Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Χρυσαυγίτες - Χριστός – μετανάστες


Μερικοί επιφανειακά θεολογούντες, εφαρμόζοντας ―όχι, θέλω να πιστεύω, επίτηδες, αλλ’ από ημιμάθεια― το γνωστό σόφισμα της «μετάβασης σε άλλο γένος» (ignoratio elenchi), προσπαθούν να πείσουν το χριστεπώνυμο πλήρωμα, ως καλά φερέφωνα, σε ό,τι τούς καθυποβάλλουν τα μεγάλα τους «αφεντικά»· για παράδειγμα: τους λέει το Κράτος ή κάποιοι ομόφρονες να περάσουν στον λαό τις ιδέες τής αιμοδοσίας, τού εθελοντισμού, τής οικολογίας, τού ολυμπιακού αθλητισμού κ.λπ.; Πολύ ωραία. Βγαίνουν λοιπόν και γράφουν και κηρύττουν, ότι λ.χ. ο Χριστός ήταν ο πρώτος αιμοδότης, αφού έχυσε το αίμα Του στον Σταυρό (!)· άρα, το ίδιο καλούμαστε να πράξουμε και εμείς. Ο Χριστιανισμός επικροτεί τον εθελοντισμό, τον «καλό Σαμαρείτη», την προσφορά ,άρα το ίδιο θα πρέπει και εμείς. Ο Χριστός και οι Άγιοι αγαπούσαν τη Φύση και τα ζώα, άρα το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και εμείς, κ.ο.κ. Αυτή, όμως, επιτρέψτε μου, είναι μια ανεύθυνη, κομπογιαννίτικη, μπακαλίστικη, προπαγανδιστική, ιδεολογική, κοσμική και αντι-Πατερική Θεολογία, που δουλεύει για λογαριασμό τού εκάστοτε «Καίσαρος» και κράτους, και όχι του «λαού τού Θεού»· και τι λέω τού Κράτους; Μακάρι να υπηρετούσε το δικό μας, τουλάχιστον, ελληνικό Κράτος. Δυστυχώς, οι νεοεποχίτικες ιδεολογίες αυτές υπηρετούν ξένα, μεγάλα και σκοτεινά Κέντρα, που οι αφελείς μάλλον δεν υποψιάζονται.
Κατά τον ίδιο τρόπο, παρουσιάζεται ο Χριστός ως ο «ξένος», δηλ. ως Μετανάστης! Ο δε μετανάστης καθίσταται τώρα ο «πλησίον» τού Ευαγγελίου, προς τον οποίο η Καθολική Εκκλησία οφείλει να στέργει, παραστέκεται, στηρίζει, προστατεύει και αγαπά χριστιανικά (δηλ. αδελφικώς και ανιδιοτελώς).  
Αλλ’, αγαπητοί μου, βρίσκεσθε σε σύγχυση και πλάνη:
Όταν η Αγία Γραφή λέει π.χ. «ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» και η ιερά Υμνογραφία ψάλλει για τη δεσποτική «ξενία», δεν εννοούν το μαζικό μεταναστευτικό (διάβαζε κατακτητικό) κύμα τών πάσης φύσεως βαρυποινιτών, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, που (είτε από τον Βορά, είτε από την Ανατολή) εισήλθαν παράνομα στη χώρα μας, κλέβοντας, ληστεύοντας, ασκώντας λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών, ή βιάζοντας και σκοτώνοντας. Η Αγία Γραφή ως ξένο εννοεί τον κάθε κακομοίρη, φουκαρά, αξιολύπητο, δυστυχή, φτωχό, περιφρονημένο και ταπεινό αλλοδαπό (αλλόθρησκο και αλλοεθνή), που πέφτει στην αντίληψή μας, ή που μάς ζητά κάποια βοήθεια και ελεημοσύνη.
Η Εκκλησία μας, λοιπόν, ορθώς πράττει, που συμπαρίσταται σε όλους ανεξαιρέτως τούς έχοντες ανάγκη, πιστεύοντας στην ανεξιθρησκία. Αλλ’, από την άλλη μεριά, τόσο η χριστιανική Ηθική, όσο και οι νόμοι τού Κράτους, υπαγορεύουν την, ακόμα και με τη βία ―εφόσον οι πολίτες τελούν σε άμυνα για τη διαφύλαξη και την προστασία τής ζωής, τής περιουσίας, τής θρησκείας και του (ελληνορθόδοξου) πολιτισμού τους― προάσπιση της ζωής και της τιμής τών (Ορθοδόξων) Ελλήνων πολιτών, όταν αυτές οι αξίες προσβάλλονται βάναυσα και παραβιάζονται βίαια (βλ. Κ. Καλλινίκου, Χριστιανισμός και πόλεμος, εν Αθήναις 1963, Ι. Κωστώφ, Οι Πατέρες τής Εκκλησίας για τον πόλεμο και την ειρήνη, Αθήνα 1984). Ο Χριστιανός οφείλει ν' αντιδρά μέχρι θανάτου στην επιθετικότητα και τη βία, που αποσκοπούν στην αθέτηση της Πίστης του. Γράφει σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Κρείττων επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού· και δια τούτο τον πραΰν μαχητήν οπλίζει το πνεύμα, και ως καλώς πολεμείν δυνάμενον» (MPG 35, 488C). Ο «εν δικαίω» (υπέρ τού χριστοπολιτειακού νόμου, τής αρετής και της ευσέβειας) «πολέμω» (κι όχι του, βέβαια, κάποιου εθνικού μεσσιανισμού) φονεύσας δεν αμαρτάνει, κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας μας (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, ι. Αυγουστίνος κ.ά.).   
Ο Ιησούς Χριστός, παρά το ότι δεν ήταν σωβινιστής και εθνικιστής, αγαπούσε την πατρίδα Του, και μάλιστα πόνεσε και έκλαψε γι’ αυτήν (Ματθ. 23, 37, Λουκ. 23, 28-29). Ομοίως, ο Κύριος, ενώ απέρριψε το μαχαίρι (γιατί αφαιρεί ζωές) τού Πέτρου, χρησιμοποίησε το μαστίγιο (ως παιδαγωγικό μέσο), που χτυπά και τραυματίζει, χωρίς όμως να σκοτώνει. Οι Προφήτες, όπως αργότερα και οι Μοναχοί, αντιστέκονταν σθεναρά κατά τού πολιτικο-οικονομικού και θρησκευτικού κατεστημένου τής εποχής τους.
Εξ άλλου, οι άγιοι Πατέρες τής Εκκλησίας μας έδωσαν αναρίθμητους κοινωνικούς (αλλ’ ακόμα και σωματικούς) αγώνες για την προάσπιση όχι μόνο τής ζωής, τής ασφάλειας, των δικαιωμάτων, τών υλικών αγαθών και γενικά τών συμφερόντων τού ποιμνίου τους, αλλά και της ελευθερίας και ανεξαρτησίας τής πατρίδας και της εθνικής κυριαρχίας (βλ. Μ. Α. Σιώτου, Η θρησκευτική αξία τής εθνικής ελευθερίας, Αθήναι 1974), όπως, βέβαια, και της ελληνορθόδοξης (με την έννοια τού π. Γ. Florovsky) Παράδοσης. Γιατί ήξεραν πολύ καλά ότι χωρίς ανεξάρτητη, ασφαλή και ειρηνική χώρα και κοινωνία, και χωρίς ελεύθερη πατρίδα και πολιτισμό, με συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία (γλώσσα, θρησκεία, ήθη και έθιμα), όχι μόνο δεν μπορεί να λειτουργήσει η Εκκλησία, αλλά και θα προκληθούν αμέτρητα θρησκευτικά/χριστιανικά (εκκλησιαστικά) σχίσματα και αιρέσεις. Έτσι, γράφει σχετικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ουδέν πατρίδος γλυκύτερον» (MPG 49, 35).
Ο Χριστός είναι Αγάπη, αλλά, ταυτόχρονα, είναι και Δικαιοσύνη. Πραότητα (εβρ. anvim-aniim) δεν σημαίνει χριστιανικά μη «αντίσταση» (παθητικότητα), αλλά το πλήρες δόσιμό μας στα χέρια (όχι των εκάστοτε «δυνατών», αλλά μόνο) τού Θεού: «Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Ψαλμ. 4, 4)· και «ο πραΰς έστω μαχητής» (Ιωήλ 3, 11). Έτσι, και το Αρνίον οργίζεται (Εβρ. 10, 31, Απ. 6, 16) και τιμωρεί είτε άμεσα (Σατάν, Βαβέλ, Ανανία, Σαπφείρα), είτε έμμεσα (Α  Κορ. 5, 5, Β  Κορ. 2, 6). Δεν μπορεί η «φιλοξενία» τών αλλοδαπών να γίνεται σε βάρος ενός άλλου λαού (εν προκειμένω, τού ελληνικού), και αυτό η Εκκλησία όχι μόνο να το ανέχεται, αλλά και να το επευλογεί … ως αυτοθυσία (;). «Σφάξε με αγά μου, ν’ αγιάσω»! Είπαμε, δεν κάνουμε φυλετικές διακρίσεις, αλλά και δεν κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε τόσα ατομικά και εθνικά εγκλήματα. Ανοχή δεν σημαίνει αποδοχή.

Σπυρίδων K. Τσιτσίγκος, MA, DD, PhD
Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας
Blog : iorthodoxitheologia.blogspot.com

Αναγνώστες