Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ
 «Ο θείος βλαστός, το άνθος το αμάραντον, αμπέλου Χριστού, το κλήμα το πολύφορον», ο θείος ιερομάρτυς Βλάσιος εορτάζει σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί.
Μέσα από τον ειδωλολατρικό κόσμο, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λικινίου, φύτρωσε ένας βλαστός γεμάτος από καρπούς εύχυμους, ο Ιερομάρτυς Βλάσιος.
Γεννήθηκε και έζησε στις αρχές του 4ου μΧ. αιώνα στην περιοχή του Πόντου της Μικράς Ασίας.
Ο Άγιος Βλάσιος σπούδασε την ιατρική επιστήμη, την οποία πρόσφερε στους ασθενείς αφιλοκερδώς, διαθέτοντας πνεύμα φιλανθρωπίας, σύνεσης και ταπείνωσης.
Είχε μάλιστα και ένα ιδιαίτερο χάρισμα να θεραπεύει τις παθήσεις του λαιμού: «Αλγούσι λαιμοίς ρευμάτων είργει βλάβας» λέγει ο συναξαριστής του αγίου.
 Οι ιατρικές του γνώσεις τον βοήθησαν μάλιστα στο να ενισχύσει την πίστη και την ευσέβειά του, αφού από τη μελέτη του ανθρώπινου σώματος κατανόησε τη σοφία και τη μεγαλοσύνη του Θεού.
Παράλληλα με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή, αλλά και τα ψυχωφελή συγγράμματα των Αποστολικών Πατέρων και των Χριστιανών Απολογητών, γεγονός που τον ανέδειξε σε πύρινο διδάσκαλο της χριστιανικής πίστεως.
Ο ένθεος αυτός ζήλος και η βαθειά θεοσέβειά του σε συνδυασμό με τον ανεπίληπτο βίο του και την πραότητα του χαρακτήρα του συντέλεσε στο να εκλεγεί επίσκοπος της πόλεως Σεβαστείας της Αρμενίας ύστερα μάλιστα και από την επίμονη απαίτηση του λαού της περιοχής.
Ο χαρισματικός αυτός ιεράρχης ανέπτυξε μία πλούσια πνευματική δράση στην επισκοπή του, αλλά επιζητώντας περισσότερη ησυχία και άσκηση, κατέφυγε στο Άργαιον Όρος και εγκαταστάθηκε μέσα σε ένα σπήλαιο.
 Στον χώρο αυτόν προσευχόταν αδιάλειπτα στον Πανοικτίρμονα Θεό και έφτασε σε τέτοιο ύψος αγιότητος και αρετής, ώστε πλήθος κόσμου τον επισκεπτόταν και ζητούσε την ευλογία του.
Ακόμη και τα άγρια ζώα της περιοχής προσέρχονταν κοντά στον άγιο και δεν αποχωρούσαν, αν δεν τα ευλογούσε όπως μας λέγει ο ιερός συναξαριστής: «Οικών εν τινι των κατ’ όρος σπηλαίων· εν ω τα άγρια των ζώων εξημερούμενα δια της ευλογίας του αγίου χειροήθη εφαίνοντο».
Την εποχή αυτή ο σκληρόκαρδος ειδωλολάτρης ηγεμόνας Αγρικόλας έδωσε διαταγή στους κυνηγούς να κυνηγήσουν σαρκοφάγα ζώα για να χρησιμοποιηθούν για θηριομαχίες και για την καταβρόχθιση των χριστιανών.
Όταν έφτασαν στο Άργαιον Όρος και πέρασαν από το σπήλαιο, στο οποίο είχε εγκατασταθεί ο άγιος, έκπληκτοι αντίκρισαν πλήθος αγρίων ζώων να είναι συγκεντρωμένα και να λαμβάνουν τις ευλογίες του ταπεινού επισκόπου της Σεβαστείας, ο οποίος προσευχόταν στον Θεό.
Βλέποντας οι κυνηγοί το παράδοξο αυτό θέαμα, επέστρεψαν στην πόλη και ενημέρωσαν τον ηγεμόνα για όσα είδαν και έζησαν.
Τότε εκείνος έδωσε τη διαταγή να συλληφθούν αμέσως όσοι χριστιανοί βρίσκονταν εκεί.
Όταν έφτασαν οι απεσταλμένοι στρατιώτες στο σπήλαιο, βρήκαν τον άγιο να προσεύχεται και τον διέταξαν να τους ακολουθήσει.
Φτάνοντας ο άγιος στη Σεβαστεία δόθηκε η εντολή να φυλακιστεί. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνα, ο οποίος τον υποδέχθηκε με ωραίους λόγους, προσπαθώντας να τον πείσει να θυσιάσει στους ειδωλολατρικούς θεούς.
Ο άγιος όμως αποκάλεσε με παρρησία τους ψεύτικους θεούς δαίμονες και δήλωσε ότι όσοι τους λατρεύουν θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ της Κολάσεως.
Τότε ο ηγεμόνας εξαγριώθηκε και διέταξε να χτυπήσουν ανελέητα τον άγιο με χονδρά σιδερένια ραβδιά και να τον κλείσουν στη συνέχεια στη φυλακή. Εκείνος όμως έμεινε σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του στον ένα και αληθινό Θεό.
Αξιοσημείωτο ήταν και το θαυματουργικό γεγονός της διάσωσης ενός χοίρου, τον οποίο είχε αρπάξει ένας λύκος από μια φτωχή γυναίκα και αποτελούσε τη μοναδική περιουσία της. Χάρη στην δύναμη της προσευχής του αγίου ο λύκος έχασε την αγριότητά του και επέστρεψε σώο και αβλαβή τον χοίρο στη γυναίκα.
Τον βασανισμό και τη φυλάκιση του αγίου πληροφορήθηκε η φτωχή γυναίκα, της οποίας τον χοίρο διέσωσε ο άγιος. Από ευγνωμοσύνη προς αυτόν έσφαξε τον χοίρο και αφού έψησε το κεφάλι και τα πόδια, πήγε στη φυλακή μαζί με φρούτα και άλλα φαγώσιμα και ανάβοντας κεριά, παρακάλεσε τον άγιο να φάει από τα προσφερόμενα προς αυτόν αγαθά.
Τότε ο άγιος ευχαρίστησε τη γυναίκα και αφού έφαγε, της έδωσε την ευλογία του λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο να γιορτάζει τη μνήμη του και να έχει πάντοτε στο σπίτι της όλα τα αγαθά και την ευλογία του Θεού, όπως και όποιος άλλος θελήσει να την μιμηθεί.
Ο ηγεμόνας και πάλι του πρότεινε να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως έμεινε και πάλι σταθερός και ακλόνητος και δήλωσε ότι θεοί, οι οποίοι δεν δημιούργησαν τον ουρανό και τη γη, πρέπει να εξαφανιστούν. Τότε δόθηκε η διαταγή να κρεμάσουν τον άγιο σε ένα ξύλο και να ξεσκίσουν τα πλευρά του με σιδερένια νύχια.
Ο ένδοξος ιερομάρτυς του Χριστού Βλάσιος είπε στον σκληρόκαρδο ηγεμόνα ότι ούτε ο θάνατος ούτε τα βασανιστήρια τον φοβίζουν και ούτε μπορούν να κάμψουν την πίστη του, αφού προσβλέπει στα αιώνια και επουράνια αγαθά. Στη συνέχεια δόθηκε η εντολή να ξεκρεμάσουν τον άγιο και να τον οδηγήσουν στη φυλακή.
Καθώς οδηγούσαν τον ταπεινό και πράο επίσκοπο της Σεβάστειας στη φυλακή, επτά ενάρετες και ευσεβείς γυναίκες ακολουθούσαν τη μαρτυρική αυτή πορεία και άλειφαν τα σώματά τους από το τίμιο αίμα, που έσταζε από το πληγωμένο σώμα του αγίου.
Μετά την σύλληψη και τον αποκεφαλισμό των επτά γυναικών πρόσταξε τους στρατιώτες να του φέρουν από τη φυλακή τον Άγιο Βλάσιο στο κριτήριο ζητώντας του και πάλι να θυσιάσει στους θεούς.
Τότε ο γενναίος αθλητής του Χριστού απάντησε με θάρρος ότι κανένας άνθρωπος, που έχει γνωρίσει τον αληθινό Θεό, δεν προσκυνά νεκρά είδωλα.
Κατόπιν ο ηγεμόνας τον ρώτησε ότι αν τον ρίξει μέσα στη λίμνη, θα μπορέσει ο Θεός, τον οποίο λατρεύει, να τον σώσει. Και ο άγιος τον παρότρυνε να το πράξει. Τότε οι στρατιώτες έριξαν τον άγιο στη λίμνη και εκείνος, αφού έκανε το σημείο του σταυρού, στάθηκε στο μέσο αυτής σώος και αβλαβής ήταν όρθιος ως να πατούσε σε ξηρά.
Στη συνέχεια ο άγιος κάλεσε τους ειδωλολάτρες να πράξουν το ίδιο για να αποδείξουν τη δύναμη των θεών τους. Τότε εξήντα οχτώ άνδρες πήδησαν μέσα στη λίμνη, αλλά όλοι καταποντίστηκαν στο βυθό της και πνίγηκαν. Τη στιγμή εκείνη Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στον ένδοξο ιερομάρτυρα του Χριστού και τον κάλεσε να βγει από τη λίμνη και να λάβει από τον Θεό τον αιώνιο στέφανο της δόξης και της αγιότητος.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε τον θαυμασμό όλων, αφού έβλεπαν το πρόσωπο του αγίου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Βλέποντας ο ηγεμόνας την ακλόνητη πίστη του γενναίου αθλητή του Χριστού, αποφάσισε να τον αποκεφαλίσει διά ξίφους μαζί με τα δύο παιδιά των γυναικών μαρτύρων.
Ο Άγιος Βλάσιος προσευχήθηκε ζητώντας από τον Θεό να βοηθήσει στο μέλλον όποιον καταφεύγει σ’ Αυτόν επικαλούμενος το όνομα του αγίου σε περίπτωση ασθένειας, θλίψης, κινδύνου ή ανάγκης, και να χαρίζει σε όλους εκείνους, που θα τιμούν τη μνήμη του, όχι μόνο τα επίγεια, αλλά και τα ουράνια αγαθά. Ο δε Θεός επήκουσε της δεήσεως του δούλου του.
Παρέλαβε ο δήμιος τον άγιο και τα δύο παιδιά και τους οδήγησε στον τόπο του μαρτυρίου και τους αποκεφάλισε πάνω σε μία πέτρα μέσα από το τείχος της Σεβάστειας. Το ένδοξο μαρτύριο του αγίου και των δύο παιδιών έλαβε χώρα το έτος 316μ.Χ.
Με αυτόν τον τρόπο ο λαοφιλής σε Ανατολή και Δύση Άγιος Βλάσιος έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου για να τιμάται και να γεραίρατε εσαεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία
Η αγάπη των χριστιανών προς τον θαυματουργό ιεράρχη της Σεβάστειας αποδεικνύεται και από τα αναρίθμητα θαύματα, τα οποία έχει επιτελέσει και εξακολουθεί και μέχρι σήμερα να επιτελεί με τη χάρη του Θεού σ’ αυτούς που τιμούν τη μνήμη του και επικαλούνται με ευλάβεια το όνομά του προς δόξα του παναγίου ονόματος του Χριστού μας, του « θαυμαστού εν τοις αγίοις Αυτού» Αμήν.

Αναγνώστες