Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Η απολογία του Σωκράτη (β΄ μέρος)

Αυτοί, άνδρες Αθηναίοι, που έχουν διαδώσει αυτή τη φήμη, αυτοί είναι οι πιο φοβεροί μου κατήγοροι. Γιατί όσοι τους ακούνε νομίζουν ότι αυτοί που αναζητούν αυτά τα πράγματα δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν θεοί. Έπειτα αυτοί οι κατήγοροι είναι πολλοί και με κατηγορούν επί πολλά χρόνια, και ακόμη αυτά τα έλεγαν σε σας όταν ήσασταν σε μια ηλικία που εύκολα τους πιστεύατε, επειδή πολλοί από εσάς ήσασταν παιδιά, και μάλιστα μερικοί μωρά. Και κατηγορούσαν έναν απόντα που δεν μπορούσε να απολογηθεί για καμιά κατηγορία. Το πιο παράλογο από όλα είναι ότι ούτε τα ονόματά τους δεν γνωρίζω να πω εκτός από κάποιον ποιητή κωμωδιών. Όσοι δε με έχουν διαβάλλει από φθόνο και σας έπειθαν, και όσοι έχοντας οι ίδιοι πεισθεί μετά έπειθαν κι άλλους, αυτοί είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Γιατί δεν μπορώ ούτε να φέρω εδώ κανέναν από αυτούς ούτε να τον ελέγξω αλλά πρέπει να απολογούμαι σαν να παλεύω με σκιές και να κάνω ερωτήσεις χωρίς να παίρνω απάντηση. Θεωρήστε λοιπόν κι εσείς, σαν δεδομενο, αυτό που λέω κι εγώ, ότι οι κατήγοροί μου είναι δυο ειδών, αυτοί που με κατηγόρησαν τώρα τελευταία, κι εκείνοι που με κατηγορούν από παλιά, για τους οποίους σας μίλησα πριν λίγο.
 Και να καταλάβετε ότι για εκείνους πρώτα πρέπει να απολογηθώ, γιατί κι εσείς εκείνους είχατε ακούσει πρώτα να με κατηγορούν, και μάλιστα για πολύ περισσότερο καιρό, απ' ότι αυτοί εδώ οι πρόσφατοι. Ας είναι. Πρέπει λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, να απολογηθώ και να επιχειρήσω να εξαφανίσω την ψεύτικη κατηγορία που τόσο πολύ χρόνο ακούγατε για μένα, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου.
 Θα ήθελα λοιπόν να γίνει έτσι, αν το θεωρείτε σωστό και για σας και για μένα, και να απολογηθώ με επιτυχία. Ξέρω όμως ότι είναι δύσκολο και βλέπω αρκετά καλά γιατί. Ας γίνει όμως όπως θέλει ο θεός. Εγώ πρέπει να υπακούσω στο νόμο και να απολογηθώ. Ας εξετάσουμε λοιπόν από την αρχή ποια είναι η κατηγορία από την οποία ξεκίνησε η διαβολή εναντίον μου, στην οποία πιστεύοντας ο Μέλητος έκανε αυτή την καταγγελία. Ας δούμε τι έλεγαν οι κατήγοροί μου εκείνοι. Πρέπει λοιπόν, σαν να ήταν αληθινοί κατήγοροι, να σας διαβάσω το κατηγορητήριό τους. "Ο Σωκράτης είναι ένοχος και ερευνά ψάχνοντας αυτά που βρίσκονται κάτω από τη γη και στον ουρανό, επίσης κάνει τον άδικο λόγο να φαίνεται δίκαιος, και αυτά τα διδάσκει και σε άλλους".
 Κάπως έτσι είναι. Γιατί αυτά βλέπετε και σεις οι ίδιοι στην κωμωδία του Αριστοφάνη, δηλαδή κάποιον Σωκράτη να περιφέρεται εκεί, να συζητά, να αεροβατεί και να φλυαρεί, πράγματα για τα οποία εγώ δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και δεν τα λέω αυτά για να υποτιμήσω την επιστήμη αυτή, αν κάποιος είναι σοφός σε τέτοια ζητήματα - ούτε βέβαια για να αποφύγω αυτές τις κατηγορίες του Μελήτου - αλλά επειδή εγώ, άνδρες Αθηναίοι, δεν έχω καμιά σχέση με αυτά.
 Έχω για μάρτυρες τους περισσότερους από εσάς, και σας παρακαλώ να πληροφορήσετε ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν όσοι με άκουσαν ποτέ να συζητάω. Και υπάρχουν πολλοί ανάμεσά σας τέτοιοι. Πείτε λοιπόν μεταξύ σας, αν κανείς από σας με άκουσε να συζητάω ποτέ, έστω και για λίγο, γι' αυτά τα θέματα. Και απ' αυτό θα καταλάβετε ότι τέτοιου είδους είναι και τα άλλα που λέει για μένα ο κόσμος. Τίποτα όμως από αυτά δεν είναι αλήθεια ούτε και αυτό αν το ακούσατε είναι αληθινό, ότι δηλαδή εγώ εκπαιδεύω ανθρώπους και παίρνω χρήματα γι' αυτή τη δουλειά.
 Παρόλο που και αυτό μου φαίνεται ότι είναι καλό, αν δηλαδή κάποιος είναι ικανός να εκπαιδεύσει ανθρώπους, όπως ο Γοργίας, ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Γιατί ο καθένας από αυτούς άνδρες Αθηναίοι, μπορεί, πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, να πείθει τους νέους - οι οποίοι έχουν την δυνατότητα, χωρίς να πληρώσουν τίποτα να συναναστρέφονται οποιονδήποτε θέλουν από τους συμπολίτες τους - να αφήνουν τις παρέες τους για να συναναστρέφονται αυτούς, πληρώνοντας χρήματα, και να τους χρωστούν από πάνω και ευγνωμοσύνη.
 Επίσης υπάρχει κι ένας άλλος άνδρας σοφός εδώ, από την Πάρο καταγόμενος, που έμαθα ότι βρίσκεται στην πόλη μας. Έτυχε κάποτε να συναντήσω κάποιον άνθρωπο που έχει πληρώσει στους σοφιστές πολύ περισσότερα χρήματα από όσα όλοι οι άλλοι μαζί, τον Καλλία του Ιππονίκου. Τον ρώτησα λοιπόν - επειδή έχει και δυο γιους - : "Καλλία, αν αντί για τους δυο γιους σου είχες δυο πουλάρια ή δυο μοσχαράκια, δεν θα ήταν δύσκολο να βρούμε σε ποιον να τα εμπιστευτούμε και ποιον να μισθώσουμε για να μεγαλώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα ήταν κάποιος εκπαιδευτής αλόγων ή κάποιος κτηματίας. Τώρα όμως που πρόκειται για ανθρώπους, σε ποιον πρόκειται να τους εμπιστευτείς; Ποιος είναι γνώστης αυτής της αρετής, που ταιριάζει στον άνθρωπο και στον πολίτη; Φαντάζομαι ότι θα έχεις σκεφτεί, αφού έχεις παιδιά. Υπάρχει κάποιος κατάλληλος ή όχι;

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Η απολογία του Σωκράτη (α΄ μέρος)

Δεν ξέρω, άνδρες Αθηναίοι, αν οι κατήγοροί μου σας επηρέασαν. Γιατί κι εμένα, λίγο ακόμα και θα με έκαναν να ξεχάσω ποιος είμαι. Τόσο πειστικά μιλούσαν. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είπαν τίποτα το αληθινό. Πιο μεγάλη εντύπωση όμως από όλα τα ψέματα που είπαν μου έκανε αυτό: που έλεγαν ότι πρέπει να με προσέχετε, για να μην σας εξαπατήσω επειδή είμαι τάχα δεινός ρήτορας.
Αυτό μου φάνηκε το πιο αδιάντροπο ψέμα, γιατί είναι βέβαιο ότι θα διαψευσθούν ευθύς αμέσως έμπρακτα, καθώς θα αποδειχθεί ότι δεν είμαι τρομερός στο να μιλάω, εκτός αν αυτοί λένε δεινό ρήτορα όποιον λέει την αλήθεια. Αν λοιπόν θέλουν να πουν αυτό θα συμφωνούσα πως είμαι ρήτορας, αλλά όχι με τον τρόπο το δικό τους. Έτσι λοιπόν σας λέω, αυτοί είπαν, ελάχιστα ή και καθόλου, την αλήθεια, εσείς όμως από εμένα θα την ακούσετε ολόκληρη. Όχι, μα το Δία, άνδρες Αθηναίοι με δημηγορίες σαν τις δικές τους, ούτε καλλωπισμένα λόγια με κομψές φράσεις και λέξεις.
Αλλά θα ακούσετε τα σωστά λόγια, όπως μου έρθουν στο μυαλό, γιατί πιστεύω ότι είναι δίκαια όσα λέγω. Και κανείς σας να μην περιμένει τίποτε άλλο. Γιατί δεν είναι σωστό, άνδρες, σε αυτήν την ηλικία που βρίσκομαι, να έρθω σε σας πλάθοντας όμορφα λόγια σαν να ήμουν νεαρός. Και πρέπει να σας ζητήσω, άνδρες Αθηναίοι, μια χάρη από εσάς. Αν με ακούσετε να μιλάω με τα ίδια λόγια που έχω συνηθίσει να μιλάω και στην αγορά και στα τραπέζια, να μην απορήσετε και να μην θορυβηθείτε.
Γιατί συμβαίνει αυτό: Αν και είμαι εβδομήντα χρονών για πρώτη φορά ανεβαίνω σε βήμα δικαστηρίου. Δεν ξέρω λοιπόν την τέχνη της γλώσσας που χρησιμοποιείτε εδώ. Έτσι λοιπόν, όπως εάν πραγματικά ήμουν ξένος θα μου συγχωρούσατε το ότι θα μίλαγα με τη γλώσσα και με τον τρόπο που θα είχα ανατραφεί, έτσι και τώρα αυτό ακριβώς σας ζητώ, γιατί αυτό είναι δίκαιο, να με αφήσετε να εκφραστώ με τον τρόπο που θέλω, ίσως ωραία, ίσως άσχημα, όμως εσείς τούτο να προσέχετε και να έχετε στο νου σας, αν μιλάω δίκαια ή όχι. Γιατί αυτή είναι του δικαστή η αρετή, του ρήτορα δε είναι να λέγει τα αληθινά. Πρώτα λοιπόν είναι σωστό να απολογηθώ, άνδρες Αθηναίοι, για τις παλιότερες κατηγορίες που είπαν για μένα άδικα οι πρώτοι μου κατήγοροι, και μετά για τις επόμενες και τους επόμενους κατηγόρους.
Γιατί πολλοί κατήγοροί μου ήρθαν σε σας και στα περασμένα χρόνια, χωρίς να λένε τίποτα το αληθινό, και τους οποίους εγώ φοβάμαι περισσότερο παρά αυτούς που βρίσκονται τώρα γύρω από τον Άνυτο, αν και αυτοί εδώ είναι αρκετά επικίνδυνοι με τον τρόπο τους. Αλλά εκείνοι, οι παλιοί, είναι φοβερότεροι, άνδρες, οι οποίοι αφού παρέλαβαν πολλούς από εσάς από παιδιά ακόμη, σας έπειθαν και με κατηγορούσαν χωρίς να λένε καμιά αλήθεια, ότι τάχα υπάρχει κάποιος Σωκράτης, σοφός άνδρας, που ασχολείται με τα ουράνια φαινόμενα και έχει ψάξει όλα όσα βρίσκονται κάτω από τη γη, και κάνει τα άδικα λόγια να φαίνονται δίκαια.

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Άρχισαν τα "όργανα"

«Καμπάνα» στις... εκκλησίες


«Καμπάνα» στις... εκκλησίες
«Καμπάνα» στις... εκκλησίες

Έντονο κύμα δυσφορίας προκαλεί σε κατοίκους της Ξάνθης, χριστιανούς και μουσουλμάνους, ο υπερβολικός -και σε πολλές των περιπτώσεων ενοχλητικός- θόρυβος που παράγεται από χώρους θρησκευτικής λατρείας της περιοχής, ο οποίος αγγίζει τα όρια της ηχορύπανσης.
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία υπάρχουν επιτρεπτά όρια έντασης του ήχου ενώ σε περίπτωση υπέρβασής τους προβλέπονται κυρώσεις για το παράπτωμα της ηχορύπανσης, χωρίς φυσικά να εξαιρούνται θρησκευτικοί χώροι.
Όπως καταγγέλλουν κάτοικοι της Ξάνθης που μένουν κοντά σε τζαμιά ή εκκλησίες, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις που είναι τοποθετημένες σε χώρους θρησκευτικής λατρείας παράγουν ιδιαίτερα υψηλής έντασης ήχους, παρά το γεγονός ότι στο σύνολό τους βρίσκονται τοποθετημένοι σε πυκνοκατοικημένες περιοχές της πόλης.
Σε αρκετά από τα εν λειτουργία τζαμιά της περιοχής, ο ιδιαίτερα έντονος ήχος που παράγουν οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις αποτελεί αιτία ενόχλησης των κατοίκων, οι οποίοι αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται συστηματικά και με την ίδια ακριβώς ένταση. Το ίδιο, συμβαίνει και σε αρκετές εκκλησίες της περιοχής τόσο με τη λειτουργία του ηλεκτρομηχανολογικού συστήματος κρούσης των καμπάνων όσο και με τις θρησκευτικές λειτουργίες ιδιαιτέρως της Κυριακής.
Ανατρέχοντας κανείς στη σχετική νομολογία αντικρίζει περιπτώσεις κατοίκων που έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη καταγγέλλοντας περιπτώσεις ηχορύπανσης από θρησκευτικούς χώρους και έχουν δικαιωθεί, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου ιερείς έχουν ακόμη και καταδικαστεί πρωτοδίκως για ηχορύπανση και τους έχουν γίνει συστάσεις για μείωση της έντασης του παραγόμενου ήχου και προσαρμογής αυτού στην ισχύουσα νομοθεσία και στα όρια που αυτή επιβάλλει.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου




ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ
ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ
Δημήτρη Φωτιάδη


     ΟΤΑΝ φέρανε τον Αντρούτσο στην Αθήνα, τον κλείσανε στο φράγκικο πύργο της Ακρόπολης, την Κούλια όπως τη λέγανε[Βρισκόταν στην είσοδο της Ακρόπολης και τη γκρέμισαν το 1878],βάζοντάς του βαριά σίδερα στα χέρια και στα πόδια. Για δεσμοφύλακα είχε τον παλιό του οχτρό, τον φοβερόΠαπακώστα. Ο Pecchio, που επισκέφτηκε εκείνες τις μέρες την Αθήνα κ' έμαθε πως μέσα στον πύργο βρισκόταν φυλακι­σμένος οΟδυσσέας, γυρεύει να τον δει μα δεν του δίνουν την άδεια.
Στ' αναμεταξύ ο Γκούρας, παρ' όλα όσα τούλεγε ο Τριανταφυλλίνας, ο άλλος μεγάλος οχτρός του Ανδρούτσου, δίσταζε να τον σκοτώσει. Τον στέλνει, λοιπόν, στ' Ανάπλι για να πάρει την τελική απόφαση της κυβέρνησης. Γυρίζει έπειτα από λίγο στο στρατόπεδο, που βρισκόταν κά­που όξω από την Αράχωβα, φέρνοντας ένα γράμμα του Κωλέτηπρος τον Γκούρα, όπου σ' αυτό ο παλιός γιατρός τού Αλήπασα τούγραφε να κά­νει ό,τι θα τού πει ο Τριανταφυλλίνας.
Αφού κάθησαν κάτω από μια ελιά και τα κουβέντιασαν, ο Γκούρας δε φωνάζει το γραμματικό του, μα γράφει ο ίδιος, με τα λιγοστά γράμ­ματα που ήξερε, δυο λόγια σ' ένα χαρτί για τον Μαμούρη, που τον είχε αφήσει φρούραρχο στο κάστρο της Αθήνας. Το διπλώνει και γυρεύει να το σφραγίσει με βουλοκέρι, μα όπως φύσαγε δεν τα καταφέρνει και το δίνει στο Γεωργαντά να πάει σε κάποιο απάγγειο μέρος να το βουλώσει.  Αυτός, που υποψιάστηκε, μπαίνει σ' ένα ξωκκλήσι που είταν παρακεί και πριν το σφραγίσει το ξεδιπλώνει και ρίχνει μια γρήγορη ματιά. Ο Γκούρας πρόσταζε, με τόση μυστικότητα τον Μαμούρη, «να πουλήσει το λάδι γιατί η τιμή του θα πέσει». Κι ο Γεωργαντάς μπαίνει με μιας στο συνθηματικό νόημα τούτης της παραγγελίας και γράφει: «. . .Με συντριβήν της καρδίας μου είδα τα τεκταινόμενα και τον χαϊμόν του Οδυσσέως».[Αθηναϊκών Αρχείον «Ανάμνησις Α. Γεωργαντά», σ. 266].
Παίρνει το σφραγισμένο γράμμα για το «λάδι» ο Τριανταφυλλίνας και φεύγει αμέσως για την Αθήνα. Έπειτα από δυο - τρεις μέρες, τη νύχτα στις 4 με 5 του Ιούνη, ο Μαμούρης, ο Τριανταφυλλίνας κι ο Παπακώστας πνίξανε τον Αντρούτσο μέσα στη φυλακή του. Ο μοναδικός μάρ­τυρας της κολασμένης τούτης πράξης, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, ανι­στόρησε, γέρος πια, όλα τα καθέκαστα στο δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι αυτός, έπειτα από χρόνια, στις 25 του Δεκέμβρη 1898, δημοσίεψε τούτη δω τη δραματική αφήγηση στους «Καιρούς» :
«. . . Ήτο η τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμού­μαι καλώς, την εποχήν την εσημείωσα, διότι μοι επροξένησε βαθείαν αυτή εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ' αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.
»Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγος ταγματάρχης, ο γενναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτικο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηρός σχίνων και κοτίνων ρίζας.
»Μετά τας αμοιβαίας επί ταίς εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ' επειδή, ως εγίνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρακάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησίν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γενναίου του στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε : «Τι τα θέλεις αυτά τώρα, παιδί μου, αυτά πέρα­σαν πλέον ας όψονται οι αίτιοι»˙ εδίσταζε δε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:
»—Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος· από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπό­λεως Κούλιαν˙ του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς˙ τροφήν δεν του έδιδαν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρε­λιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδωμένον από την λέραν.
» Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας η οποία ήτο κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σου, έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με την κάππαν μου, ήσαν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τεσσάρας άνδρας να έρχωνται προς την φυλακήν.
»Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο˙ άλλ' ως εννόησα ήτο ο επί κεφαλής των ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής˙ ήσαν γνωστοί μου, οΤριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και οΜαμούρηςκαι ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.
»Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και άντ' εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ' υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους· ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την ήνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργον οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλα­κής. Άμα είσήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγη προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ' λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη,[τον Μαμούρη]γιατί
»Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δεσμίου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστε­ναγμούς και μούγκρισμα του λεονταργιού εκείνου και η καρδιά μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία. . .
»Μετ' ολίγον είδον τους τεσσάρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος μ' εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.
»Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, άφ' όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρος όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμνον ανακατευόμενοι και μετ' ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντος εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.
»Το πρωί άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσεύς δραπετεύσας την νύκτα και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.
»Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα έξης : Εις το μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο δε εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνετο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα τού άτυχους στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήτο καταματωμένον το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να τα χτύπησε κανείς και να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας. 
»Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του˙ έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά,έσχισαν την έκθεσιναυτού καιέκαμαν άλλην[Η ψεύτικη ιατροδικαστική αυτή έκθεση, που το πρωτότυπό της σώθηκε, συντάχτηκε από τον Ιταλό ντόκτοραVitali, υποπρόξενο τού Βασιλείου της Νάπολης στην Αθήνα. Είναι γραμμένη Ιταλικά και τελειώνει με τούτη δω την ανήκουστη απόνα γιατρό σε πιστοποιητικό θανάτου φράση : «. . . Επέφερον (τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». ΤονsignorVitaliαπό τη Νάπολη τον έκαιγε πάρα πολύ η προδοσία τού Αντρούτσου και δε μπορούσε να κρατηθεί, να μην τον πει κακούργο και προδότη! Ε τι κάνει σε τέτοιους ανθρώπους το παραδάκι.]δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού˙ μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειρότερα και τού τελευταίου καταδίκου˙τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν τού Αγίου Δημητρίου, προς δυσμάς της Ακροπόλεως».
  Αυτό στάθηκε το τέλος τού ήρωα, που στις αρχές της επανάστασης μπήκε, πιάνοντας το μαντήλι και χορεύοντας και τραγουδώντας, στο Χάνι της Γραβιάς.
Τα δυο αυτά εγκλήματα, της Μαύρης Τρούπας και της Κούλιας της Ακρόπολης, δεν τα ιστορήσαμε βέβαια μονάχα για τη δραματικότητά τους. Πολλοί είναι εκείνοι, ξέχωρα οι πιο επίσημοι από τους ιστορικούς μας, που για το φόνο τού Αντρούτσου ρίχνουν όλα τα βάρη στον Γκούρα. Άλλοι πάλι παραδέχουνται την ευθύνη τού Κωλέτη, όχι όμως και τού Μαυροκορδάτου.Τον Αντρούτσο, πολιτικάντηδες και προύχοντες, το ίδιο όλοι τον μισούσαν. Πολλές φορές θέλησαν να τον σκοτώσουν και στο τέλος το πέτυχαν. Όχι μονάχα ο Κωλέτης κι ο Μαυροκορδάτος, μα και πολλοί άλλοι, από καιρό προετοίμασαν, για τούτη την πράξη, τον Γκούρα. 
Τα δυο αυτά εγκλήματα, του Τρελώνη και τού Αντρούτσου, σε τόσο λίγο καιρό τόνα άπ' τ' άλλο, μας δείχνουν πως είταν συνταιριασμένα.Για τη δολοφονία τού Τρελώνη δε χρησιμοποιήθηκαν Έλληνες μα Εγ­γλέζοι, έπειτα από υπόδειξη της κυβέρνησης, όπως παραδέχεται κι αυτός ο Τρικούπης.  Και την υπόδειξη αυτή δεν είχε τη δύναμη να την κάνει από μόνος του ο Κωλέτης. Ποτέ ο Φαίντων κι ο Ουάϊτκομπ δε θα εχτελούσαν μια τέτοια προσταγή τού Κωλέτη, αρχηγού της Γαλλικής φατρίας.Μοναχά ο Μαυροκορδάτος μπορούσε νάχει τόση επιρροήπάνω τους, για να τους σπρώξει να σκοτώσουν ένα συμπατριώτη τους. Κι ούτε κι αυτός θ' αποτολμούσε να βάλει Εγγλέζους να δολοφονήσουν Εγγλέζο, δίχως την υπόδειξη ή τουλάχιστο την έγκριση της μυστικής υπηρεσίας στην Ελλάδα.
Τη δολοφονία του Αντρούτσου την οργάνωσαν ο  Μαυροκορδάτος κι ο Κωλέτης και την απόπειρα ενάντια στον Τρελώνη οι Εγγλέζοι με τον Μαυροκορδάτο, γιατίενώ τον στείλανε για πράκτορα, είχε την αποκοτιά να επηρεαστεί από τον αγώνα τού λαούμας για τη λευτεριά του κι αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι τους.


Read more:http://www.egolpion.com/dolofonia_androutsou.el.aspx#ixzz2VPaDGdzi

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Όταν επισκέφθηκα στον ύπνο μου τον Παράδεισο

Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε να με ξεναγήσει.
Περπατούσαμε δίπλα -δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους.
Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε :
«Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις που φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής.»
Κοίταξα γύρω - γύρω στον χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσο πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Μετά, προχωρήσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος μού είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σ' αυτούς που τις ζήτησαν.»
Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη.
Τέλος, στην άκρη ενός μακρινού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
«Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών» μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου.
Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
«Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ;» ρώτησα.
«Είναι λυπηρό» αναστέναξε ο άγγελος. «Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια.»
«Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε;» ρώτησα πάλι.
«Πολύ απλά», απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις: 'Ευχαριστώ Θεέ μου'!»
«Και για τι ακριβώς πρέπει να ευχαριστήσουμε;»
«Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο σου, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ' το κεφάλι σου και ένα μέρος για να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου.
»Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ' ένα πιατάκι, είσαι ανάμεσα στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν.
»Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από όση αρρώστια, είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν ως την αυριανή μέρα.
»Αν ποτέ δεν βίωσες την εμπειρία του φόβου του πολέμου, της μοναξιάς της φυλακής, της αγωνίας του βασανισμού και της σουβλιάς της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους αυτής της γης.
»Αν μπορείς να προσευχηθείς σε έναν ναό, χωρίς τον φόβο της επίθεσης, της σύλληψης ή της εκτέλεσης. θα σε ζηλεύουν σίγουρα περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.
»Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι μεταξύ τους, είσαι σπάνιος.
»Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας. είσαι η εξαίρεση για όλους όσους ζουν μέσα στην αμφιβολία και στην απόγνωση.
»Και αν διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, πρώτον γιατί σου το έστειλε κάποιος που σ' αγαπάει και δεύτερον γιατί είσαι πιο τυχερός από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν.»
«Κατάλαβα. Και τώρα τι κάνω; Πώς μπορώ να αρχίσω;»
«Να πεις καλημέρα» μου χαμογέλασε ο άγγελός μου, «να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι.» !

Αναγνώστες