Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ποίημα του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Ποίος είδε κράτος λιγοστό σ’ όλη τη γη μοναδικό, εκατο να εξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς, ν’ έχει επτά Πρωθυπουργούς, ταμείο δίχως χρήματα και δόξης τόσα μνήματα;
Να ’χει κλητήρες για φρουρά και να σε κλέβουν φανερά, κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε τον κλέφτη να γυρεύουνε;
 Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν, ονείρατα, ελπίδες και σκοποί, οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου και από παππού συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμη- κι αυτό είναι ωραίο- να παριστάνει τον Ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που ’χει στο ’να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο, ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης, λίγο μουντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδελφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς σαν πιάσει πόστο: δερβεναγάς.
Δυστηχία σου Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!
Ω Ελλάς, ηρρών χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;


Ποίημα  Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Αναγνώστες