Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ποίημα του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Ποίος είδε κράτος λιγοστό σ’ όλη τη γη μοναδικό, εκατο να εξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς, ν’ έχει επτά Πρωθυπουργούς, ταμείο δίχως χρήματα και δόξης τόσα μνήματα;
Να ’χει κλητήρες για φρουρά και να σε κλέβουν φανερά, κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε τον κλέφτη να γυρεύουνε;
 Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν, ονείρατα, ελπίδες και σκοποί, οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου και από παππού συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμη- κι αυτό είναι ωραίο- να παριστάνει τον Ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που ’χει στο ’να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο, ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης, λίγο μουντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδελφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς σαν πιάσει πόστο: δερβεναγάς.
Δυστηχία σου Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!
Ω Ελλάς, ηρρών χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;


Ποίημα  Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Η Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστής, μας προετοιμάζει, με  έντονη προσευχή, νηστεία, άσκηση και κάθαρση, να δεχθούμε και να προσκυνήσουμε τα Άχραντα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού.
Η νηστεία είναι ο πρώτος τρόπος ασκήσεως που προβάλλεται έντονα τις ημέρες που ακολουθούν. Ο ίδιος ο Ιησούς, αν και αναμάρτητος, νήστευσε σαράντα ημέρες και νύχτες ως υπόδειγμα για τους πιστούς.
Η νηστεία δεν είναι σκοπός αλλά μία θυσία την οποία κάνουμε για την αγάπη του Χριστού. Αποτελεί ακόμη και ένα τρόπο για να δυναμωθεί η θέλησή μας αρχίζοντας από τα απλά, από την αποχή δηλαδή της τροφής  και οδεύοντας στα μεγαλύτερα, στην αποχή από τα πάθη και την αμαρτία.
   Το δεύτερο που προβάλλεται έντονα την ευλογημένη αυτή περίοδο της Εκκλησίας μας είναι η μετάνοια.
   Με την πένθιμη φαινομενικά αυτή περίοδο, καλούμαστε να στραφούμε και να εξετάσουμε πιο έντονα τον εαυτό μας. Ν’ αφήσουμε τη ζωή της φθοράς, του θανάτου και της αμαρτίας και να βρεθούμε μέσα στην αγκαλιά του γεμάτου αγάπη Θεού μας.
   Το τρίτο το οποίο προβάλλεται ιδιαίτερα, είναι η προσευχή.
Η Εκκλησίας μας πολλαπλασιάζει τις Ιερές Ακολουθίες της.
 Η προσευχή είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλία του ανθρώπου με το Θεό.
Μιλούμε με το Θεό χωρίς υποκρισίες. Τον παρακαλούμε να μας στείλει το θείο Του έλεος, να μας χαρίσει την άφεση των αμαρτιών, να μας δωρίσει την θεία παρηγοριά που μόνο Αυτός μπορεί να δώσει και ν’ αναπαύει τις κουρασμένες και πληγωμένες ψυχές.
   Η προσευχή στον Οίκο του Θεού, όπου ενώνονται οι φωνές όλων των πιστών μαζί και τις οποίες ο Ιερέας  παίρνει και τις κάνει ευχές και τις προσφέρει ως εύοσμο θυμίαμα μπροστά στο θρόνο του Θεού, αλλά και η προσευχή στο σπίτι μας, διαβάζοντας το Απόδειπνο, την Παράκληση, τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας, ή με το κομποσχοίνι μας λέγοντας το: ΄΄ Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με΄΄ , ανεβάζουν την ψυχή στα ύψη του ουρανού, την οπλίζουν ενάντια στους δαίμονες, κάνουν το Φιλάνθρωπο βλέμμα του θεού να έρθει επάνω μας και να μας δώσει αυτό που είναι για το συμφέρον μας.
   Το τελευταίο τ’ οποίο θ’ αναφέρουμε ως χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου και με το οποίο ανοίγει η Μ. Τεσσαρακοστή είναι η συγχώρεση.
   Διαβάζουμε στην επί του Όρους ομιλία του Κυρίου μας: ΄΄ Συγχώρεσε τον αδελφό σου για να σε συγχωρέσει ο Θεός ΄΄.
   Καλούμαστε και εμείς αδελφοί μου, τη θυσία μας προς τον Θεό και ενοοώ την προσευχή, τη νηστεία, τη μετάνοια μας, για να γίνουν δεκτά από τον Κύριο μας  να τα προσφέρουμε με καρδιά αγαθή και ανάλαφρη από μίσος, κακίες και εμπάθειες που τυχόν υπάρχουν μεταξύ μας.
Ας μην ομοιάσουμε με τον Φαρισαίο της παραβολής, ο οποίος ενώ νήστευε μισούσε, ενώ προσευχόταν κατηγορούσε, ενώ μιλούσε με τα λόγια του Θεού η καρδιά του ήταν μακριά από το Θεό και τελικά ο Κύριος τον κατέκρινε, γιατί όλη του η ζωή ήταν ένα ψέμα.
   Ας συγχωρέσουμε αδελφοί μου ο ένας τον άλλο, για να συγχωρήσει και ο Κύριος τις δικές μας αμαρτίες και να μπορέσουμε μαζί με την Ανάσταση του Χριστού να εορτάσουμε και την δική μας προσωπική Ανάσταση από τα πάθη και την φθορά! Αμήν.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Εφραίμ ο Σύρος: Λόγος εις την παρουσίαν του Κυρίου

Ἑφραὶμ Σῦρος
Λόγος εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου,
καὶ περὶ συντελείας τοῦ κόσμου,
καὶ εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου

Πῶς ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος καὶ ἁμαρτωλὸς Ἐφραὶμ καὶ γεμάτος παραπτώματα, θὰ μπορέσω νὰ διηγηθῶ αὐτὰ ποῦ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ δύναμή μου; Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Σωτήρας μας, χάρη στὴ δική του εὐσπλαχνία, δίδαξε τὴ σοφία στοὺς ἀγράμματους καὶ μ᾿ αὐτοὺς φώτισε τοὺς πιστοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ὅλο τὸν κόσμο, θὰ ἐνισχύσει πλούσια καὶ τὴ δική μου γλῶσσα γιὰ νὰ ἔρθει ὠφέλεια καὶ οἰκοδομῇ καὶ σ᾿ ἐμένα ποὺ μιλῶ, καὶ σὲ ὅλους τους ἀκροατές μου. Θὰ μιλήσω μάλιστα μὲ πόνο καὶ θὰ πῶ μὲ στεναγμοὺς γιὰ τὴ συντέλεια τοῦ παρόντος κόσμου καὶ γιὰ τὸν ἀδιάντροπο καὶ φοβερὸ Δράκοντα, ποὺ πρόκειται νὰ ταράξει ὅλη τὴν οἰκουμένη, καὶ νὰ βάλει μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων δειλία καὶ ἀμέλεια καὶ φοβερὴ ἀπιστία, καὶ  νὰ κάνει θαύματα καὶ τερατουργίες καὶ φοβερὰ φαινόμενα, ὥστε, ἂν μπορέσει, νὰ πλανήσει ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, καὶ νὰ ἐξαπατήσει ὅλους μὲ τὰ ψεύτικα θαύματα καὶ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες ποὺ θὰ γίνουν ἂπ αὐτόν. Διότι μὲ παραχώρηση τοῦ ἁγίου Θεοῦ θὰ λάβει ἐξουσία νὰ ἐξαπατήσει τὸν κόσμο, διότι πλήθυνε ἡ ἀσέβεια τοῦ κόσμου, καὶ παντοῦ θὰ προξενεῖ κάθε λογὴς συμφορές. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄχραντος Δεσπότης παραχώρησε νὰ πειραχθεῖ ὁ κόσμος μὲ πνεῦμα πλάνης, ἐξαιτίας τῆς ἀσέβειας τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ἔτσι ἤθελαν οἱ ἄνθρωποι, νὰ ἀποστατήσουν δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Πονηρό.



πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/efraim_syros_logos_eis_thn_paroysian_toy_kyrioy.htm

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Περί μνημοσύνου

Η Εκκλησία μας διατηρεί από τα πρώτα της χρόνια την συνήθεια να θυμάται και να τιμά τα πρόσωπα που έχουν φύγει από αυτή την ζωή.
Βασική Χριστιανική διδασκαλία είναι ότι ο άνθρωπος ως ζων οργανισμός πλασμένος από τον ίδιο τον Θεό, αποτελείται από δύο συστατικά: το ένα συστατικό είναι το υλικό και επομένως, φθαρτό και προσωρινό ενώ το άλλο είναι το άυλο, επομένως, αιώνιο, άφθαρτο, και πνευματικό.
Δηλαδή το προσωρινό και φθαρτό είναι το σώμα μας, ενώ το άλλο το άυλο και αιώνιο είναι η ψυχή μας.
Έτσι το σώμα μας ως υλικό και υπακούοντας στους νόμους της φύσης, φθάνει κάποια στιγμή στο τέλος του, έχοντας εκτελέσει τον προορισμό του, άλλοτε σύντομα, άλλοτε αργότερα.
Κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του είναι πάντοτε συνδεδεμένο με την ψυχή.
Όταν όμως φθάνει στο σημείο του αποχωρισμού, τότε λέμε πως επέρχεται ο θάνατος ή πιο σωστά η κοίμησή του.
Την στιγμή εκείνη ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός την χαρακτηρίζει «ως βίαιο χωρισμό». Το σώμα τότε επιστρέφει στην γη από την οποία προέρχεται και ταυτόχρονα η ψυχή συνεχίζει τη νέα της ζωή κοντά στο Δημιουργό της.
Ολοκληρώνοντας την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, πρέπει να σημειώσουμε πως το πλήρωμα των πιστών είμαστε όλοι ζωντανοί και κεκοιμημένοι όλοι μαζί συντελούμε  σε αυτό που ονομάζουμε Εκκλησία.
Με την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού και μετά την Αναστάσιμη παρουσία του, για εμάς που θέλουμε να λεγόμαστε ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, η πίστη μας εδραιώνεται στην μετά τον θάνατο ζωή.
Επομένως η λέξη «πέθανε», δεν είναι ορθή διότι χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του Κυρίου μας στους μαθητές του όταν τους ανακοίνωσε τον θάνατο του Λαζάρου λέγοντας: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται· αλλά πορεύομαι ίνα ξυπνήσω αυτόν...» Έτσι τον τόπο που εναποθέτουμε το νεκρό σώμα του ανθρώπου τον ονομάζουμε «ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ» και όχι νεκροταφείο, όπως έχει καθιερωθεί μάλλον από άγνοια ή ως κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας ή ακόμη των χρόνων της ειδωλολατρίας.
Περί των καθηκόντων μας προς τους κεκοιμημένους αδελφούς μας έχουμε την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και απ’ αυτήν θα αντλήσουμε μερικά διδάγματα.
Βασικό καθήκον μας είναι να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, είτε έζησαν δίκαιο και ενάρετο βίο, είτε αμαρτωλό και μακράν της Πίστεως. Στην περίπτωση αυτή, οι προσευχές μας πρέπει να είναι συχνότερες, θερμότερες και εντονότερες, προς τον Θεό για την ανάπαυση της ψυχής του κοιμηθέντος χωρίς μετάνοια.
Οι προσευχές λοιπόν που απευθύνονται από εμάς τους ζώντες προς τον Σωτήρα, Κύριο και Θεό μας για την ανάπαυση της ψυχής του κοιμηθέντος προσφιλούς μας προσώπου, ονομάζονται ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ.
Από πού προκύπτει, και τι σημαίνει η λέξει μνημόσυνο. Όταν ο άνθρωπος βαπτίζεται και γίνεται χριστιανός αποκτά ταυτόχρονα και ένα όνομα. Από τη στιγμή αυτή το όνομα του καταχωρείται στη «μνήμη» της Εκκλησίας.
Η μνήμη της Εκκλησίας μας το εξήγησε ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας: «Χαίρετε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Η μνήμη της Εκκλησίας ταυτίζεται µε τη μνήμη του Θεού πού σημαίνει ότι όπως ὁ Θεός έτσι και η Εκκλησία θυμάται αιώνια τα ονόματα των µελών της.
Το Μνημόσυνο είναι ιδιαίτερη Ακολουθία της Εκκλησίας που τελείται μετά το τέλος της Θ. Λειτουργίας. Μνημόσυνο, χωρίς να τελεσθεί προηγουμένως Θ. Λειτουργία δεν γίνεται. Διότι, το κυρίως μνημόσυνο είναι η μνημόνευση του ονόματος του κεκοιµηµένου χριστιανού κατά τη τέλεση της Θ. Λειτουργίας.
Έτσι λοιπόν, όταν συμμετέχουμε στην Ακολουθία του Μνημοσύνου, πρέπει να προσευχόμαστε με ευλάβεια και θερμή πίστη, απευθύνοντας προς τον Θεό ικεσία για ανάπαυση της ψυχής του, και όχι να αντιμετωπίζουμε την ακολουθία αυτή ως κοινωνική υποχρέωση, ρωτώντας τον ιερέα ή τον νεωκόρο τι ώρα να έρθω; Αλλά και προσερχόμενοι μέσα στο Ναό την τελευταία στιγμή της Θείας Λειτουργίας, καθισμένοι με ασέβεια και πολλές φορές συνομιλώντας, γελώντας και ενίοτε αγανακτώντας για την παράταση της Θείας Λειτουργίας, που έπρεπε, σε στάση όρθια και με περισσή προσοχή, να προσευχόμεθα για την ανάπαυση της ψυχής του εκλιπόντος αδελφού μας, για το οποίο τελείται η ομαδική αυτή, ικετευτική προσευχή, το ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ.
Ας θα δούμε ενδεικτικά, τι διδάσκει η Εκκλησία και οι Θεοφόροι Πατέρες για την Ακολουθία αυτή.
Οι Αποστολικές Διαταγές που είναι ένα από τα παλαιότερα βιβλία της Πίστεώς μας, διδάσκουν πως πρέπει να τελούνται τα μνημόσυνα, ως τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια.
Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος σημειώνει: «Επενόησε η Εκκλησία να προσφέρει ευχές και ικεσίες για τους κεκοιμημένους, ώστε ο Θεός να τους απαλλάξει από τα δεινά η να εύρουν κάποια άνεση και παρηγοριά...»
Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναφέρει ότι τα μνημόσυνα πρέπει να τελούνται, «την Τρίτην (3ην) ημέραν, εις ανάμνησιν της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου, την Ενάτην (9ην) εις τύπον των εννέα Αγγελικών Ταγμάτων, την Τεσσαρακοστήν (40ην), διότι κατά πρώτον λόγον, οι Ιουδαίοι μετά την κοίμησιν του Μωϋσέως επένθησαν δια τεσσαράκοντα ημέρας και δεύτερον και σπουδαιότερον, δια την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν του Ιησού εις την έρημον».
Τέλος, πολλοί επώνυμοι και ανώνυμοι Πατέρες και Γέροντες, μας διδάσκουν ότι μεγάλη ωφέλεια δέχεται η ψυχή του αδελφού συνανθρώπου μας που κοιμήθηκε, όταν η οικογένεια του τελεί προς ανάπαυσή του το λεγόμενο ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ.
Δηλαδή, επί σαράντα μέρες μετά την κοίμησή του, τελείται καθημερινά Θεία Λειτουργία στην μνήμη του.
Εκτός από τα παραπάνω, η Εκκλησία όρισε και τα ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ για να μνημονεύονται όλοι οι Χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρι των ημερών μας. Το ΠΡΩΤΟ Ψυχοσάββατο τελείτε την Κυριακή προ της Απόκρεω, και το ΔΕΥΤΕΡΟ Ψυχοσάββατο τελείται εννέα μέρες μετά την Ανάληψη του Χριστού μας, δηλαδή το Σάββατο προ της Πεντηκοστής. Σ’ αυτά μνημονεύονται όλοι οι Χριστιανοί από τον Αδάμ μέχρι και σήμερα. Αλλά, επειδή προ του Χριστού δεν υπήρχαν Χριστιανοί, για όλους τους ανθρώπους, για όλο το ανθρώπινο γένος.
Όπως είπα και παραπάνω, τα μνημόσυνα πρέπει να συνδυάζονται με την τέλεση της αναίμακτου θυσίας που πραγματοποιείται κατά την Θεία Λειτουργία. Έτσι τον σπουδαιότερο ρόλο έχει, η συμμετοχή των τελούντων το μνημόσυνο, στο Μυστήριον των Μυστηρίων, μεταλαμβάνοντας του Σώματος και του Αίματος του Δεσπότου Ιησού, καλά και πνευματικά προετοιμασμένοι με μετάνοια, προσευχή και νηστεία.
Αυτή η πράξη είναι η εξοχώτερη για την ανάπαυση των ψυχών των κοιμηθέντων συνανθρώπων, αλλά και την δική μας. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να προσφέρουμε στον λειτουργό Ιερέα, από την παραμονή, το ΠΡΟΣΦΟΡΟ, το ΚΡΑΣΙ, το ΛΑΔΙ, το ΘΥΜΙΑΜΑ και το ΚΕΡΙ.
Μέχρι τον 4ον αιώνα μετά το μνημόσυνο και την Θεία Κοινωνία, προσφερόταν στους Χριστιανούς ψωμί, κρασί, ελιές ή τυρί ή ρύζι, και εύχονταν οι πιστοί «Μακάρια η μνήμη αυτού».
Κατάλοιπα της συνηθείας αυτής είναι σήμερα τα αρτίδια και ο καφές, που προσφέρονται στους συμμετέχοντες στο μνημόσυνο.
Τα Κόλλυβα, ή όπως αλλιώς επεκράτησε σε πολλά μέρη η ονομασία «το στάρι», είναι ένα από τα πιο παλαιά χριστιανικά έθιμα που διατηρήθηκε στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συνδέεται άμεσα με τους κεκοιμημένους εν Χριστώ αδελφούς μας.
Τα κόλλυβα προσφέρονται απαραιτήτως στις μνήμες των αγίων, τα ονομαζόμενα «Άγια» πράξη που συνεχίζει να διατηρείται στα μοναστήρια, ενώ από τις ενορίες η τάξη αυτή εξέλιπε.
Όμως από πού προέρχεται το όνομα «Κόλλυβα»
Η ονομασία κόλλυβα προέρχεται από τη λέξη «ο κόλλυβος» που σημαίνει το σταθμικό μέτρο για τον προσδιορισμό του βάρους του χρυσού, όπως επίσης και κάθε νόμισμα μικρής αξίας, δηλαδή το πολύ λεπτό σε πάχος και αξία νόμισμα.
Με τις λέξεις κόλλυβο και κόλλυβα στην αρχή εννοούσαν κάθε είδος μικρού γλυκού από σιτάρι σε σχήμα πίτας ή τα «τρωγάλιζα» και τα «τραγήματα», δηλαδή ξηρούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα, σταφίδες, φουντούκια, σύκα κ.α.) καθώς και τον «εψητόν σίτον» κατά τον Βυζαντινό λεξικογράφο Σουίδα.
Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών το όνομα των κολλύβων οφείλεται στην παλαιά συνήθεια της διανομής νομισμάτων κατά τα μνημόσυνα. Έτσι έχουμε ταύτιση νομισμάτων και κολλύβων.
Η διανομή των νομισμάτων –κολλύβων συνδέετε με την ελεημοσύνη κατά τα χρόνια του χριστιανισμού: «ελεημοσύνες υπέρ αυτών που έφυγαν προς τον Κύριο στα μνημόσυνα αυτών».
Αυτές τις ελεημοσύνες περεχόντουσαν, συνήθως από τα υπάρχοντά του κεκοιμημένου.
Η λέξη Κόλλυβα με τη σημασία του βρασμένου σιταριού και διαφόρων σπόρων χρησιμοποιούνταν στα Ευχάϊτα. Στο συναξάρι δια των κολλύβων θαύματος του Αγίου Θεοδώρου ο ίδιος ο Άγιος παραγγέλει στο Πατριάρχη Ευδόξιο να δώσει στους πιστούς κόλλυβα. Κι όταν ο Πατριάρχης ρώτησε» και τι είναι αυτά τα κόλλυβα, άγιε; Ο Άγιος απήντησε: «Σιτάρι και άλλοι σπόροι. Βρασμένα όλα μαζί καλά. «Κόλλυβα» τα λέμε εμείς στην πατρίδα μου στα Ευχάϊτα».
Τι συμβολίζουν τα κόλλυβα;
Συμβολίζουν την κοίμηση και την  ανάσταση του ανθρώπου. Όπως ο σπόρος για να βλαστήσει πρέπει πρώτα να θαφτεί μέσα στο χώμα, έτσι και το ανθρώπινο σώμα θάπτεται και περιμένει την ανάστασή του και την οριστική κρίση από τον δικαιοκρίτη Θεό.

Για τον λόγο αυτό, οι πιστοί δεν δέχονται την καύση των κοιμηθέντων προσώπων τους, η οποία δεν στηρίζεται στην διδασκαλία της Εκκλησίας

Πολλοί ρωτούν αντί για μνημόσυνο να κάνω κάποια δωρεά ή μια ελεημοσύνη;
Υπάρχουν μερικοί από εμάς που «αντί μνημοσύνου» κάνουν κάποια ΔΩΡΕΑ στην μνήμη του κοιμηθέντος προσώπου. Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη. Τίποτε και καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία, κατά την οποία προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».
Γι’ αυτό και προσφέρουμε στην Εκκλησία το Πρόσφορο και το Νάμα, που μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Να μην λησμονούμε ότι, από αυτό το πρόσφορο, θα βγάλει ο Λειτουργός και τη μερίδα του κοιμηθέντος, που θα τοποθετηθεί πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των Άγιων και των Δικαίων. Εκεί, τη στιγμή του Μυστηρίου, είναι παρούσα όλη η Εκκλησία, η ζώντες και η κεκοιμημένοι.
Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει: «Είναι μεγάλη τιμή να αναφέρεται και το όνομα του δικού μας ανθρώπου, εκεί που βρίσκεται ο ίδιος ο Χριστός και ολόκληρη η Εκκλησία. Και τούτο διότι αναγγέλλεται, ότι ο Θεός μας, έδωσε τον Εαυτόν Του για τη σωτηρία της Οικουμένης όλης...».
Μερικοί ρωτούν Ωφελούν τα μνημόσυνα; Ποιούς ωφελούν και ποιούς δεν ωφελούν;
Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, κοινά μαρτυρούν, ότι ωφελούν.
Ωφελούν λοιπόν, όταν γίνονται με πίστη, ευλάβεια, και ευσέβεια, και όταν οι αναχωρήσαντες ήταν δεκτικοί του θεϊκού ελέους.
Δεν ωφελούν, όταν ο άνθρωπος διώχνει την Θεία Χάρη και μεταβάλλεται σε αμετανόητο. Για εκείνον που έφυγε από τη γη τελείως αμετανόητος, δεν υπάρχει μεγάλη ωφέλεια. Όμως και εκείνος μπορεί να τύχει κάποιας αναψυχής, όπως διδάσκουν οι Πατέρες. Ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει, ότι οι ψυχές των αμαρτωλών «μετέχουν ευεργεσίας τινος» από την τέλεση της αναίμακτης Θυσίας.
Ο Ιερός Χρυσόστομος, αν και πιο αυστηρός τονίζει: «Ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε, προσφέροντας σ’ αὐτοὺς κάποια βοήθεια, μικρή μεν, αλλά ικανή να τους βοηθήσει. Με ποιόν τρόπο;» ρωτά ο ίδιος, και απαντά: «Ευχόμενοι και εμείς οι ίδιοι και παρακαλούντες και τους άλλους συμμετέχοντες, να προσεύχονται γι’ αυτούς.
Με τη συμμετοχή μας στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού κατά πρώτον, με ελεημοσύνες και προσευχές, που θα κάνουμε γι’ αυτούς που κοιμήθηκαν αμετανόητοι. Αυτά όλα τα κάνουμε, για να λάβουν κάποια παρηγοριά».
Παρακάτω χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα για να μας διδάξει: «Φαντάσου ένα Βασιλέα που εξόρισε τους υπηκόους του που επαναστάτησαν εναντίον του. Στον Βασιλέα παρεμβαίνουν οι ενδιαφερόμενοι, φίλοι των εξόριστων, που αφού πλέξουνε στεφάνι από εκλεκτά μυρωδάτα άνθη, του το προσφέρουν «υπέρ των εν εξορίαις». Και ο Άγιος ερωτά: «Ο Βασιλέας, δεν θα υποχωρήσει στις επαναλαμβανόμενες και επίμονες παρακλήσεις, ώστε να δώσει στους εξορίστους κάποια άνεση των κολάσεων;
Γι’ αυτό και εμείς, προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις και «Χριστόν εσφαγιασμένον» υπέρ των αμαρτημάτων τους, και ζητούμε να λάβουν κάποια συγγνώμη οι κοιμηθέντες εν αμαρτία».
Τέλος έχουμε και τα έκτροπα των μνημοσύνων:
Τελευταία τείνει να επικρατήσει μια συνήθεια ισοπεδώσεως της Παραδόσεως. Έτσι είθισται ορισμένοι από τους πιστούς μας κατά τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων τους να μην προσκομίζουν στο ναό κόλλυβα αλλά αντί αυτών κουλουράκια, πίτες και διάφορα γλυκίσματα.
Αντί του ζυμωτού πρόσφορου να προσκομίζουν έτοιμα βιομηχανοποιημένα πρόσφορα. Στην ίδια σειρά τείνουν να ξεχασθούν και πολλές άλλες ακόμα παραδοσιακές συνήθειες, όπως: συνεχείς μνημονεύσεις των κεκοιμημένων κατά τις Θ. Λειτουργίες ψυχωφέλιμες επισκέψεις στα κοιμητήρια αφ' ενός μεν για τη φιλοσόφηση του μυστηρίου του θανάτου και αφ' ετέρου για την κοινωνία μετά των κεκοιμημένων μας.
Αντί της πατερικής φιλανθρωπίας να εμφανίζεται μια τάση επιδείξεως και δωρεάς προς σωματεία και ιδρύματα όχι με σκοπό τη χριστιανική βοήθεια.
Συνηθίζεται σήμερα το κόλλυβο να ανατίθεται στα γραφεία μνημοσυνών κι οι συγγενείς να εφησυχάζουν ότι εκτελούν το χρέος προς τον κεκοιμημένο τους.
Οι ναοί, όταν τελούνται μνημόσυνα, τείνουν να μοιάσουν με ανθόκηπους. Υπάρχει μια συνήθεια Δυτικής προελεύσεως να ωραιοποιείται ο θάνατος ή με οποιοδήποτε τρόπο να περνά απαρατήρητος από τους ζωντανούς ανθρώπους. Η συνήθεια αυτή των μεγάλων στολισμών πρέπει να περικοπεί και να επικρατήσει το πατερικό μέτρο. Ειδικότερα χρειάζεται μια επιστροφή στην παράδοση που συνίσταται στη γνώση των τελουμένων κατά τα μνημόσυνα καθώς και στην ωφέλεια που πρέπει κι επιβάλλεται να κομίζουν πρωτίστως οι μεν κεκοιμημένοι μας από αυτά, δευτερευόντως δε και οι επιτελούντες αυτά.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Κυριακή της Απόκρεω

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΙΣΗ
 Alexander Schmemann
Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω γιατί στη διάρκεια της εβδομάδας που ακολουθεί αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία - αποχή κρέατος» - όπως παραγγέλλουν τα λειτουργικά βιβλία. Αυτή η παραγγελία γίνεται κατανοητή μόνο μέσα στο φως όσων είπαμε παραπάνω για τα νόημα της προετοιμασίας. Η Εκκλησία αρχίζει να μας «προσαρμόζει» στη μεγάλη προσπάθεια που θα απαιτήσει άπα μας επτά μέρες αργότερα. Σταδιακά μας βάζει στο μεγάλο αγώνα, γιατί γνωρίζει την ευπάθεια μας και προβλέπει την πνευματική μας αδυναμία.
Την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω, η Εκκλησία μας καλεί σε μια παγκόσμια ανάμνηση όλων «των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, έπʹ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου». Αυτή πραγματικά είναι η μεγάλη μέρα της Εκκλησίας κατά την οποία προσευχόμαστε για τα κοιμηθέντα μέλη της. Για να καταλάβουμε το νόημα που υπάρχει στη σχέση της Μεγάλης Σαρακοστής και της προσευχής για τους κοιμηθέντες θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Ο Χριστός δεν άφησε στους μαθητές Του μια διδασκαλία ατομικής σωτηρίας, αλλά την «καινή εντολή» του «αγαπάτε αλλήλους» και πρόσθεσε: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (ωαν. 13,35). Η αγάπη επομένως είναι το θεμέλιο και η ουσία της ζωής της Εκκλησίας η Οποία, κατά τον γιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, είναι «ενότητα πίστεως και αγάπης». Αμαρτία είναι πάντοτε η απουσία της αγάπης, και επομένως είναι ο χωρισμός, η απομόνωση, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Η νέα ζωή που μας έδωσε ο Χριστός και που μεταβιβάζεται σε μας δια της Εκκλησίας είναι πάνω απ' όλα μια ζωή συνδιαλλαγής, «συναγωγής εις ενότητα όλων των διεσκορπισμένων», η αποκατάσταση της θραυσμένης από την αμαρτία αγάπης.
Αλλά πως είναι δυνατό νʹ αρχίσουμε ποτέ την επιστροφή μας στα Θεό και τη συμφιλίωση μας μʹ Αυτόν, αν από μέσα μας δεν ξαναγυρίσουμε στη μοναδική καινή εντολή της αγάπης; Η προσευχή για τους «κεκοιμημένους» είναι μια βασική έκφραση της Εκκλησίας σαν αγάπης. Ζητάμε από το Θεό να θυμηθεί αυτούς που και ‘μείς θυμόμαστε και τους θυμόμαστε ακριβώς γιατί τους αγαπάμε. Προσευχόμενοι γιʹ αυτούς τους συναντάμε «εν Χριστώ, ο οποίος αγάπη εστίν» και που - ακριβώς επειδή είναι Αγάπη - ξεπερνάει τα θάνατο που είναι η τελική νίκη του χωρισμού και της έλλειψης της αγάπης. Μέσα στο Χριστό δεν υπάρχουν ζωντανοί και πεθαμένοι γιατί όλοι είναι «ζώντες εν Αυτώ». Αυτός είναι η Ζωή και αυτή η Ζωή είναι το φως του ανθρώπου. Αγαπώντας το Χριστό αγαπάμε όλους εκείνους που βρίσκονται εν Αυτώ. Αγαπώντας αυτούς που είναι εν Αυτώ, αγαπάμε το Χριστό. Αυτός είναι ο Κανόνας της Εκκλησίας, που φανερώνεται με τις προσευχές που κάνει για τους κοιμηθέντες. Πραγματικά η «εν Χριστώ» αγάπη μας είναι εκείνη που τους διατηρεί πάντα ζωντανούς γιατί τους διατηρεί «εν Χριστώ» Πόσο αλήθεια, λανθασμένοι - απελπιστικά λανθασμένοι - είναι όσοι από τους δυτικούς χριστιανούς η έχουν περιορίσει τις προσευχές τους για τους κοιμηθέντες σε ένα νομικό δόγμα «περί αμοιβών» και «ικανοποιήσεως», η τις αρνούνται σαν άχρηστες. Η μεγάλη αγρυπνία «υπέρ των Κεκοιμημένων» το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω είναι ένας τύπος ακολουθίας για την ανάμνηση των «προαπελθόντων» που επαναλαμβάνεται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Είναι η αγάπη και πάλι που αποτελεί το θέμα της Κυριακής της Απόκρεω. Ευαγγελικό ανάγνωσμα της μέρας είναι η παραβολή του Χριστού για την Τελευταία Κρίση (Ματθ, 25, 31‐46). Όταν ο Χριστός θα έρθει να μας κρίνει ποιο θα είναι το κριτήριο Του; Η παραβολή μας δίνει την απάντηση∙ η αγάπη - όχι ένα απλό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για μια αφηρημένη δικαιοσύνη και για κάποιους, ανώνυμους «φτωχούς», αλλά η συγκεκριμένη και προσωπική αγάπη για τον άνθρωπο, για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο με το οποίο ο Θεός με φέρνει σε επαφή στη ζωή μου. Αυτη η διάκριση είναι πολύ σημαντική γιατί σήμερα όλο και περισσότεροι χριστιανοί έχουν την τάση να ταυτίζουν τη χριστιανική αγάπη με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές φροντίδες. Με άλλα λόγια, έχουν την τάση να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το μοναδικό πρόσωπο και το μοναδικά προσωπικό προορισμό του στις ανώνυμες οντότητες όπως είναι οι «τάξεις» οι «φυλές» κ.λ.π. Όχι ότι αυτές οι φροντίδες είναι λανθασμένες. Είναι φανερό ότι οι χριστιανοί μέσα στην πορεία της ζωής τους, μέσα στις ευθύνες τους σαν πολίτες, σαν επαγγελματίες κ.λ.π., καλούνται να φροντίζουν, όσο οι δυνατότητες και η κατανόηση τους επιτρέπουν περισσότερο, για μια δίκαιη, σταθερή και γενικά πιο ανθρώπινη κοινωνία. Όλα αυτά, σίγουρα, προέρχονται από τη χριστιανική αγάπη. Αλλά η χριστιανική αγάπη, αυτή καθαυτή είναι κάτι διαφορετικά και αυτή η διαφορά θα γίνει κατανοητή και θα διαφυλαχθεί αν η Εκκλησία διατηρήσει τη μοναδική αποστολή της και δε γίνει μια συνηθισμένη «κοινωνική υπηρεσία» που ασφαλώς δεν είναι στη φύση της.
Η χριστιανική αγάπη είναι η «δυνατή αδυνατότητα» να βλέπω το Χριστό στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, και τον οποίο ο Θεός, μέσα στο αιώνιο και μυστηριώδες σχέδιό Του, έχει αποφασίσει να φέρει μέσα στη ζωή μου έστω και για λίγες στιγμές να τον φέρει κοντά μου, όχι σαν μια ευκαιρία για «καλή πράξη» η για εξάσκηση της φιλανθρωπίας μου, αλλά σαν αρχή μιας αδιάκοπης συντροφιάς μέσα στον ίδιο το Θεό.
Αληθινά τι άλλο είναι αγάπη παρά αύτη η μυστηριώδης δύναμη που ξεπερνάει τα τυχαίο και το εξωτερικό στον «άλλο» - ξεπερνάει δηλαδή την εξωτερική του εμφάνιση, την κοινωνική του θέση, την εθνική του καταγωγή, τη διανοητική του ικανότητα - και φτάνει στην ψυχή του, τη μοναδική και μοναδικά προσωπική «ρίζα» της ανθρώπινης ύπαρξης, το αληθινό κομμάτι του Θεού μέσα του; Αν ο Θεός αγαπάει κάθε άνθρωπο είναι ακριβώς γιατί Αυτός μόνο γνωρίζει τον ατίμητο και απόλυτα μοναδικό θησαυρό, την «ψυχή» η το «πρόσωπο», που έδωσε στον κάθε άνθρωπο. Η χριστιανική αγάπη λοιπόν είναι η συμμετοχή σʹ αυτή τη θεϊκή γνώση, είναι το δώρο αυτής της θεϊκής αγάπης. Δεν υπάρχει «απρόσωπη» αγάπη γιατί αγάπη είναι η υπέροχη ανακάλυψη του «προσώπου» στον «άνθρωπο», η ανακάλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. Είναι η ανακάλυψη σε κάθε άνθρωπο αυτού που τον κάνει «αξιαγάπητο» και που είναι δοσμένο από το Θεό.
Από αυτή την άποψη η χριστιανική αγάπη είναι μερικές φορές τα αντίθετο από την «κοινωνική δραστηριότητα» με την οποία συχνά σήμερα ταυτίζεται ο Χριστιανισμός. Για έναν άνθρωπο με κοινωνική δραστηριότητα το αντικείμενο της αγάπης δεν είναι το «πρόσωπο» αλλά ο «άνθρωπος, μια δηλαδή αφηρημένη μονάδα μιας, όχι λιγότερο, αφηρημένης Ανθρωπότητας». Αλλά για το Χριστιανισμό, ο άνθρωπος είναι «αξιαγάπητος» ακριβώς γιατί είναι πρόσωπο. Εκεί το πρόσωπο χάνεται μέσα στον άνθρωπο εδώ ως άνθρωπος θεωρείται μανό το πρόσωπο. Ο «κοινωνικός εργάτης» δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και άνετα τα θυσιάζει για το «γενικό συμφέρον». Ο Χριστιανισμός μπορεί να φαίνεται ότι είναι - και σε μερικές περιπτώσεις πραγματικά είναι - μάλλον διστακτικός γιʹ αύτη την αόριστη Ανθρωπότητα, αλλά διαπράττει θανάσιμη αμαρτία εναντίον του εαυτού του κάθε φορά που αδιαφορεί και δεν αγαπάει το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η κοινωνική δραστηριότητα είναι πάντοτε «φουτουριστική» στην προσέγγιση της. Ενεργεί πάντα στο όνομα της δικαιοσύνης, του νόμου, της ευτυχίας που πρόκειται να έρθει, να κερδιθεί. Ο Χριστιανισμός ελάχιστα ενδιαφέρεται γιʹ αυτό το προβληματικό μέλλον αλλά βάζει όλη την έμφαση στο τώρα, που είναι ο μόνος αποφασιστικός χρόνος για αγάπη. Οι δυο αυτές στάσεις δεν αποκλείουν η μια την άλλη αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Οι χριστιανοί βεβαιότατα, έχουν ευθύνες απέναντι «στον κόσμο τούτο» και πρέπει να τις εκπληρώσουν. Ακριβώς αυτή είναι η περιοχή της «κοινωνικής δραστηριότητας που ανήκει εντελώς στον «κόσμο τούτο». Οπωσδήποτε όμως η χριστιανική αγάπη σκοπεύει πέρα από τον «κόσμο τούτο». Είναι αυτή η ίδια μια ακτίνα, μια εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού υπερβαίνει και συντρίβει όλους τους περιορισμούς, όλες τις «συνθήκες» του κόσμου τούτου διότι το κίνητρο της, ο σκοπός της καθώς και η ολοκλήρωση της είναι στο Θεό. Και ξέρουμε ότι ακόμα, και σʹ αυτόν τον κόσμο που «εν τω πονηρώ κείται» η μόνη νίκη που διαρκεί και μεταμορφώνει είναι η νίκη της αγάπης. Η πραγματική αποστολή της Εκκλησίας είναι να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την προσωπική του αγάπη και την κλήση του, που είναι να πλημμυρίσει τον αμαρτωλό κόσμο μʹ αυτή την αγάπη.
Η παραβολή για την Τελευταία Κρίση αναφέρεται στη χριστιανική αγάπη. Δεν είμαστε όλοι καλεσμένοι να δουλέψουμε για την Ανθρωπότητα», όμως ο καθένας μας έχει λάβει το δώρο και τη χάρη της αγάπης του Χριστού. Ξέρουμε ότι όλοι οι άνθρωποι τελικά έχουν ανάγκη απʹ αύτη την προσωπική αγάπη, έχουν ανάγκη να τους αναγνωρίζεται δηλαδή η μοναδικότητα της ψυχής τους στην οποία αντανακλάται όλη η ομορφιά της δημιουργίας μʹ ένα ξεχωριστό τρόπο.
Ξέρουμε ακόμα ότι οι άνθρωποι βρίσκονται «εν φυλακή», είναι «πεινώντες και διψώντες» ακριβώς γιατί τους λείπει αυτή η προσωπική αγάπη. Τέλος ξέρουμε ότι όσο στενά και περιορισμένα και αν είναι τα πλαίσια της προσωπικής μας ύπαρξης ο καθένας από μας δημιουργήθηκε υπεύθυνος για μια μικρή θέση στη Βασιλεία του Θεού, και έγινε υπεύθυνος εξαιτίας αυτού του δώρου της αγάπης του Χριστού. Έτσι είτε έχουμε είτε δεν έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευθύνη, είτε αγαπήσαμε είτε αρνηθήκαμε την αγάπη, πρόκειται να κριθούμε Γιατί εφʹ όσον εποιήσατε ένί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40).

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Η σωτηρία του ανθρώπου

Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο και η Αγία Του Εκκλησία συνεχίζει το λυτρωτικό έργο Του μέσα στους αιώνες.  Αλλά τι είναι η σωτηρία  και πως επιτυγχάνεται;
Πολλοί από εμάς θεωρούν ότι σωτηρία είναι η φυγή από τον κόσμο, η απασχόληση μόνο με πνευματικά θέματα καθώς και η απάρνηση των σωματικών και υλικών αναγκών.
Η Σωτηρία όπως την βιώνει και την κατανοεί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια αρνητική κατάσταση, δεν είναι απαλλαγή από κάτι, δηλαδή απέκδυση του κτιστού, αλλά είναι κυρίως θετικό έργο, είναι η ένδυση του Χριστού. Σώζεται εκείνος που ενδύεται τον Χριστό.
Ψάλλουμε κατά την βάπτιση: << Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε,Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούια. >> Ένας Ορθόδοξος Θεολόγος λέει ότι δεν σωζόμαστε από το νόμο ή τα έργα του Χριστού αλλά από το Θεανθρώπινο πρόσωπο Του.
Άλλωστε η διδασκαλία και τα έργα του Χριστού συνδέονται στενά με το πρόσωπό Του.
Μέσα  στις εντολές Του υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός και καθώς ο πιστός τις εφαρμόζει στην ζωή του συναντάει το Άγιο Πρόσωπό Του. Η διδασκαλία και τα θαύματα του Χριστού μας δεν είναι αποκομμένα από το πρόσωπο Του, αλλά λέγεται ότι σώζει το πρόσωπο του Ιησού για να τονισθεί κυρίως ότι πολλοί θα μπορούσαν να κάνουν μερικά από τα έργα που επιτέλεσε ο Κύριος ή να πουν μερικές αλήθειες αλλά δεν μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο γιατί δεν είναι Θεάνθρωποι.
Μόνο ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει κατά Χάρη Θεός, όπως τονίζει και ο Άγιος Αθανάσιος. Ο δε Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι: <<, Σωτηρία του προσώπου μου όχι τα έργα μου αλλά ο Θεός μου είναι >>.
Ο Χριστός μας σώζει χωρίς να μας βγάλει από τις συνθήκες αυτής της ζωής.
Σώζει όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα μας. Μεταμορφώνει με την αγιαστική Του Χάρη την ψυχή,το σώμα τα υλικά αγαθά,την κτίση ολόκληρη.
Τονίζουν οι Πατέρες ότι μετά την πτώση μαζί με τον άνθρωπο στενάζει και η φύση. Τα υλικά αγαθά ως δημιουργήματα του Θεού δεν μπορεί να είναι κακά. Η χρήση από μέρους του ανθρώπου τα κάνει να υπηρετούν πολλές φορές κακό σκοπό.
Η σωτηρία και η ένωση μας με τον Θεό στην οποία μας καλεί η Εκκλησία δεν είναι αφηρημένη. Ζω με τον Χριστό σημαίνει,ζω μέσα στην Εκκλησία η οποία είναι το Σώμα του Χριστού και Τον φανερώνει στον κόσμο. Ζω με τους αδελφούς μου σε σχέση αγάπης γιατί στο πρόσωπο του καθ΄ ενός βλέπω το  Χριστό. Έτσι δεν υπάρχει ορισμένος τόπος ή τρόπος σωτηρίας,διότι όταν ο τρόπος ζωής μας καθαγιάζεται από την Εκκλησία είναι ευλογημένος και γίνεται οδό σωτηρίας. Αναφέρει ο Κύριος στο Ιερό Ευαγγέλιο ότι: <<Εν τη Βασιλεία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισί >> και κάνει αναφορά στην σωτηρία της οποίας μπορούμε να γίνουμε μέτοχοι αγιάζοντας τον τρόπο ζωής που έχουμε επιλέξει.
Ο Άγιος Αντώνιος σε κάποια ερώτηση που του έγινε σχετικά με την σωτηρία απάντησε:<<Όπου και εάν πας εάν έχεις μπροστά στα μάτια σου το Θεό και ότι εάν κάνεις η λες έχεις την μαρτυρία (την συμφωνία ) των Γραφών μπορείς να σωθείς.>>
Ο ένας σώζεται μέσα στην οικογένεια, ο άλλος μέσα στο μοναστήρι, όλοι μπορούν να σωθούν αρκεί να το θέλουν και ν΄ αναζητούν την προσωπική κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας και την τήρηση των Εντολών Του όπου μας φανερώνεται ανάλογα με το πόσο Τον αναζητούμε.

Κυριακή του Ασώτου

Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου 
(Απόσπασμα από την Α' Ομιλία-Περί μετανοίας)

Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.
Αυτός λοιπόν ο υιός αποτελεί την εικόνα εκείνων που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα. Και ότι φανερώνει εκείνους που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα, αποδεικνύεται από το ότι ονομάζεται υιός. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ονομασθεί υιός χωρίς το Βάπτισμα. Επίσης διέμενε στην πατρική οικία και μοιράστηκε όλα τα πατρικά αγαθά, ενώ πριν από το Βάπτισμα δεν μπορεί κανείς να λάβει την πατρική περιουσία, ούτε να δεχθεί κληρονομία. Ώστε μ όλα αυτά μας υπαινίσσεται το σύνολο των πιστών.
Επίσης ήταν αδελφός εκείνου που είχε προκόψει. Αδελφός όμως δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πνευματική αναγέννηση. Αυτός λοιπόν, αφού έπεσε στη χειρότερη μορφή κακίας, τι λέγει: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου» (Λουκά 15:18). Γι αυτό ο πατέρας του τον άφησε και δεν τον εμπόδισε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πείρα, πόση ευεργεσία απολάμβανε όταν βρισκόταν στο σπίτι. Γιατί πολλές φορές ο Θεός, όταν δεν πείθει με το λόγο του, αφήνει να διδαχθούμε από την πείρα των πραγμάτων, πράγμα βέβαια που έλεγε και στους Ιουδαίους.
Επειδή δηλαδή δεν τους έπεισε ούτε τους προσέλκυσε, απευθύνοντάς τους αμέτρητους λόγους με τους προφήτες, τους άφησε να διδαχθούν με την τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θα σε διδάξει η αποστασία σου και θα σε ελέγξει η κακία σου» (Ιερ. 2, 19). Γιατί έπρεπε να Του είχαν εμπιστοσύνη από πριν. Επειδή όμως ήταν τόσο πολύ αναίσθητοι, ώστε να μη πιστεύουν στις παραινέσεις και τις συμβουλές Του, θέλωντας να προλάβει την υποδούλωσή τους στην κακία, επιτρέπει να διδαχθούν από τα ίδια τα πράγματα, ώστε έτσι να τους κερδίσει και πάλι.
     Αφού λοιπόν ο άσωτος έφυγε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγματα έμαθε πόσο μεγάλο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρικό του σπίτι, επέστρεψε, και ο πατέρας του τότε δεν του κράτησε κακία, αλλά τον δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί άραγε; Επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Και στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν φαιδρό και χαρούμενο. Τι μου λες τώρα άνθρωπέ μου; Αυτές είναι οι αμοιβές της κακίας; Όχι της κακίας, άνθρωπε, αλλά της επιστροφής. Όχι της πονηρίας, αλλά της μεταβολής προς το καλύτερο.
Και ακούστε και το σπουδαιότερο: Αγανάκτησε γι αυτά ο μεγαλύτερος υιός. Ο πατέρας όμως τον έπεισε κι αυτόν μιλώντας του με πραότητα και λέγοντας, «συ πάντοτε ζούσες μαζί μου, ενώ αυτός ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του» (Λουκά 15:31-32). Όταν πρέπει να διασώσει τον χαμένο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικαστήρια, ούτε για λεπτομερή εξέταση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλανθρωπίας και συγγνώμης.» Κανένας ιατρός, που έχει αμελήσει ο ίδιος να δώσει φάρμακο στον ασθενή, δεν ζητεί ευθύνες απ αυτόν για την αταξία του και ούτε τον τιμωρεί. Και αν ακόμα χρειαζόταν να τιμωρηθεί ο άσωτος, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.
Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τη συντροφιά μας και έζησε παλεύοντας με την πείνα, την ατίμωση και τα χειρότερα κακά. Γι αυτό λέγει ο πατέρας: «ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του». Μη βλέπεις, λέγει, τα παρόντα, αλλά σκέψου το μέγεθος της προηγούμενης συμφοράς. Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε, που ξεχνάει τα περασμένα η καλύτερα που θυμάται εκείνα μόνο τα οποία μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος, σε στοργή και ευσπλαγχνία τέτοια που ταιριάζει στους γονείς. Γι αυτό δεν είπε, εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν λυπήθηκε ότι κατέφαγε την περιουσία του, αλλ' ότι περιέπεσε σ' αμέτρητα κακά.
Έτσι έψαχνε με τόση προθυμία και με ακόμα μεγαλύτερη να βρει το χαμένο πρόβατο. Και εδώ βέβαια γύρισε πίσω ο ίδιος ο υιός, ενώ στην παραβολή του καλού Ποιμένος έφυγε ο ίδιος ο ποιμένας. Και αφού βρήκε το χαμένο πρόβατο το έφερε πίσω, και χαιρόταν πολύ περισσότερο γι αυτό, παρά για όλα τα άλλα τα σωσμένα. Και πρόσεχε πως έφερε πίσω το χαμένο πρόβατο: Δεν το μαστίγωσε, αλλά μεταφέροντάς το και βαστάζοντάς το στους ώμους του, το παρέδωσε πάλι στο κοπάδι.
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ότι όχι μόνο δεν μας αποστρέφεται όταν επιστρέφομε κοντά Του, αλλά μας δέχεται το ίδιο αγαπητικά με τους άλλους που έχουν προκόψει στην αρετή. Και ότι όχι μόνο δεν μας τιμωρεί, αλλά και έρχεται ν αναζητήσει τους πλανημένους. Και όταν τους βρει, χαίρεται περισσότερο απ όσο χαίρεται για εκείνους που έχουν σωθεί. Ούτε πρέπει ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε στην κατηγορία των κακών, αλλά ούτε όταν είμαστε καλοί να έχουμε θάρρος.
Ασκώντας την αρετή να φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στο θάρρος μας. Και όταν αμαρτάνουμε να μετανοούμε. Και εκείνο που είπα αρχίζοντας την ομιλία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προδοσία της σωτηρίας μας αυτά τα δύο, δηλαδή και το να έχουμε θάρρος όταν είμαστε ενάρετοι, και το ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε πεσμένοι στην κακία.
Γι αυτό ο Παύλος, για ν' ασφαλίσει εκείνους που ασκούν την αρετή, έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει» (Α' Κορ. 10, 12). Και πάλι: «Φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος βρεθώ ανάξιος» (Β' Κορ. 11, 3). Ανορθώνοντας πάλι τους πεσμένους και διεγείροντάς τους σε μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε έντονα στους Κορινθίους γράφοντας τα εξής: «Μήπως πενθήσω πολλούς που αμάρτησαν προηγουμένως και δεν μετανόησαν» (Β' Κορ. 12, 21). Για να δείξει ότι είναι άξιοι θρήνων όχι τόσο εκείνοι που αμαρτάνουν, όσο εκείνοι που δεν μετανοούν για τα αμαρτήματά τους. Και ο προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως εκείνος που πέφτει δεν σηκώνεται, η εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4). Γι αυτό και ο Δαυίδ παρακαλεί αυτούς ακριβώς, λέγοντας: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή Αυτού, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως τότε που Τον παραπίκραναν οι πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).
     Όσο λοιπόν θα υπάρχει το σήμερα, ας μη απελπιζόμαστε, αλλ έχοντας ελπίδα προς τον Κύριο και έχοντας κατά νουν το πέλαγος της φιλανθρωπίας Του, αφού αποτινάξουμε κάθε τι το πονηρό από τη σκέψη μας, ας ασκούμε με πολλή προθυμία και ελπίδα την αρετή, και ας επιδείξουμε μετάνοια με όλη τη δύναμή μας.
Έτσι αφού απαλλαχθούμε απ' όλα τ αμαρτήματά μας εδώ στη γη, να μπορέσουμε με θάρρος να σταθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, και να επιτύχουμε τη βασιλεία των ουρανών, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
 Αμήν

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Το Θυμίαμα

Το θυμίαμα καλείται από τα αρχαία χρόνια το αρωματικό ρετσίνι που βγαίνει από τις τομές στον κορμό του δέντρου λίβανος, εξ ου και λιβάνι. Οι πνευματικοί συμβολισμοί του θυμιάματος είναι:
1.    Το θυμίαμα κατ’ αρχήν συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον Θεό. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου. . .».
2.    Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω. Και ταυτόχρονα συμβολίζει και τη ζέουσα επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή «εις όσμήν ευωδίας πνευματικής».
3.    Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Αγίας Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιό Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή που λέγει ο Ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα, αναφέρει «Θυμίαμά Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». (Δηλαδή: Θυμίαμα σ' Εσένα προσφέρουμε, Χριστέ Ύψιστε Θεέ, ως οσμή ευωδίας πνευματικής· αυτό, αφού δέχθηκες στο υπερουράνιό Σου Θυσιαστήριο, στείλε πίσω σε μας τη χάρη του παναγίου Σου Πνεύματος).  Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματική Του χάρη. Γι' αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής.
4.     Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνο, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς το Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού».
5.    Το δε θυμιατήριο, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλία της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι «πύρ καταναλίσκον», χωρίς να υποστεί  φθορά ή αλλοίωση. Κατά τον άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην». Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε».
Με το θυμίαμα που προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται η ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμενο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω ευωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και η ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, απαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Η βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, η φωτιά την θεότητά Του και ο ευώδης καπνός μάς «πληροφορεί» την προπορευόμενη ευωδία του Αγίου Πνεύματος.
Ο Μωυσής, υπακούοντας στον Θεό, κατασκεύασε και τοποθέτησε στη σκηνή του Μαρτυρίου θυσιαστήριο του θυμιάματος (Έξοδ. 30: 1-10). Ο τρόπος παρασκευής του θυμιάματος διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο (Έξοδ. 30: 34-36). Η προσφορά θυμιάματος στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε εντολή του Θεού. Έπρεπε να προσφερθεί θυμίαμα στην αρχή της ημέρας το πρωί και το βράδυ με το άναμμα των λύχνων (Έξοδ. 30: 7-8).
Αυτή η καλή συνήθεια μεταφέρθηκε και στη χριστιανική λατρεία. Το λατρευτικό αυτό μέσο δημιουργεί κατανυκτικό κλίμα προσευχής και ελκύει την αγιαστική χάρη του Θεού. Όταν ο Λειτουργός θυμιάζει τις εικόνες των αγίων, επιζητεί τις μεσιτικές προσευχές τους προς τον Κύριο για βοήθεια των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας. Όταν ο Λειτουργός θυμιάζει τους πιστούς, αυτοί πρέπει να υποκλίνονται και να προσκυνούν ευλαβικά προσδοκώντας την ευλογία και τη χάρη του Θεού. Η μικρή υπόκλιση είναι δείγμα ότι συμμετέχουμε στα τελούμενα! Εκτός από τον Ι. Ναό, είναι καλό και στο  σπίτι να προσφέρεται θυμίαμα τακτικά και να συνοδεύεται πάντοτε με ολοκάρδια προσευχή.

Η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα


Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ἡ βασίλισσα, γεννήθηκε στὴν Ἔβεσσα τῆς Παφλαγονίας, τὸ 815 μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν δρουγγάριο Μαρίνο καὶ τὴν ἐνάρετη Θεοκτίστη ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐλάβειά της καὶ τὴν προσήλωσή της στὴν ὀρθόδοξη πίστη. 
Ἡ Ἁγία εἶχε τρεῖς ἄλλες ἀδελφές, τὴ Σοφία, τήν Μαρία καὶ τὴν Εἰρήνη καὶ δύο ἀδελφούς, τὸν Βάρδα καὶ τὸν Πετρωνᾶ. Τὸ ἔτος 830 μ.Χ. νυμφεύθηκε τὸν αὐτοκράτορα Θεόφιλο (829 – 842 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος. 
Παρὰ τὸ εἰκονομαχικὸ κλίμα ποὺ ἐπικρατοῦσε, ἡ Θεοδώρα ἐξακολουθοῦσε νὰ τιμᾶ τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ νὰ τὶς φυλάσσει κρυφὰ στὰ δώματά της. 
Ἡ μητέρα της, Θεοκτίστη, ἐγκατέλειψε τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεία μονή, τὴν ὁποία ἡ ἴδια εἶχε ἱδρύσει.
Τὸ 842 μ.Χ. ὁ Θεόφιλος πέθανε καὶ ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἀνέλαβε τὴν βασιλεία καὶ τὴν ἐποπτεία τοῦ ἀνήλικου υἱοῦ της Μιχαήλ, μὲ συνεπιτρόπους τὸν ἀδελφό της Βάρδα, τὸν ἐκ τοῦ πατέρα της θείου της, ποὺ ἦταν μάγιστρος καὶ τὸν λογοθέτη Θεόκτιστο. Ἡ πρώτη ἐνέργεια ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ εἰκονομάχου Πατριάρχου Ἰωάννου καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου († 14 Ἰουνίου). 
Ἡ Σύνοδος, ποὺ συνῆλθε στὶς 11 Μαρτίου τοῦ 843 μ.Χ., ἀποφάσισε τὴν ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων εἰκόνων καὶ ἀνόρθωσε τὴν διδασκαλία τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγαλοπρεπὴς πανήγυρη ἐτελέσθη τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ ἀπὸ τότε καθιερώθηκε ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν εἰκόνων, τὴν Ἁγία Θεοδώρα ἀπασχόλησαν καὶ ἄλλοι ποικίλοι ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοὶ περισπασμοί, ὅπως οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Ἀράβων στὴ Σικελία καὶ Μικρὰ Ἀσία, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Σλάβων τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν Παυλιανιτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἱ ἐκστρατεῖες κατὰ τῶν Ἀράβων τῆς Κρήτης, τῆς Συρίας καὶ τῆς Αἰγύπτου, καὶ οἱ περιπλοκὲς μὲ τὸν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Βόγορι, τὸν ὁποῖο ὁδήγησε στὴν Ὀρθοδοξία. 
Ἔτσι, ἐμπιστεύτηκε τὴν ἀνατροφὴ τοῦ υἱοῦ της στὸν ἀδελφό της Βάρδα, ὁ ὁποῖος, μὲ σκοπὸ τὸ δικό του συμφέρον, ἐνθάρρυνε καὶ ἐνίσχυε κάθε ροπὴ τοῦ νεαροῦ βασιλέως πρὸς τὴν ἀκολασία. Ἡ δολοφονία τοῦ λογοθέτου Νεοκτίστου κατέστησε τὸν ἀδελφὸ τῆς Ἁγίας πανίσχυρο, ὥστε νὰ περιφρονεῖ καὶ νὰ ἀπειλεῖ καὶ τὴν ἴδια.
Ἀργότερα, ὁ ἴδιος ὁ υἱὸς τῆς Ἁγίας, Μιχαήλ, καὶ ὁ ἀδελφός της Βάρδας, διέταξαν τὸν ἐγκλεισμό της, μαζὶ μὲ τὶς θυγατέρες της Ἄννα, Θέκλα, Ἀναστασία, Μαρία καὶ Πουλχερία, στὴ μονὴ Γαστριῶν, στὴν περιοχὴ τῶν Ὑψομαθείων καὶ τὴν κουρά της ὡς μοναχῆς. 
Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἀφοσιώθηκε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ἄσκηση. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 867 μ.Χ., τὸ δὲ ἱερὸ λείψανό της φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια στὸ ναὸ τῆς Παναγίας Σπηλαιωτίσσης στὴν Κέρκυρα.

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ
 «Ο θείος βλαστός, το άνθος το αμάραντον, αμπέλου Χριστού, το κλήμα το πολύφορον», ο θείος ιερομάρτυς Βλάσιος εορτάζει σήμερα αγαπητοί μου αδελφοί.
Μέσα από τον ειδωλολατρικό κόσμο, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λικινίου, φύτρωσε ένας βλαστός γεμάτος από καρπούς εύχυμους, ο Ιερομάρτυς Βλάσιος.
Γεννήθηκε και έζησε στις αρχές του 4ου μΧ. αιώνα στην περιοχή του Πόντου της Μικράς Ασίας.
Ο Άγιος Βλάσιος σπούδασε την ιατρική επιστήμη, την οποία πρόσφερε στους ασθενείς αφιλοκερδώς, διαθέτοντας πνεύμα φιλανθρωπίας, σύνεσης και ταπείνωσης.
Είχε μάλιστα και ένα ιδιαίτερο χάρισμα να θεραπεύει τις παθήσεις του λαιμού: «Αλγούσι λαιμοίς ρευμάτων είργει βλάβας» λέγει ο συναξαριστής του αγίου.
 Οι ιατρικές του γνώσεις τον βοήθησαν μάλιστα στο να ενισχύσει την πίστη και την ευσέβειά του, αφού από τη μελέτη του ανθρώπινου σώματος κατανόησε τη σοφία και τη μεγαλοσύνη του Θεού.
Παράλληλα με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή, αλλά και τα ψυχωφελή συγγράμματα των Αποστολικών Πατέρων και των Χριστιανών Απολογητών, γεγονός που τον ανέδειξε σε πύρινο διδάσκαλο της χριστιανικής πίστεως.
Ο ένθεος αυτός ζήλος και η βαθειά θεοσέβειά του σε συνδυασμό με τον ανεπίληπτο βίο του και την πραότητα του χαρακτήρα του συντέλεσε στο να εκλεγεί επίσκοπος της πόλεως Σεβαστείας της Αρμενίας ύστερα μάλιστα και από την επίμονη απαίτηση του λαού της περιοχής.
Ο χαρισματικός αυτός ιεράρχης ανέπτυξε μία πλούσια πνευματική δράση στην επισκοπή του, αλλά επιζητώντας περισσότερη ησυχία και άσκηση, κατέφυγε στο Άργαιον Όρος και εγκαταστάθηκε μέσα σε ένα σπήλαιο.
 Στον χώρο αυτόν προσευχόταν αδιάλειπτα στον Πανοικτίρμονα Θεό και έφτασε σε τέτοιο ύψος αγιότητος και αρετής, ώστε πλήθος κόσμου τον επισκεπτόταν και ζητούσε την ευλογία του.
Ακόμη και τα άγρια ζώα της περιοχής προσέρχονταν κοντά στον άγιο και δεν αποχωρούσαν, αν δεν τα ευλογούσε όπως μας λέγει ο ιερός συναξαριστής: «Οικών εν τινι των κατ’ όρος σπηλαίων· εν ω τα άγρια των ζώων εξημερούμενα δια της ευλογίας του αγίου χειροήθη εφαίνοντο».
Την εποχή αυτή ο σκληρόκαρδος ειδωλολάτρης ηγεμόνας Αγρικόλας έδωσε διαταγή στους κυνηγούς να κυνηγήσουν σαρκοφάγα ζώα για να χρησιμοποιηθούν για θηριομαχίες και για την καταβρόχθιση των χριστιανών.
Όταν έφτασαν στο Άργαιον Όρος και πέρασαν από το σπήλαιο, στο οποίο είχε εγκατασταθεί ο άγιος, έκπληκτοι αντίκρισαν πλήθος αγρίων ζώων να είναι συγκεντρωμένα και να λαμβάνουν τις ευλογίες του ταπεινού επισκόπου της Σεβαστείας, ο οποίος προσευχόταν στον Θεό.
Βλέποντας οι κυνηγοί το παράδοξο αυτό θέαμα, επέστρεψαν στην πόλη και ενημέρωσαν τον ηγεμόνα για όσα είδαν και έζησαν.
Τότε εκείνος έδωσε τη διαταγή να συλληφθούν αμέσως όσοι χριστιανοί βρίσκονταν εκεί.
Όταν έφτασαν οι απεσταλμένοι στρατιώτες στο σπήλαιο, βρήκαν τον άγιο να προσεύχεται και τον διέταξαν να τους ακολουθήσει.
Φτάνοντας ο άγιος στη Σεβαστεία δόθηκε η εντολή να φυλακιστεί. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνα, ο οποίος τον υποδέχθηκε με ωραίους λόγους, προσπαθώντας να τον πείσει να θυσιάσει στους ειδωλολατρικούς θεούς.
Ο άγιος όμως αποκάλεσε με παρρησία τους ψεύτικους θεούς δαίμονες και δήλωσε ότι όσοι τους λατρεύουν θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ της Κολάσεως.
Τότε ο ηγεμόνας εξαγριώθηκε και διέταξε να χτυπήσουν ανελέητα τον άγιο με χονδρά σιδερένια ραβδιά και να τον κλείσουν στη συνέχεια στη φυλακή. Εκείνος όμως έμεινε σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του στον ένα και αληθινό Θεό.
Αξιοσημείωτο ήταν και το θαυματουργικό γεγονός της διάσωσης ενός χοίρου, τον οποίο είχε αρπάξει ένας λύκος από μια φτωχή γυναίκα και αποτελούσε τη μοναδική περιουσία της. Χάρη στην δύναμη της προσευχής του αγίου ο λύκος έχασε την αγριότητά του και επέστρεψε σώο και αβλαβή τον χοίρο στη γυναίκα.
Τον βασανισμό και τη φυλάκιση του αγίου πληροφορήθηκε η φτωχή γυναίκα, της οποίας τον χοίρο διέσωσε ο άγιος. Από ευγνωμοσύνη προς αυτόν έσφαξε τον χοίρο και αφού έψησε το κεφάλι και τα πόδια, πήγε στη φυλακή μαζί με φρούτα και άλλα φαγώσιμα και ανάβοντας κεριά, παρακάλεσε τον άγιο να φάει από τα προσφερόμενα προς αυτόν αγαθά.
Τότε ο άγιος ευχαρίστησε τη γυναίκα και αφού έφαγε, της έδωσε την ευλογία του λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο να γιορτάζει τη μνήμη του και να έχει πάντοτε στο σπίτι της όλα τα αγαθά και την ευλογία του Θεού, όπως και όποιος άλλος θελήσει να την μιμηθεί.
Ο ηγεμόνας και πάλι του πρότεινε να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως έμεινε και πάλι σταθερός και ακλόνητος και δήλωσε ότι θεοί, οι οποίοι δεν δημιούργησαν τον ουρανό και τη γη, πρέπει να εξαφανιστούν. Τότε δόθηκε η διαταγή να κρεμάσουν τον άγιο σε ένα ξύλο και να ξεσκίσουν τα πλευρά του με σιδερένια νύχια.
Ο ένδοξος ιερομάρτυς του Χριστού Βλάσιος είπε στον σκληρόκαρδο ηγεμόνα ότι ούτε ο θάνατος ούτε τα βασανιστήρια τον φοβίζουν και ούτε μπορούν να κάμψουν την πίστη του, αφού προσβλέπει στα αιώνια και επουράνια αγαθά. Στη συνέχεια δόθηκε η εντολή να ξεκρεμάσουν τον άγιο και να τον οδηγήσουν στη φυλακή.
Καθώς οδηγούσαν τον ταπεινό και πράο επίσκοπο της Σεβάστειας στη φυλακή, επτά ενάρετες και ευσεβείς γυναίκες ακολουθούσαν τη μαρτυρική αυτή πορεία και άλειφαν τα σώματά τους από το τίμιο αίμα, που έσταζε από το πληγωμένο σώμα του αγίου.
Μετά την σύλληψη και τον αποκεφαλισμό των επτά γυναικών πρόσταξε τους στρατιώτες να του φέρουν από τη φυλακή τον Άγιο Βλάσιο στο κριτήριο ζητώντας του και πάλι να θυσιάσει στους θεούς.
Τότε ο γενναίος αθλητής του Χριστού απάντησε με θάρρος ότι κανένας άνθρωπος, που έχει γνωρίσει τον αληθινό Θεό, δεν προσκυνά νεκρά είδωλα.
Κατόπιν ο ηγεμόνας τον ρώτησε ότι αν τον ρίξει μέσα στη λίμνη, θα μπορέσει ο Θεός, τον οποίο λατρεύει, να τον σώσει. Και ο άγιος τον παρότρυνε να το πράξει. Τότε οι στρατιώτες έριξαν τον άγιο στη λίμνη και εκείνος, αφού έκανε το σημείο του σταυρού, στάθηκε στο μέσο αυτής σώος και αβλαβής ήταν όρθιος ως να πατούσε σε ξηρά.
Στη συνέχεια ο άγιος κάλεσε τους ειδωλολάτρες να πράξουν το ίδιο για να αποδείξουν τη δύναμη των θεών τους. Τότε εξήντα οχτώ άνδρες πήδησαν μέσα στη λίμνη, αλλά όλοι καταποντίστηκαν στο βυθό της και πνίγηκαν. Τη στιγμή εκείνη Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στον ένδοξο ιερομάρτυρα του Χριστού και τον κάλεσε να βγει από τη λίμνη και να λάβει από τον Θεό τον αιώνιο στέφανο της δόξης και της αγιότητος.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε τον θαυμασμό όλων, αφού έβλεπαν το πρόσωπο του αγίου να λάμπει σαν τον ήλιο.
Βλέποντας ο ηγεμόνας την ακλόνητη πίστη του γενναίου αθλητή του Χριστού, αποφάσισε να τον αποκεφαλίσει διά ξίφους μαζί με τα δύο παιδιά των γυναικών μαρτύρων.
Ο Άγιος Βλάσιος προσευχήθηκε ζητώντας από τον Θεό να βοηθήσει στο μέλλον όποιον καταφεύγει σ’ Αυτόν επικαλούμενος το όνομα του αγίου σε περίπτωση ασθένειας, θλίψης, κινδύνου ή ανάγκης, και να χαρίζει σε όλους εκείνους, που θα τιμούν τη μνήμη του, όχι μόνο τα επίγεια, αλλά και τα ουράνια αγαθά. Ο δε Θεός επήκουσε της δεήσεως του δούλου του.
Παρέλαβε ο δήμιος τον άγιο και τα δύο παιδιά και τους οδήγησε στον τόπο του μαρτυρίου και τους αποκεφάλισε πάνω σε μία πέτρα μέσα από το τείχος της Σεβάστειας. Το ένδοξο μαρτύριο του αγίου και των δύο παιδιών έλαβε χώρα το έτος 316μ.Χ.
Με αυτόν τον τρόπο ο λαοφιλής σε Ανατολή και Δύση Άγιος Βλάσιος έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου για να τιμάται και να γεραίρατε εσαεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία
Η αγάπη των χριστιανών προς τον θαυματουργό ιεράρχη της Σεβάστειας αποδεικνύεται και από τα αναρίθμητα θαύματα, τα οποία έχει επιτελέσει και εξακολουθεί και μέχρι σήμερα να επιτελεί με τη χάρη του Θεού σ’ αυτούς που τιμούν τη μνήμη του και επικαλούνται με ευλάβεια το όνομά του προς δόξα του παναγίου ονόματος του Χριστού μας, του « θαυμαστού εν τοις αγίοις Αυτού» Αμήν.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο Άγιος Χαράλαμπος (μέρος β΄)


† ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ 
Ο Άγιος Χαράλαμπος

Ιδίως φυλάττει τους ανθρώπους από την φοβερή νόσο της πανώλους. Γι’ αυτό όσες φορές ενέσκηπτε η φοβερή αυτή αρρώστεια, κατεβάζανε οι Πατέρες την Αγία Κάρα του κάτω στις πόλεις και το κακό σταματούσε αμέσως. Το 1812 η τρομερή αρρώστεια της πανώλους εθέριζε όλη την Ήπειρο. Τότε κάποιος, Μολοσσός ονόματι, πατέρας του Ζώτου Μολοσσού, που έγραψε το λεξικό των Αγίων Πάντων, επήγε στα Μετέωρα κι’ έφερε στην Ήπειρο την Τιμία Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους και σταμάτησε το θανατικό.
Επίσης πολλοί πιστοί την καλούνε στα σπίτια τους, την κατασπάζονται μ’ ευλάβεια και κάνουν Αγιασμό. Και έτσι απαλλάσσονται από κάθε κακό.
Το 1897   έγινε ο Ελληνοτουρκικός  πόλεμος. Τότε οι Τούρκοι πήρανε την Αγία Κάρα και την εκτύπησαν με χίλιους δυο τρόπους για να ανοίξη και να πάρουν μόνον το αργυρό κουτί της. Δεν μπο­ρέσανε όμως να το ανοίξουνε. Ο Θεός τους έδωσε την τιμωρίαν, γιατί κάνανε οι Τούρκοι και άλλες ιεροσυλίες. Αρρωστήσανε δε όλοι τους βαριά. Πεθάνανε τότε 35.000 Τούρκοι στην Θεσσαλία από τύφο δια θαύματος του Αγίου.
Όταν έμαθε ο Σουλτάνος, ότι χάθηκε τόσος πολύς στρατός στην Θεσσαλία, έγραψε στον Διοικητή του τουρκικού στρατού, Εδέμ, επίσημο γράμμα και τον ρωτούσε:
—Πώς χάθηκε αυτός ο στρατός, αφού δεν έγινε καμμιά μάχη με τους Έλληνας; Και ο Εδέμ απήντησε τότε ως εξής!
—Όσοι Τούρκοι χάλασαν Εκκλησίες και Μοναστήρια πεθάνανε από τύφο. Εγώ το χέρι του Θεού δεν μπόρεσα να Το εμποδίσω. Όλοι οι κακοί Τούρκοι κακώς απέθαναν!
 ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Πολύ τιμάται σήμερα ο Άγιος Χαράλαμπος εις όλην την Ελλάδα. Εις τας Αθήνας υπάρχουν δύο Ναοί που γιορτάζουνε μεγαλοπρεπώς στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Ένας είναι στα Ιλίσσια και ο άλλος στο πεδίον του Άρεως. Ιδιαιτέρως όμως τιμάται και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται εις τα Φιλιατρά της Πελοποννήσου.
Το σπουδαίον είναι εις τον Άγιον αυτόν, ότι η μνήμη του διατηρείται μέχρι σήμερον τόσον ζωηρή, καίτοι πέρασαν αιώνες, και μολονότι δεν είχε συγγράμματα που να διαβάζονταν και να τον φέρνουν στο μυαλό μας. Πού οφείλεται αυτό; Ασφαλώς οφείλεται στην μεγάλην αγιότητά του, στα σκληρά μαρτύριά του και στα πολλά θαύματά του, που έχει κάμει μέχρι σήμερα και κάμει συνεχώς. Είναι δε τόσα πολλά τα θαύματά του, που για να γραφούν δεν έφθανε όχι μόνον το βιβλιαράκι αυτό, αλλά και πολύτομα και πολυσέλιδα βιβλία.
Αναφέρομεν ενδεικτικώς μόνον δύο θαύματά του σύγχρονα.
 Πως έσωσε την πόλιν των Φιλιατρών
Το ένα έγινε στα Φιλιατρά το 1943, στο καιρό της μαύρης Κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Το θαύμα αυτό συνεκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα, όχι μόνον τους Φιλιατρινούς, αλλά και όλους τους Έλληνας.
Το Γερμανικό Στρατηγείο από την Τρίπολι διέταξε τον Γερμανό Διοικητή των Φιλιατρών, Κοντάου ονόματι, για κάποιο σαμποτάζ που είχαν κάνει οι αντάρτες, να κάψουν την πόλιν των Φιλιατρών, να σκοτώσουνε ένα αριθμόν προκρίτων Φιλιατρινών και να συλλάβουνε 1.500 άλλους Φιλιατρινούς και να τους στείλουν στη Γερμανία, από όπου φυσικά δεν επρόκειτο να γυρίση κανένας πίσω.
Ο αξιωματικός Κοντάου έδωσε με την σειρά του διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την άλλη ημέρα στις έξη το πρωί με τα σύνεργα της καταστροφής, χωρίς οίκτο στην εκτέλεσι της διαταγής.
Αυτό, το έμαθε στην Τρίπολι ο ιεροκήρυξ Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος Κωτσάκης, που κατήγετο από τα Φιλιατρά, θλίψις και στενοχώρια κατέλαβε όλους, δεν ξέρανε τι να κάνουνε για να γλυτώσουν τα Φιλιατρά και τους Φιλιατρινούς. Επήρε κάποιον που εγνώριζε τα γερμανικά και πήγε στο σπίτι του Γερμανού στρατηγού στη Τρίπολι. Σταθήκανε στο διάδρομο. Αλλά ακούσανε μέσα στο γραφείο του στρατηγού φωνές, κακό, βρισιές, αναστάτωση μεγάλη. Κάποια Ελληνίδα τον τράβηξε από το ράσο να φύγη, για να μην τους εκτελέσουν επί τόπου και αυτούς.
Βγαίνοντας τότε ο ιεροκήρυξ, ειδοποίησε όλα τα σπίτια των Φιλιατρινών στην Τρίπολι να προσευχηθούν τη νύκτα στον Άγιο Χαράλαμπο, τον πολιούχο των Φιλιατρών για να βάλη το χέρι του. Αυτός δε κλείστηκε στο δωμάτιό του και προσευχότανε με πόνο. Το ίδιο κάνανε στα Φιλιατρά οι κάτοικοι, που κάτι μυριστήκανε και αυτοί.
Ο Άγιος άκουσε την προσευχή τους και έκανε το θαύμα. Ο Άγιος παρουσιάζεται την νύκτα στον Κοντάου που κοιμότανε. Παρουσιάστηκε σαν γέροντας σοβαρός, μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής, ιεροφορεμένος και με κατάλευκη γενειάδα. Ήτανε μια φυσιογνωμία, που δεν την είχε δη ποτέ στη ζωή του ο προτεστάντης ή μάλλον άπιστος Γερμανός. Ο σεβάσμιος γέροντας του είπε με γλυκύτητα:
—Άκουσε, παιδί μου, τη διαταγή που έλαβες να μην την εκτελέσης.
Το όνειρο ήταν ζωηρό και του έκανε εντύπωσι. Ξύπνησε και ξανακοιμήθηκε, αλλά με την απόφασι να εκτελέση την διαταγήν. Ξανά παρουσιάζεται ο Άγιος στον ύπνο του και του λέγει:
—Αυτό που σου είπα να κάμης. Την διαταγή να μη την εκτελέσης. Μη φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω να μην τιιμωρηθής.
Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που του είπε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέση την διαταγή, διότι θα εκτελούσαν αυτόν οι Γερμανοί. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναπαρουσιάζεται και εκ τρίτου ο σεβάσμιος γέροντας και του λέγει:
—Σου είπα να μην φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω και δεν θα τιμωρηθής. Θα σε φυλάξω δε εσένα και όλους τους άνδρας σου και θα γυρίσετε πίσω στα σπίτια σας, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.
Στην αρχή θέλησε να αρνηθή την εντολή του Αγίου Χαραλάμπους, και να παραστήση τον γίγαντα. Αλλά παρ’ όλη την αθεΐα του, λύγισε, διότι εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, όπως έλεγε ο ίδιος, άκουσε στον ύπνο του φωνές και κλάμματα, σαν προέρχωνται από τυραννισμένους ανθρώπους κάπου εκεί δίπλα στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν ζωντανές μορφές, που έμοιαζαν σαν γυναίκες, γυναίκες πολλές, που κτυπούσαν κεφάλια και στήθια από αφόρητη δυστυχία και πόνο. Θρηνούσαν, αγανακτούσαν και καταριόντουσαν από πόνο για την σφαγή των παιδιών τους και των εγγονών τους, που επρόκειτο να γίνη. Όλες αυτές οι φωνές γίνανε υστέρα σύννεφο και ανέβαιναν προς τα ύψη του Ουρανού, χωρίς να πέφτη τίποτε στη γη.
Και ακόμη έβλεπε στον ύπνο του ο Γερμανός αξιωματικός κάτι σκοτεινόμακρα σύννεφα, που έβγαιναν από το δωμάτιό του και ανέβαιναν και σκίαζαν τον ήλιον, ο οποίος κρυβότανε από τα σύννεφα αυτά σαν να ήτανε άνθρωπος και σκοτείνιαζε τα πρόσωπα των στρατιωτών του. Άλλοι από τους Γερμανούς τρόμαζαν και άλλοι ζητούσαν βοήθειαν, κάμνοντας τον Σταυρό τους. Και όλοι τους τρέχανε να κρυφτούνε πίσω από τους κορμούς των ελαιών.
Από τον τρόμο του ξύπνησε. Πήγε να μιλήση, αλλά δεν μπορούσε, παρά κρατούσε ανοιχτό το στόμα του και κοίταζε την εικόνα του ονείρου του. Κοίταζε το γέρο εκείνο, που τον είδε μέσα στο όνειρό του τρεις φορές και ο οποίος είχε μορφή Αγίου της Ορθοδοξίας. Όταν συνήλθε από τους εφιάλτες, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνη: Να σκοτώνωνται άνθρωποι και σαν τα σκυλιά να μένουν άθαφτοι. Να καίγωνται σπίτια σε ένα λεπτό, που απαιτούσαν αιώνες για να κτισθούν!
Οι σκέψεις αυτές τον αναστάτωσαν. Αλλά πάλιν έλεγε:
—Εγώ είπα να κάψω την πόλιν. Και θα την κάψω.
Τότε έκλεισε τα μάτια του. Και ο γέρος, ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε ξανά μπροστά του απειλητικός και επίμονος. Με φωνή δε δυνατή και επιτακτική του είπε:
—Πρόσεξε! Η πόλις δεν θα καή και οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;
Σηκώθηκε τότε ο Γερμανός, στερέωσε τα γόνατά του, που τρέμανε και πήρε το τηλέφωνο. Με τρεμάμενη φωνή τηλεφωνούσε στη Τρίπολι, στο Γερμανό Διοικητή της Πελοποννήσου. Και ο Διοικητής εκείνος άνοιγε το στόμα του, για να δώση συμβουλές αλλά πάλιν κόμπιαζε. Πήγαινε να αγριέψη, για να εκτελεστή η διαταγή του, αλλά δεν μπορούσε. Τί είχε συμβή; Και ο ίδιος αυτός το ίδιο βράδυ είχε δη στο όνειρό του τον Άγιο Χαράλαμπο όπως τον είδε και τον περιέγραψε στο τηλέφωνο και ο αξιωματικός του από τα Φιλιατρά. Τελικά αποφάσισε και είπε στον αξιωματικό των Φιλιατρών:
—«Γράψατε. Αναστέλλω την καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρία».
Όταν ξημέρωσε ανακοινώθηκε η ανάκλησις της αποφάσεως των Γερμανών. «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Ξεχύθηκαν στο άκουσμα χαρούμενοι οι άνθρωποι στα καφενεία, στη πλατεία, στους δρόμους...
Μια ομάδα, τότε από Γερμανούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς, έχοντες στη μέση τον αξιωματικό τους Κοντάου και δυο Ορθοδόξους ιερείς, περνούσαν από τους δρόμους και πηγαίνανε από τη μια Εκκλησία στην άλλη. Αρχίσανε από τον Άη Γιάννη, από τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Αθανάσιο και τελικά κατευθυνόνταν προς την Παναγιά.
Ο αξιωματικός έψαχνε να βρη την Εικόνα του Αγίου, που είδε στον ύπνο του. Όταν του ανοίξα­νε την πόρτα του Ναού της Παναγίας, ανεγνώρισε μέσα στις εικόνες τον Άγιο Χαράλαμπο, που είδε στον ύπνο του και τον πρόσταζε. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε για τον εγωισμό του. Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκαμε, αυτός ο Προτεστάντης και άθεος, τον Σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του, τις οποίες οι ιερείς δεν μπορέσανε να τις ερμηνεύσουν.
Ρώτησε εν συνεχεία τους Ιερείς να του πούνε ποιος ήτανε ο γέροντας της εικόνος. Του διηγηθήκανε, ότι αυτός είναι ο Άγιος Χαράλαμπος που υπέστη πολλά μαρτύρια για το Χριστό. Του είπα­νε έπειτα για τα θαύματα που έκανε, και κάμνει και άλλα πολλά.
Η χαρά των Φιλιατρινών και η ευγνωμοσύνη τους στον Άγιο δεν περιγραφότανε. Δοξάζανε το Θεό και ευχαριστούσανε τον Άγιο Χαράλαμπο για το θαύμα του.
Όπως δε του είπε του Φρουράρχου, ο Άγιος, αυτός και όλοι οι άνδρες της φρουράς εκείνης επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία και στα σπίτια τους, χωρίς να πάθη κανείς τους τίποτε.
Διετήρησε δε ο Γερμανός ζωηροτάτην την μνήμην του θαύματος κι’ ευγνωμονούσε τον Άγιο. Ήθελε να επιστρέψη από την Γερμανία για να τον προσκυνήση. Πράγματι, έπειτα από δύο χρόνια, ξεκίνησε με την γυναίκα του και ήλθανε από την Γερμανία στα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την γιορτή του Αγίου, διότι έφτασε μια μέρα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου.
Όταν όμως τον είδανε οι Φιλιατρινοί, χαρήκανε χαρά μεγάλη και ξαναγιορτάσανε. Ψάλλα­νε δοξολογία και του κάνανε υποδοχές, γιορτές, τραπέζια και χαρές. Μέχρι σήμερα πολλές φορές ο Γερμανός αυτός με την γυναίκα του, τα παιδιά του και με άλλους πατριώτες του πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχηθήκανε με πίστι στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.
 Στην Πολυκλινική των Αθηνών
Το άλλο θαύμα έγινε εις τον Κων/τίνον Λιβαδάν, υπάλληλον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ήτανε νέος. Ιδού πώς το περιγράφει:
«Τον Ιανουάριο του 1931 ενοσηλευόμην στην Πολυκλινικήν Αθηνών με απόστημα εις το ήπαρ. Επί τεσσάρας εβδομάδας με εβασάνιζε ο πυρετός. Είχαν νυχθημερόν 38-40 βαθμούς και πόνους φοβερούς. Απεφασίσθη να γίνη εγχείρισις.
Ήταν παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους 9 Φεβρουαρίου του 1931. Το εσπέρας και ενώ ευρισκόμην ένεκα του μεγάλου πυρετού εις λήθαργον και εξαντλητικήν κατάστασιν, βλέπω να εισέρχεται ένας ιερωμένος μεγαλοπρεπής με μακρυά γενειάδα. Επλησίασε εμένα και όχι τον απέναντί μου ασθενή, που χαροπάλευε από περιτονίτιδα. Μου εθώπευσε το κεφάλι και μου είπε: «Μη φο­βάσαι... Αύριο θα είσαι τελείως καλά. Είσαι καλό παιδί».
Ερώτησα, όταν έφυγε, την ευρισκομένην κοντά μου και τελούσαν χρέη νοσοκόμου Μοναχήν Ευανθίαν, ποιος ήτο ο Κληρικός, που ήλθε;
—Δεν είδα κανένα Κληρικό, είπε εκείνη.
Της εξιστόρησα κατόπιν το συμβάν. Σταυροκοπήθηκε και μου είπε:
—Αύριον είναι του Αγίου Χαραλάμπους, θα είσαι καλά.
Έπεσα κατόπιν εις βαθύτατον ύπνον. Ο πυρετός από την ώραν εκείνην άρχισε να κατεβαίνη. Το πρωί ήμην απύρετος, τελείως καλά και χωρίς πόνους στο ήπαρ. Το πρωί με εξήτασαν ο χειρούργος καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και ο αδελφός του Ανδρέας, παθολόγος, να κανονίσουν τα της εγχειρίσεώς μου. Ερευνούσαν και αναζητούσαν δια της ψηλαφίσεως το απόστημα, αλλά δεν το εύρισκον, ούτε την σκλήρυνσιν και την διόγκωσιν (οκτώ δακτύλων) του ήπατος. Το ήπαρ ήτο φυσιολογικόν!
Η Μοναχή εξιστόρησε εις τους Καθηγητάς το νυκτερινό συμβάν. Μου δείξανε και την Εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, την οποίαν ανεγνώρισα. Ήταν ο ίδιος που είχα ιδή. Οι καθηγηταί κατάπληκτοι ανεφώνησαν:
—Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα μαχαίρια. Απόψε έγινε θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους στην Πολυκλινική!
Αργότερα και μετά παρέλευσιν ετών έμαθα, ότι ο Άγιος Χαράλαμπος είναι ιατρός των λοιμωδών νόσων, όπως ήταν και η ιδική μου».
Κ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ
 Ο Άγιος Χαράλαμπος στη ζωή του λαού
Ο Άγιος Χαράλαμπος σε πολλά μέρη της Ελλάδος τιμάται, διότι είναι προστάτης από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα. Γι’ αυτό και ο Άγιος απεικονίζεται πατώντας την πανώλη, η οποία παρουσιάζεται, σαν ένα τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα. Γι’ αυτό του έδωσε ο Θεός την χάριν αυτήν.
Ήτανε μεγάλη η υπηρεσία, που προσέφερε ο Άγιος στους γεωργούς τότε που δεν υπήρχαν κτηνίατροι, τα δε βόδια ήτανε αναγκαιότατα στην οικογένεια.
Παλαιότερα οι ζευγολάτες, την παραμονή της γιορτής του Αγίου ανάβανε στα σπίτια τους κοντά στο τζάκι μια μεγάλη λαμπάδα από καθαρό κηρί εις μνήμην του Αγίου και καιγότανε όλη την νύχτα. Το δε πρωί πηγαίνανε πρόσφορο στην Εκκλησία για να λειτουργηθή. Και όλα αυτά για να φυ­λάξη ο Άγιος Χαράλαμπος τα βόδια του γερά καθ’ όλη τη χρονιά.
Είναι προστάτης και όλων των ζώων. Γι’ αυτό στη Κρήτη οι τσοπάνηδες, όταν τα ζωντανά τους δεν πάνε καλά, τον παρακαλούνε να τα θεραπεύση.
Στην Πρέβεζα ο Άγιος Χαράλαμπος είναι πολιούχος. Στην Εικόνα του κρεμάνε πλήθος αφιερωμάτων. Από τα αφιερώματα χαρακτηριστικό είναι ένα πουκαμισάκι που κατασκευάζεται από πανί. Αυτό γίνεται σε μια μέρα!. Γι’ αυτό λέγεται και μονομερίτικο...
Αυτό συμβαίνει ως εξής: Κάποια νύχτα συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι μερικές γυναίκες, όπου γνέθουν και υφαίνουν βαμβάκι. Μ’ αυτό το ύφασμα, που γίνεται σε μια μέρα φτιάχνουν το πουκαμισάκι.
Το αφιέρωμα αυτό ξεκινάει από ένα γεγονός που αναφέρεται στην θαυματουργή δράσι του Αγίου. Κάποτε τον Άγιο Χαράλαμπο τον επεσκέφθησαν χωρικοί που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι’ έτρεξαν κοντά του γιατί η πανώλης τους θέριζε καθημερινώς. Από ευγνωμοσύνη δε διότι ο Άγιος στάθηκε προστάτης τους, του έκαναν δώρο ένα πουκάμισο που γνέθηκε και πλέχθηκε από βαμβάκι και ράφτηκε μέσα σε μια μέρα...
 Απολυτίκιον. Ήχος δ’.
Ταχύ   προκατάλαβε.
Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες. Έλαμψας εν τω κόσμω, δια του Μαρτυρίου, έλυσας των ειδώλων την σκοτόμαιναν, μάκαρ. Διό εν παρρησία Χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Κοντάκιον. Ήχος δ’.
Επεφάνης σήμερον
Ως φωστήρ ανέτειλας, εκ της εώας, και πιστούς εφώτισας, ταις των θαυμάτων σου βολαίς, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες. Όθεν τιμώμεν, την Θείαν σου άθλησιν.
πηγή:http://www.impantokratoros.gr/agios-charalampos.el.aspx

Αναγνώστες