Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Η Α' εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος 325μ.Χ. (μέρος β΄)

Σπουδαιότης της Α' Οικουμενικής Συνόδου
Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί και, ει δυνατόν ψηλαφήση παν ό, τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως. Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μεν τοις Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοις Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοι τε και 'Ελληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ' αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιούν τας απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, η επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου.
Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τας απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τω μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νουν δι' απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ' ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μη γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεται δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών. Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι, μόνον νους, αλλά και καρδία αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε δια μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο.
Εάν ο νους ήνε ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ' ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ' έκαστα ακριβώς, όταν δια της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ' όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ' όλου, ήτοι εις την καθ' όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν η περιέχεται ό,τε αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ' αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ' όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τω υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ' όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ό,τε Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία.
Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα άλληλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα. Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής κτισθείσα εν τω κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων.
Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταις δε τοις των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τας αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν' Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι δια της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ης ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωίκων ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τω ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τω του Φίλωνος συγγράμματι, εις ου την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία.
Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μη δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ' εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ' ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ.
Εν τω χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των εν τε τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ' όλου τοις μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ' όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ην απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.
Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ' απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μη ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τας ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μη απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μη συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.

Αναγνώστες