοδοξίας.
--------------------------------------
142. Χρ. Ενισλείδου, Ο θεσμός της νηστείας. (Αθήναι, 1959), Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κατά Χριστόν ηθικής, τ. 2ος (Κων/λις, 1927). Γρηγ. Παπαμιχαήλ, εις π. Εκκλ. Φάρος, τ.1 (1918), σ. 491-492.
143. Ιδέ «Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' ου πάντα συμφέρει. Πάντα μοι έξεστιν, αλλ' ουκ εγώ εξουσιασθήσομαι υπό τινος...». Α' Κορ. ζ', 12 εξ. Πρβλ. τον ορισμόν της εγκρατείας υπό του Μ. Βασιλείου εις τα Ασκητικά αυτού. «Έστιν η εγκράτεια αμαρτίας αναίρεσις, παθών απολύτρωσις, σώματος νέκρωσις μέχρι και αυτών των φυσικών παθημάτων τε και επιθυμιών, ζωής πνευματικής αρχή των αιωνίων αγαθών πρόξενος, εν εαυτή το κέντρον της ηδονής αφανίζουσα». Όροι κατά πλάτος, 17,2. Μ 31,934. Kαι Χρ. Γιανναρά, Η κρίσn της προφητείας (εκδ. 2α, 1981), σ. 78: «Η οδός του αγιασμού ορίζεται από την άσκηση. Η άσκηση είναι η έμπρακτη και καθολική - όχι μόνο διανοητικά - δοκιμασία της ελευθερίας του προσώπου, η προσπάθεια για την υποταγή της φυσικής θέλησης, δηλαδή η αντίστροφη κίνηση από την επαναστατική χρήση της ελευθερίας του πρώτου Αδάμ...».
144. Δυνητικά μειονεκτήματα της ασκήσεως αναφέρει ο Χ. Ανδρούτσος (Ηθική, σ. 165) τον «τύφον και (την) εγκαύχησιν» και την έλλειψιν ταπεινώσεως.
145. Όροι κατά πλάτος, 16,2 (Μ 31,960). Ιδέ και παρ: 1-3. «Ο υποπιασμός του σώματος, και η δουλαγωγία, υπ' ουδενός άλλου τοσούτον, ως υπό της εγκρατείας κατορθούται. Το γαρ βράζον της νεότητος και προς τας ορμάς δυσκάθεκτον οίον χαλινώ τινι τη εγκρατεία καθείργεται... Ου μην περί την ηδονήν των βρωμάτων μόνην η της εγκρατείας άσκησnς κατορθούται, αλλά διατείνει και επί πάσαν του εμποδίζοντος αποχήν. Ώστε ο ακριβώς εγκρατής ου, γαστρός μεν κρατήσει, δόξη δε ανθρωπίνη ηττηθήσεται...». Ιδέ και Όροι κατά πλάτος, 19 (Μ 31,968-969). Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει· «Την αποχήν των βρωμάτων διά τούτο κελεύει γίνεσθαι, ίνα χαλινούντες τα σκιρτήματα της σαρκός, ευήνιον αυτήν εργαζώμεθα προς την των εντολών εκπλήρωσιν». Εις την Γένεσιν, ομ. 10,2 (Μ 53,83). Kαι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει «Το της αμαρτίας αμβλύνουσι κέντρον ασκήσει και πόνοις, και ταις άλλαις χρώμενοι επιεικείαις». Κατά ανθρωπομορφιτών, 11. (Μ 76,1096). Πρβλ. Ενισλείδου, ένθ' αν., σ. 24.
146. Περί της εν παρθενία, 10. Μ 30,689. Kαι παρ. 11: «Ως γαρ το εις γαστριμαργίαν εκκλίναι έστι χαλεπόν, ούτω το διά επιτεταμένης κακουχίας εις αχρηστίαν δι' ασθενείας το σώμα καταβαλείν, ως αληθώς αλογώτατον». Kαι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Ουδέ το οίνου σύμμετρον μετασχείν πονηρόν, αλλά το μέθη εαυτόν εκδούναι και των λογισμών το κριτήριον παρατρέψαι διά της αμετρίας». Εις την Γένεσιν, ομ. 10,1. Μ 53,82. Επίσης: «τοιαύτη η του Χριστού σοφία, μήτε ελλιπώς μήτε περιττώς αγωνίζεσθαι συγχωρούσα, αλλά πανταχού την συμμετρίαν φυλάτουσα». Εις Βαβύλαν, 7. Μ 50,543. Πρβλ. το του Αριστοτέλους (Πολιτικά, 8,4): «Τα τε υπερβάλλοντα γυμνάσια και τα ελλείποντα φθείρει την ψυχήν, σώζεται δε η σωφροσύνη υπό της μεσότητος».
147. Ασκητικαί διατάξεις, 4,1. Μ 31,1348. Το πλήρες κείμενον: «Εγκράτεια γαστρός αρίστη η εκάστου μετρουμένη προς την του σώματος δύναμιν. Ενίοις μεν γαρ και επιτεταγμένη κακοπάθεια άλυπος ώφθη, και άνεσις μάλλον ή πόνος έδοξε διά το στερρόν και ανένδοτον της του σώματος κατασκευής και δυνάμεως, το δε τούτοις
ανεκτόν ετέροις κινδύνων υπόθεσις γέγονε. Σωμάτων γαρ προς σώματα τοσαύτην αν τις εύροι διαφοράν, όσην χαλκού και σιδήρου προς τα φρυγώδη των ξύλων. Ώστε εγκράτειαν αιρείσθαι προσήκει προς λόγον της υπαρχούσης δυνάμεως... Εγκράτεια δε εκάστω προς την δύναμιν του σώματος ορισθήσεται, ώστε μήτε έλαττον της υπαρχούσης δυνάμεως διελθείν, μήτε τοις υπέρ την δύναμιν επεκτείνεσθαι. Kαι τούτο γαρ, οίμαι, προσήκει σκοπείν, όπως αν, μη τη αμετρία της εγκρατείας την δύναμιν του σώματος καταλύσαντες, αργόν αυτό και άπρακτον προς τα σπουδαία των πράξεων αποφύγωμεν». Πρβλ. το του Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Eι δι' ασθένειαν σωματικήν, αγαπητέ, μη δύναιο άσιτος παραμένειν την ημέραν, ουδείς ευ φρονών υπέρ τούτου εγκαλέσαι δυνήσεται». Εις την Γένεσιν, ομ. 10,1. Μ 53,82. Kαι ο Μεθόδιος: «Είναι γαρ δη και διαφοράς, ως εικός, σωμάτων». Συμπόσιον, Γ' 14. Β 18,37.
148. Ασκητικαί διατάξεις, 4,1. Μ 31,1348.
149. Kαι συνεχίζει: «Χρή ουν και σώματος επιμέλειαν ποιείσθαι ου διά το σώμα, αλλ' υπηρεσίαν, φησί, φιλοσοφία κεκτημένους... Της ουν σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθαι ουχ απλώς απεφήναντο, αλλ' εις επιθυμίας. (Ρωμ. ιγ', 4). Ώστε το μεν επιθυμητικόν και φιλήδονον των σαρκών διά της ασκήσεως δει υποτέμνειν· το δε χρειώδες, εις την του καλού κτήσιν προνοούμενον συντηρείν». Περί παρθενίας, 11-12. Μ 30,629-693. «Kαι απαξαπλώς, ων αι απολαύσεις επιθυμηταί τοις κατά πάθος ζώσι, τούτων ημίν η εγκράτεια αναγκαία τοις ρυθμιζομένοις προς την ευσέβειαν». Όροι κατά πλάτος, 16,3. Μ 31,960. Πρβλ. Ι. Χρυσοστόμου, Είς την Γένεσιν, ομ. 10,3. Μ 53,94.
150. Α' Κορ. ζ', 31.
151. Χ. Ανδρούτσου, Ηθική, σ. 163-165. Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κ.λ.π., τ.2, σ. 55-57.
152. «Ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω» Ματθ.ιθ', 12), δηλαδή είναι δώρον Θεού, Πρβλ. «Γνους ότι ουκ άλλως έσομαι εγκρατής, εάν μη ο Θεός δω». Σοφ.Σολ. η' 21.
153. Χαρακτηριστική είναι η έκφρασις της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου: διά τους κληρικούς «Κατά τους ιδίους όρους, και εκ των συμβίων εγκρατεύεσθαι, ίνα και το διά των Αποστόλων παραδοθέν, και εξ αιτίας της αρχαιότητος κρατηθέν, και ημείς ομοίως φυλάξωμεν, καιρόν επί παντός επιστάμενοι πράγματος, και μάλιστα νηστείας και προσευχής». (Κανών ΙΓ' της ΣΤ' Οικ. Συνόδου. Ιδέ και σχόλιο αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου εις τον Kανόνα). Δηλαδή βασίζεται εις τους λόγους του Απ. Παύλου (Α' Κορ. ζ' 5): «Προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί τω αυτώ συνέρχεσθαι» οι σύζυγοι.
154. Συνοδική απόφασις επί Οικουμ. Πατριάρχου Λουκά Χρυσοβέργη (1156-1169 μ.Χ.), εις Πηδάλιον, υποσημείωσις της ερμηνείας του ΙΓ' Κανόνος της ΣΤ' Οικ. Συνόδου.
155. Μπουγ., Ορθοδοξία και σεξουαλικό πρόβλημα. (Αθήνα, 1987), σ. 92-93.
156. Αναστασίου Σιναΐτου, Ερώτησις 115. Μ 81,769.

πηγή: Νίκος Θ. Μπουγάτσος, "Η Ορθόδοξη Θεολογία για το σκοπό του Γάμου", Εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1989.

Αναγνώστες